Συζητώντας με τον Christian Bale για τη Νύφη του Frankenstein

Ο ηθοποιός μιλάει στο Ratpack για τον Frank, δηλαδή το Τέρας του Frankenstein, που δημιουργήθηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα και που για χρόνια είχε για μοναδική σύντροφο τη μοναξιά.

Συνέντευξη στον Χρήστο Κάβουρα

Τον έχουμε δει με μάσκα (Dark Knight Trilogy), ύστερα ως παραμορφωμένο villain (Gorr the God Butcher στο Thor: Love and Thunder), έφτασε η ώρα να τον απολαύσουμε και σε κάτι πιο… ενδιάμεσο. Σε εκείνο του τέρατος, με τις καλύτερες όμως προθέσεις. Ο Christian Bale είναι το Τέρας του Frankenstein στην ταινία «Η Νύφη» πλάι στην εξαιρετική Jessie Buckley, και μας δίνει τη δική του οπτική γύρω από το φιλμ που κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες (5 Μαρτίου) από την Tanweer.

Για την πρώτη φορά που διάβασε το σενάριο:

Έμεινα πραγματικά έκπληκτος καθώς μου άρεσε πάρα πολύ το σενάριο. Ήταν κάτι εντελώς πρωτότυπο, μια ριζοσπαστική, σχεδόν punk προσέγγιση της ιστορίας. Μου θύμισε το Killing in the Name των Rage Against the Machine, δηλαδή αυτό το «δεν θα κάνω ό,τι μου λέτε». Ήταν τρομερά συναρπαστικό και δεν μπορούσα να μην δεχτώ.

Πραγματικά αξίζουν συγχαρητήρια σε όσους τόλμησαν να το στηρίξουν, και φυσικά στη Warner Bros. Πάντα όμως έχω ένα τεστ για τα πρότζεκτ που μου προτείνουν: μπορώ να το αγνοήσω; Να το ξεχάσω; Να το αφήσω στην άκρη; Αυτό δεν γινόταν. Έμενε στο μυαλό μου. Είχε στιγμές γεμάτες ένταση και ενέργεια σε όλη τη διάρκεια.

Για τη συνεργασία με τη Maggie Gyllenhaal και τη Jessie Buckley:

Ήξερα ότι υπήρχε δημιουργική χημεία ανάμεσα στη Maggie και τη Jessie. Δεν βλέπω πολλές ταινίες, αλλά είχα δει το The Lost Daughter. Από την άλλη, μου δόθηκε η ευκαιρία να υποδυθώ έναν τόσο εμβληματικό χαρακτήρα όπως το τέρας του Frankenstein, αλλά σε μια πολύ πιο ανθρώπινη εκδοχή του, χρόνια αργότερα, ως Frank.


Και φυσικά το να το κάνω αυτό με τη Maggie [Gyllenhaal], με το εξαιρετικό της σενάριο ήταν μεγάλη μου χαρά. Είναι υπέροχη ως σκηνοθέτης και δεν είχαμε συνεργαστεί ποτέ ξανά με αυτή τη σειρά [σ.σ. είχαν πρωταγωνιστήσει μαζί στο Dark Knight του 2008] ενώ η Jessie είχε ήδη δουλέψει μαζί της. Η Maggie έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς, μια φυσική ροή και ταυτόχρονα μια ικανότητα να καταλαβαίνει τι ακριβώς χρειάζεται να ακούσει ένας ηθοποιός. Μπορεί να σου ψιθυρίσει κάτι λίγο πριν το γύρισμα και αυτό να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι.

Όσο για την Jessie, είναι πραγματική αποκάλυψη. Τόσο η Maggie, όσο και η Jessie, είναι σπουδαία ταλέντα που μόλις έχουν κάνει μια πολύ δυναμική είσοδο και πιστεύω ότι έχουμε να περιμένουμε σπουδαία πράγματα στο μέλλον.

Όταν νιώθεις ότι κάποιος έχει δημιουργήσει κάτι τόσο προσωπικό και πρωτότυπο όσο αυτό που έκανε η Maggie, η ενέργεια μεταδίδεται αυτόματα. Οι άνθρωποι θέλουν να γίνουν μέρος αυτού και υπάρχει ένα πάθος που σε παρασύρει.


Για τις επιρροές του γύρω από τον ρόλο του Τέρατος:

Πάντα μου άρεσε η πρόκληση του να αποτύχω παταγωδώς. Υπάρχουν τόσες πολλές εκδοχές του τέρατος του Frankenstein και στο μυαλό μου όλες ωχριούν μπροστά στον Boris Karloff. Ήθελα λοιπόν να κάνω κάτι σαν φόρο τιμής, αλλά ταυτόχρονα να φέρω μέσα και την αρχική προσέγγιση της Mary Shelley.

Πολλές φορές οι επιλογές που κάνουμε είναι παρορμητικές και εξαρτώνται από τη διάθεση της στιγμής. Αλλά αυτή η ιστορία έμεινε μαζί μου γιατί είχε κάτι πραγματικά μοναδικό και μια punk ενέργεια. Και πάνω απ’ όλα, ήθελα πολύ να δω αυτή την ταινία να γίνεται πραγματικότητα.

