Φλαμανδικό σφάλμα: Το ταξίδι σαν αφορμή για την ανακάλυψη μίας βασικής έλλειψης

Ο Ευρωπαϊκός Βορράς ως τόπος υπερβολικά επίπεδος για έναν Βαλκάνιο.

H ανία είναι κατά κάποιο τρόπο το υψηλότερο από τα ανθρώπινα συναισθήματα […] το πρώτο σημάδι μεγαλείου και ευγενείας που μπορεί να φέρει η ανθρωπότητα. Γι’ αυτό άλλωστε η ανία είναι σχεδόν άγνωστη στους ασήμαντους ανθρώπους και ίσως δεν συναντάται ποτέ στα ζώα*

Γινόταν όλο και πιο δύσκολο όσο περνούσε ο χρόνος.

Είχαμε καιρό να ξεπορτίσουμε για κάποιο ηλεκτρικά ατάσθαλο live στην Ευρώπη κι αυτό λόγω της πολύπτυχης πανδημίας. Αν το γράψιμο μας ανάδευε αιωνίως τους δαιμόνους που είχαμε παγιδευμένους στο κορμί τότε η μουσική ή μάλλον πιο σωστά ο ήχος, τους κάλμαρε, τους νάρκωνε και τους εξιδανίκευε σε αστερισμούς που μετουσιώνονταν τελικά  σε πολύ προσεγμένα προσωπικά μουσεία αναμνήσεων.

Το σχοινοτενές email είχε ήδη καταφθάσει στον υπολογιστή από τον Μάρτιο του 2021. Η διοργάνωση ήταν στο Βέλγιο και μας καλούσαν να παρουσιάσουμε ένα από τα δύο βασικά μας ηχητικά συμπλέγματα (δεν ξέρω καν αν αυτή η λέξη αρμόζει στην συγκεχυμένη περίπτωση μας) ή τελικά να μοιραστούμε επί Βελγικής σκηνής τους ηχητικούς ρόλους τους οποίους ασπαζόμασταν τώρα και μία δεκαετία επί Αττικού εδάφους.

Δεν ξέρω πως μας είχαν ανακαλύψει, σίγουρα όμως είχαν σκάψει αρκετά βαθιά για να βρουν τα ηχητικά μας περιττώματα μέσα σε τούτη την κατά τα άλλα υπέρογκη ιντερνετική χωματερή που κυριαρχεί στις οθόνες μας.  

 

 
 

Κάποιος παλαιός σύνδεσμος μας από την Λειψία ίσως και να μας είχε προδώσει σε αυτούς τους φιλόδοξους Φλαμανδούς.

Χρειαζόμασταν όμως έναν συνεργό για το ηχητικό έγκλημα που επρόκειτο να παρουσιάσουμε στην Αμβέρσα όπου θα γινόταν το εν λόγω φεστιβάλ πειραματικής μουσικής. Έτσι επιλέξαμε έναν κοντινό μας ηχητικό εξορκιστή τον οποίο εμπιστευόμασταν και γνωρίζαμε πως θα μας πλαισίωνε κατάλληλα για το συγκεκριμένο μουσικό αμάρτημα που επρόκειτο να διαπράξουμε επί Βελγικού εδάφους.

Στην αρχή δεν πιστεύαμε πως θα γίνει αλλά τελικά έγινε.

Βρεθήκαμε μέσα στο ταξί ξημερώματα να σκίζουμε τους άδειους, πορτοκαλί δρόμους προς το αεροδρόμιο. Καπνίσαμε τα γρήγορα τσιγάρα μας έξω από τις αναχωρήσεις και πήραμε τον γνωστό δρόμο προς τον έλεγχο.

Είμασταν έτοιμοι, εναγκαλισμένοι τα προσωπικά μας ψιμύθια. Προβαρισμένοι και κουρδισμένοι. Όλος ο ξέφρενος εξοπλισμός μέσα στα σακ βουαγιάζ μαζί με την υβρεολογικη ψυχολογία μας που δεν ήταν και η πιο ευχάριστη. Η πανδημία είχε κάνει καλά τη δουλειά της.

 

 
 

Με λίγα λόγια όλα ήταν αρκετά σωστά. Πως αλλιώς μπορεί να πλησιάσει ένας Βαλκάνιος τον αφιλόξενο Βορρά αν όχι υποχθόνια εκνευρισμένος με την έλλειψη συναισθημάτων και χρώματος;

Το πρωινό στο αεροπλάνο ήταν επίσης σωστό (δηλαδή δεν τρωγόταν) και το ταξίδι απίστευτα ανηφορικό μιας και διαρκώς περιμέναμε ανά πάσα στιγμή να κοπεί ξαφνικά το αεροσκάφος στη μέση.

Στις Βρυξέλλες έκανε εκείνο το γνωστό Ευρωπαϊκό κρύο που σου ροκανίζει τους αστραγάλους και σου στουμπώνει τα ιγμόρεια. Φυσικά έβρεχε ασταμάτητα, οπότε έπρεπε αυτομάτως να συνηθίσουμε τα ενδυματολογικά μας σφάλματα.

