ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ | ΑΠΕ-ΜΠΕ Ο Εμμανουήλ Κριαράς δεν είδε ποτέ την ελληνική γλώσσα ως «δουλειά»

Πώς η κληρονομιά ενός φιλόλογου και γλωσσολόγου εξισώνει την Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας με την ανθρώπινη εξέλιξη.

Ο Παύλος Παπαφράγκος υπήρξε αρχισυντάκτης μου στο Esquire και το Playboy για περίπου 4,5 χρόνια. Ήταν μία εποχή που δούλευα με εξαιρετικούς συναδέλφους που έγιναν φίλοι ή ήταν φίλοι πολύ νωρίτερα όπως ο Αντώνης Τζαβάρας. Όλοι, ήταν περιοδικατζήδες. Όλοι, έδιναν σημασία στα γραπτά τους. Όλοι, είχαν τον απαραίτητο χρόνο -μιας και τα τεύχη ήταν μηνιαία- να ψάξουν τόσο καλά τα κείμενα τους και τις λέξεις τους, που συχνά-πυκνά ρωτούσαμε την διορθώτρια μας την Μαρία αν ευσταθεί η τάδε ελληνική λέξη, η ορολογία κ.ο.κ. Δίναμε τόση αξία τις λέξεις, που κάθε φορά που διαφωνούσαμε ή ξενερώναμε με γλωσσικά του τύπου «το βρόμικο γράφεται πλέον με όμικρον και όχι με ωμέγα», ο Παύλος ακουγόταν από το γραφείο του να φωνάζει «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Κριαρά!».

Δεν έχω μελετήσει ποτέ στη ζωή μου το συγγραφικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά. Όπως αστειεύτηκε ένας συνάδελφος πριν από λίγα χρόνια «αν έμπαινες στη διαδικασία να το κάνεις, είτε θα ήθελες να τιμωρήσεις τον εαυτό σου είτε θα πήγαινες για διδακτορικό στη γλωσσολογία». Όταν όμως διάβασα πως η σημερινή ημέρα είναι Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου ήρθε στο μυαλό. Ξέρω βασικά πράγματα για το έργο του και κυρίως από φιλόλογους που εργάζονται μέχρι σήμερα ως διορθωτές. Πως δίδαξε μεσαιωνική ιστορία. Πως το μόνο που κατάφερε η χούντα όταν τον απέλυσε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τα δημοκρατικά του φρονήματα, ήταν να συντάξει το «Λεξικό της Μεσαιωνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669». Πώς στήριξε την δημοτική και το μονοτονικό σύστημα γραφής από τότε που ήταν ακόμη από την εποχή που ήταν φοιτητής και ήταν εκείνος που εμπιστεύτηκε το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου ώστε να μεταγράψει τους σημαντικότερους δικαστικούς κώδικες, από την καθαρεύουσα στη δημοτική. Υπάρχει όμως και ένα ακόμη έργο πολύ μεγαλύτερο.

 

 

Ο Κριαράς πέθανε σε ηλικία 107 ετών από καρδιακή προσβολή. Ήταν ένας άνθρωπος που παρότι ταξίδεψε, γνώρισε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που είδε αυτός ο τόπος. Ο Κριαράς έζησε όλους τους πολέμους. Τους Βαλκανικούς και τον Α’ Παγκόσμιο, τον Β’ Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο. Είδε τα Ιουλιανά και την χούντα, είδε την Μεταπολίτευση, είδε την πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, είδε την Ελλάδα στην ΕΟΚ, στο ευρώ και στην Κρίση. Μέσα σε όλα αυτά, τον ενδιέφερε ένα μόνο πράγμα. Η αξία και η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Δεν ήταν απλά ένας άνθρωπος που αγάπησε τις λέξεις, αλλά και όσους κατάφερναν να αντιληφθούν πως η γλώσσα μας είναι κάτι ζωντανό. Εξελίσσεται όπως εμείς. Για την ακρίβεια, ακόμη και αν εμείς επιλέγουμε να μην εξελιχθούμε μέσα από γεγονότα και καταστάσεις, η γλώσσα πάντα βρίσκει τον δρόμο της μέσα από βιβλία και κείμενα, μέσα από τα στόματα των νεότερων γενεών, μέσα από εκείνους που την τιμούν και εκείνους που την δολοφονούν καθημερινά. Είναι πάντα εκεί για να μας θυμίζει ποιοι είμαστε.

 

 

Η απώλεια του Κριαρά το 2014, είναι ένας μικρός θάνατος από την ψυχή της κοινής ελληνικής γλώσσας. Του αξίζει ξεκάθαρα μία θέση σε άλλα μεγαθήρια όπως ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και ο Ιωάννης Κακριδής, γιατί δεν ερεύνησε και εξύψωσε την ελληνική γλώσσα, αλλά φρόντισε και να την αναθρέψει, να της δώσει το χώρο της να «μεγαλώσει», να επεκταθεί ανά τις γενιές και καλωσόρισε την οποιαδήποτε αλλαγή ως φυσική εξέλιξη. Ο Κριαράς ήταν σημαντικός γιατί αντιλαμβανόταν την σημασία της γλώσσας. Για την ακρίβεια, δεν είμαι καν σίγουρος αν ήθελε να μιλάει ο κόσμος τα ελληνικά που διάβαζε στα βιβλία. Ήθελε όμως σίγουρα να γνωρίζει, πως ο κόσμος αυτός ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της, που δεν περιοριζόταν σε γραμματικούς κανόνες και λεξικά. Κόσμος και γλώσσα ήταν έννοιες αλληλένδετες και η διατήρηση των αξιών και των δύο, ήταν αυτό για το οποίο πάλεψε για όλη του τη ζωή. Άλλωστε όπως είχε πει και ο ίδιος «Στη ζωή μου έκανα αυτό που θεωρούσα καθήκον μου».

 

 

Σε μία χώρα λοιπόν του 2021, με ανθρώπους που μιλούν ελληνικά και ανθρώπους που νομίζουν ότι μιλούν ελληνικά, με ανθρώπους που κοιτούν την γλώσσα ως πολιτιστική διαχρονική κληρονομιά και με ανθρώπους που επικαλούνται αρχαίες ρήσεις για να εντυπωσιάσουν, σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μέρα, αυτή την Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας, ας θυμηθούμε αυτόν τον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, που έκανε απλά την δουλειά του, αλλά που συνάμα δεν είδε ποτέ όλο αυτό το έργο και την προσφορά σαν δουλειά. Το είδε, σαν ένα ιερό καθήκον. 

Έναν καθηγητή πανεπιστημίου που αγάπησε τόσο πολύ τις λέξεις που αντιλαμβανόταν πως μέσα από αυτές αγαπούσε και τον ίδιο τον άνθρωπο. Και είναι αυτές οι λέξεις, οι δικές μας λέξεις, οι λέξεις του Κριαρά, του Τριανταφυλλίδη, του Κακριδή, οι δικές μου και οι δικές σου, που ό,τι και αν κάνουν κάποιοι, όσο και αν προσπαθήσουν, δεν θα καταφέρουν ποτέ να εξαφανίσουν τα συναισθήματα που νιώθουμε με κάθε ανάγνωσμα.

Αυτή την ανιδιοτελή αγάπη απέναντι στη γλώσσα, που έμαθε να τσακίζει κόκαλα επειδή κάποιοι άνθρωποι φρόντισαν να της δώσουν υπόσταση και αγάπη.

 



69 SHARES