Για τον χαρακτήρα του Frank:

Μελέτησα πολλές διαφορετικές εκδοχές του τέρατος. Υπάρχουν πάρα πολλές, κάποιες μάλιστα αρκετά κωμικές. Μου άρεσε όμως πολύ να εξερευνήσω την ιδέα του Ιταλού επιστήμονα Galvani, ο οποίος το 1780 ανακάλυψε ότι ένας ηλεκτρικός σπινθήρας μπορούσε να κινήσει μέλη νεκρών ζώων.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι ίσως η Mary Shelley να είχε ακούσει γι’ αυτό. Στη δική μου εκδοχή, αυτό συνέβη πραγματικά και εκείνη απλώς έγραψε μια ιστορία βασισμένη σε φήμες για ένα πραγματικό τέρας, μόνο που την απέδωσε με τον δικό της τρόπο. Μου άρεσε επίσης το να κρατήσω κάποια στοιχεία από την εμφάνιση του Karloff, αλλά χωρίς το χαρακτηριστικό επίπεδο κεφάλι του.

Συνδυάζοντας όλα αυτά δημιουργήσαμε τον Frank, μια πολύ πιο ανθρώπινη εκδοχή του τέρατος, που ζει ήδη πάνω από έναν αιώνα και ξαφνικά βρίσκεται στον πολιτισμό της δεκαετίας του ’30.


Στα πρώτα του χρόνια έκανε τρομερά πράγματα, κυρίως από άγνοια. Τον εγκατέλειψε ο «πατέρας» του [ο αυθεντικός Frankenstein], κανείς δεν τον δίδαξε τίποτα και είχε τεράστια δύναμη χωρίς καθοδήγηση. Όταν τον συναντάμε τώρα, έχει περάσει χρόνια μόνος του, μαθαίνοντας να μιλά και να κατανοεί τον κόσμο.

Τον φαντάζομαι να έχει περάσει χρόνια στο δάσος, βασανισμένος από ενοχές και τύψεις. Όταν εμφανίζεται στο Σικάγο, το μόνο που ζητά είναι μία σύντροφο, γιατί δεν αντέχει άλλο τη μοναξιά. Και νομίζω ότι σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες αυτής της ταινίας νιώθουν έτσι.

Θα του αρκούσε κάποιος να καθίσει δίπλα του σε έναν κορμό δέντρου, να μοιραστούν ένα κομμάτι ψωμί και λίγη σιωπή. Αντί γι’ αυτό όμως συναντά μια εκρηκτική γυναίκα, σχεδόν σαν πυροτέχνημα, που πιστεύει ότι έχει αποστολή από τον Θεό και τότε συνειδητοποιεί κάτι σημαντικό. Πίστευε ότι ζούσε, αλλά στην πραγματικότητα απλώς… ανέπνεε. Από εκεί ξεκινά η τρελή τους περιπέτεια.


Για την προσέγγιση του ρόλου:

Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: «Τόσοι άνθρωποι το έχουν κάνει ήδη, γιατί να το κάνουμε ξανά; Πρέπει να υπάρχει κάτι καινούργιο». Και ένιωσα ότι εδώ υπήρχε. Ακόμη και πρακτικά ζητήματα, όπως το ύψος του χαρακτήρα, είναι στοιχεία που έχουν σημασία. Δεν είμαι ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, αλλά χρειαζόταν να δημιουργηθεί η αίσθηση της παρουσίας μου.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ένταση όταν μπαίνει σε ένα δωμάτιο ένας άνθρωπος που ξέρεις ότι θα μπορούσε να κάνει τεράστια ζημιά αλλά επιλέγει να μην το κάνει. Αυτό είναι η ουσία του Τέρατος του Frankenstein.

Ταυτόχρονα όμως αυτή η ιστορία είναι πολύ πιο συναισθηματική και ψυχολογική από ό,τι έχουμε συνηθίσει. Είδα αρκετές παλιότερες ερμηνείες, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησα και είπα: «Τώρα πρέπει να φτιάξω τη δική μου εκδοχή».


Για τη σχέση του Frank με τη Νύφη:

Ο Frank έχει μια πολύ παλιά, ρομαντική ιδέα για την αγάπη. Του αρέσουν οι παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, με κυρίους και κυρίες που χορεύουν με καπέλα και κοστούμια. Για εκείνον αυτό είναι το απόλυτο ιδανικό.

Και ξαφνικά γνωρίζει τη Νύφη και συνειδητοποιεί ότι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι εκρηκτική, γεμάτη ζωή, απρόβλεπτη και του αρέσει να την παρακολουθεί, γιατί είναι πολύ πιο συναρπαστική από οτιδήποτε είχε ποτέ φανταστεί.

Ταυτόχρονα βλέπουμε ότι, παρά τα εγκλήματα του παρελθόντος του, είναι σε πολλά πράγματα αφελής και αθώος. Εκείνη είναι γεμάτη ενέργεια και δυναμισμό, ενώ εκείνος έχει συνηθίσει να ζει συγκρατημένα, προσπαθώντας να μην ενοχλεί κανέναν. Όμως του αρέσει να τη βλέπει να ζει χωρίς φόβο.