Η αποβάθρα 1 ήταν στενή κι έμοιαζε με σαρκοφάγο αλλά δεν μύριζε διόλου κάτουρο, ο σταθμάρχης ήταν καλοσιδερωμένος κι εξυπηρετικός σαν τραπεζίτης, γεγονός που μας έπιασε απροετοίμαστους.

Σαράντα λεπτά αργότερα πατήσαμε στην γκρίζα Αμβέρσα κι αμέσως σκεφτήκαμε πως εκείνος ο γνωστός τίτλος με τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι ταίριαζε απόλυτα με αυτό που αντικρύσαμε.

 

 

Η πόλη έμοιαζε με ψεύτικο σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας.

«Σαν στούντιο παραγωγής είναι» είπε ο "εξορκιστής'' κι είχε απόλυτο δίκιο. Δεν υπήρχε δείγμα από αγχέμαχο σκουπίδι στο οδόστρωμα, οι γραμμές των διαβάσεων ήταν φρεσκοβαμμένες, τα λιγοστά ηλεκτρικά αυτοκίνητα σταματούσαν για να περάσεις και δεν άκουγες την παραμικρή φασαρία πουθενά.

Φτάσαμε στο gig space κι εκεί συνειδητοποιήσαμε κάτι σημαντικό μετά από στενή παρατήρηση των βλεμμάτων.

Θα περνούσαμε ένα υπερβολικά ομαλό Σαββατοκύριακο ανάμεσα σε ένα αχαμνό τσούρμο από κοινωνικά ισορροπημένους Φλαμανδούς.

Το ξενοδοχείο ήταν τόσο καθαρό που τα μάτια μας δεν χόρταιναν να το κοιτάνε, το μπάνιο έμοιαζε σαν στενή σεκάνς από κάποια ονείρωξη της Κλεοπάτρας. Η ρεσεψιονίστ απέραντα ευγενική και χαμογελαστή. Όλοι έμοιαζαν να έχουν για μητρική τους γλώσσα τα Αγγλικά.

Όταν όμως που και που κάποιος ολλανδικός βήχας έκανε την εμφάνιση του στα στόματα και στους λαιμούς, τότε αυθωρεί τρομάζαμε και πεταγόμασταν από τις καθόλα αναπαυτικές θέσεις μας. Το παραπέτασμα όμως έπεφτε ξανά πολύ γρήγορα. Ακόμη δεν είμασταν σε θέση να αντιμετωπίσουμε σώμα με σώμα την βασική μας έλλειψη.

 

 

Είμασταν εξαγνισμένοι μέσα στην προσωρινή Βόρεια ευδαιμονία μας.

Το δειλόψυχο ψυγείο στο backstage είχε στα εντόσθια του μόνο βιολογική μπίρα και βιολογικό κρασί, η κουζίνα σέρβιρε μόνο vegan εδέσματα. Πληρωθήκαμε μπροστά όλο το ποσό χωρίς πολλά πολλά. Λίγο πριν βγούμε στη σκηνή αναζητήσαμε κάτι πιο σκληρό, ίσως μία ιδέα από βότκα. Δεν υπήρχε ούτε δείγμα πουθενά. Μετά από σχεδόν 20 μπίρες βγήκαμε στη σκηνή. Όλα κύλησαν τόσο ομαλά που αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν είχαμε κάνει κάποιο τρομερό λάθος.

Όσο περνούσε η ώρα όμως είδαμε την αχνή κουρτίνα που κάλυπτε τα πρόσωπα να πέφτει. Η ώρα είχε φτάσει σχεδόν τρεις το πρωί κι έμοιαζε πως το κέφι δεν θα κορυφωνόταν ποτέ. Όλα ήταν υπερβολικά οργανωμένα, σωστά, ψυχρά κι υπολογισμένα. Στα χαρτιά είμασταν ευχαριστημένοι και δεν είχαμε κανένα λόγο να παραπονεθούμε για τίποτα.

Κι όμως κάτι έλειπε, κάτι που ακόμη αναζητούμε να το ονομάσουμε και να το αρχειοθετήσουμε. Η παράταιρη τριήμερη βροχή δεν ξέπλενε την ανία μας όσο κι αν είχαμε γίνει μουσκίδι από τις λοξές μας βόλτες μέσα στην Αμβέρσα, όσα Βελγικά frittos και να κατάπιαμε αμάσητα ανάμεσα από μεθυσμένους Φλαμανδούς.

Την εξειδικευμένη ευρωπαϊκή ανία μας την περικύκλωνε τώρα μόνο παγωμένο νερό. Κάποτε ίσως να ζεσταινόταν λίγο ακόμη από άγνωστα σώματα μελλοντικών αυτόχειρων εντός κάποιου πεντακάθαρου λουτρού.

Γυρίσαμε εξαντλημένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και περιμέναμε με ανοιχτά μάτια να περάσουν οι ώρες για να γυρίσουμε πίσω στην αίθουσα ελέγχου του αεροδρομίου.

*G. Leopardi, Στοχασμοί



55 SHARES