Μπορεί να περιμένεις το λεωφορείο ή τον καφέ σου. Ίσως μόλις έπεσες πάνω σε έναν γείτονα ή σε έναν παλιό συνάδελφο και ψάχνεις απεγνωσμένα κάτι να πεις για να σπάσει η αμηχανία. Όπου κι αν βρίσκεσαι, όποτε κι αν συμβεί, όταν χρειάζεται ψιλή κουβέντα, ένα είναι σχεδόν σίγουρο: Κάπου στην κουβέντα θα χωρέσει ο καιρός.
Τα 5 πιο κοινά λάθη που κάνουμε οι άντρες σε μια συζήτηση
Δεν είναι τυχαίο. Σύμφωνα με έρευνες, ένα εντυπωσιακό 98% παραδέχεται ότι κάνει ψιλοκουβέντα για τον καιρό τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα ξεκινούν τη συζήτηση μιλώντας για… τον καιρό. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το κάνουμε, αλλά γιατί μας βγαίνει τόσο φυσικά.
Για να το καταλάβουμε, πρέπει πρώτα να δούμε τι ρόλο παίζει πραγματικά το λεγόμενο small talk στη ζωή μας.
Η επιστήμη της ψιλοκουβέντας
Για χρόνια το να κάνουμε «ανούσιες» κουβέντες είχε κακή φήμη. Μελέτες στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υποστήριζαν ότι οι επιφανειακές κουβέντες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη διάθεση και στις κοινωνικές μας σχέσεις, και ότι οι άνθρωποι νιώθουν πιο ικανοποιημένοι από βαθιές, ουσιαστικές συζητήσεις παρά από τετριμμένα θέματα όπως ο καιρός.
Πιο πρόσφατη έρευνα, όμως, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Μια μικρή συζήτηση δεν έχει στόχο να αντικαταστήσει τις ουσιαστικές κουβέντες, έχει εντελώς διαφορετική αποστολή.
Στην πραγματικότητα, λειτουργεί σαν να «ανοίγει» τον δρόμο για μία βαθύτερη κουβέντα.
Αν τη δούμε όχι ως εναλλακτική της ουσιαστικής συζήτησης, αλλά ως εναλλακτική του να μη μιλάμε καθόλου, γίνεται ξεκάθαρο πόσο χρήσιμη είναι: Δημιουργεί οικειότητα, αποφορτίζει αμήχανες στιγμές και μετατρέπει αγνώστους σε περιστασιακές γνωριμίες.
Πέρα από τις ίδιες τις λέξεις, η ψιλή κουβέντα μεταφέρει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό: τόνο φωνής, εκφράσεις προσώπου, στάση σώματος. Όλα εκείνα τα μη λεκτικά σήματα που δείχνουν πώς θέλουμε να μας δουν οι άλλοι. Σε ανθρώπινο επίπεδο, όλοι αναζητούμε αποδοχή και σύνδεση και μια απλή, φιλική κουβέντα συχνά αρκεί για να τα πυροδοτήσει.
Μήπως να μιλάς λιγότερο και να ακούς περισσότερο;
Και γιατί πάντα… ο καιρός;
Αν ο στόχος μιας κουβέντας δεν είναι η ανάλυση ζωής, τότε είναι λογικό να αποφεύγουμε θέματα που είναι πολύ προσωπικά, πολύ σύνθετα ή δυνητικά εκρηκτικά. Και εδώ ο καιρός παίζει τέλεια τον ρόλο του.
Πρώτον, είναι μια καθολική εμπειρία. Ο άνθρωπος απέναντί σου βιώνει ακριβώς τις ίδιες καιρικές συνθήκες με εσένα εκείνη τη στιγμή. Αυτό από μόνο του δημιουργεί άμεσο κοινό έδαφος. Δεύτερον, είναι ουδέτερος. Δεν είναι αδιάκριτος, δεν σε εκθέτει και σε αντίθεση με πολιτική, μουσική ή αθλητικά σπάνια οδηγεί σε καβγά. Μια ηλιόλουστη μέρα είναι ωραία για τους περισσότερους. Μια μουντή, βροχερή μέρα είναι κουραστική σχεδόν για όλους. Το ξέρουμε, το ξέρει κι ο άλλος και αυτό ακριβώς το κοινό πλαίσιο χτίζει σύνδεση.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τον καιρό λειτουργεί τόσο καλά ως αφετηρία: Ξέρουμε ότι ο συνομιλητής μας την έχει παρατηρήσει, τη βιώνει και πιθανότατα συμμερίζεται την άποψή μας. Είναι ένα ασφαλές, άκακο και προβλέψιμο θέμα. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να πάει στραβά
Όσο ασήμαντη κι αν φαίνεται, η κουβέντα για τον καιρό εξυπηρετεί κάτι πολύ πιο βαθύ από ένα απλό «τι κάνει έξω». Σπάει τον πάγο, χτίζει εμπιστοσύνη και ανοίγει τον δρόμο για ανθρώπινη επαφή έστω και για λίγα λεπτά.
Και τελικά, αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που μιλάμε τόσο συχνά για τον καιρό. Όχι επειδή μας λείπουν τα θέματα. Αλλά επειδή μας ενδιαφέρει έστω ασυνείδητα η σύνδεση.