Για τα ζευγάρια που δεν «παίζουν» με τους κανόνες:

Οπτικά, ένα από τα ζευγάρια που είχα στο μυαλό μου ήταν ο Sid Vicious και η Nancy Spungen, ειδικά η εικόνα του Sid όταν τραγουδά το My Way με εκείνο το λευκό σακάκι. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι, αντί για Bonnie και Clyde, είναι περισσότερο… Bonnie. Αντί για Sid και Nancy, είναι Nancy. Εκείνη είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας.

Η αγάπη που βρίσκουν μεταξύ τους είναι εύθραυστη, γιατί ο Frank χτίζει μια ψεύτικη εικόνα του εαυτού του. Δεν πιστεύει ότι η αληθινή του ιστορία θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάποιον να τον αγαπήσει.

Για το αν η αγάπη αλλάζει τα πάντα:

Η Νύφη φέρνει στον Frank περισσότερη αυτοπεποίθηση, εκείνος όμως φοβάται ότι αν αφεθεί ελεύθερος, θα πληγώσει ανθρώπους, γι’ αυτό ζούσε πάντα συγκρατημένα. Εκείνη όμως του δείχνει ότι μπορεί να ζήσει έντονα χωρίς να καταστρέφει τους άλλους. Κάνουν μεν τα λάθη τους, αλλά για εκείνον είναι μια αποκάλυψη μετά από τόσα χρόνια σιωπής.

Την αγαπά για αυτό. Εκείνη επίσης τον αγαπά, μέχρι που ανακαλύπτει ότι η αγάπη τους βασίζεται σε ένα ψέμα και τότε όλα καταρρέουν. Στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία εγκαταλελειμμένων ανθρώπων, περιθωριακών που προσπαθούν να βρουν νόημα στη ζωή τους. Και τελικά αυτή η αναζήτηση οδηγεί σε κάτι που μοιάζει με επανάσταση.

Για την Jessie Buckley ως Νύφη:

Την είχα δει μόνο στο The Lost Daughter. Η Maggie μου είχε πει ότι πρόκειται για ένα ταλέντο μιας ολόκληρης γενιάς, αλλά συνήθως προτιμώ να μη βλέπω πολλή δουλειά ενός ηθοποιού πριν συνεργαστούμε και πραγματικά ήταν καταπληκτική. Μαζί με την Sandy Powell στα κοστούμια και τη Nadia Stacey στο μακιγιάζ δημιούργησαν μια εντυπωσιακή εικόνα.


Από την πρώτη σκηνή που κάναμε μαζί σκέφτηκα: «Αυτή είναι η Νύφη» και αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι παίζει με σπασμένα φρένα. Είναι τολμηρή, απρόβλεπτη, δεν φοβάται να ρισκάρει και αυτό είναι που θέλεις από έναν ηθοποιό. Να υπάρχει ένας κίνδυνος, μια αίσθηση ότι μπορεί να εκτροχιαστεί. Εκεί βρίσκεται η μαγεία.

Για τη Maggie Gyllenhaal στην καρέκλα του σκηνοθέτη:

Δεν μου αρέσει να συγκρίνω ανθρώπους, γιατί ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο. Αλλά είμαι σίγουρος ότι το γεγονός πως είναι ηθοποιός επηρεάζει πολύ τον τρόπο που σκηνοθετεί. Ξέρει ακριβώς πώς να μιλήσει σε έναν ηθοποιό. Συχνά ερχόταν και σου ψιθύριζε κάτι μικρό, χωρίς να σε κάνει να νιώθεις ότι σε παρακολουθούν όλοι.

Έχει μια από τις πιο ήρεμες φωνές που έχω ακούσει ποτέ, αλλά είναι πολύ δυναμική προσωπικότητα. Ξέρει τι θέλει και πώς να το πετύχει. Και παρότι μια ταινία τέτοιου μεγέθους έχει τεράστια πίεση, ποτέ δεν ένιωσα αυτή την πίεση να έρχεται από εκείνη.

Για τη γνώμη του γύρω από την ταινία:

Είναι μια ταινία σαν τρενάκι λούνα παρκ. Μιλά για το ποιοι είμαστε, για την ανάγκη να φωνάξουμε προς τον ουρανό, για το πώς είναι να είσαι διαφορετικός και να προσπαθείς να καταλάβεις τον εαυτό σου.Έχει ρυθμό, ένταση και χαρακτήρες που σε μαγνητίζουν. Είναι γυρισμένη σε μεγάλη κλίμακα και ταυτόχρονα είναι προσωπική και επική, τερατώδης και ανθρώπινη μαζί.

Πραγματικά πιστεύω ότι αν κάποιος δεν τη δει σε κινηματογράφο, κάτι θα χαθεί. Ο ήχος, η εμπειρία της αίθουσας, τα φώτα που σβήνουν και η αίσθηση ότι ξεκινά ένα ταξίδι. Αυτό δεν μπορεί να αναπαραχθεί στο σαλόνι σου.

©2016-2026 Ratpack.gr - All rights reserved