Η ιερή πόλη και οι 24ωροι γωνιακοί Σταυροφόροι

Απάγκια παντός καιρού και μάρτυρες υπόγειοι.

Μα τι μου είναι εγγύτερο από τον εαυτό μου; ερώτησε καλότατα ο Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος όταν τα καθημαγμένα άστη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δυο στεγνές πέτρες πάνω σ’ ένα πένητα λοφίσκο.

Από την προαναφερθείσα ερώτηση μπορεί κανείς να εξορύξει πολλές παρεμβάσεις κι ανοίκειες γνώμες που είναι σ’ εχέγγυα θέση ν’ αντισταθούν. Ως γνωστόν δεν είναι κάτι το πρωτοφανές κάποιος να αισθάνεται ξένος μέσα στην ίδια του την πόλη, μιας κι εξ αρχής νιώθει ξένος μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.

Σίγουρα στην αρχή δεν είναι κανείς βέβαιος ποια γνώμη πρέπει ν’ ασπαστεί διότι έχει στο κρυψίβουλο πλευρό του τόσα και τόσα που τον αποκόπτουν δυσοίωνα απ’ την ιερή αντικειμενικότητα του.

super3

Ορίστε λοιπόν οι πανταχού παρούσες υάλινες επιφάνειες που προβάλουν ακατάπαυστα μιμήσεις του βίου που θα επιθυμούσε πάραυτα να ζήσει, έστω και για τόσο λίγο όσο ένα εικοσάλεπτο, έστω και μέσα σε μία ξώφαλτση δυστοκία ή μία υποσυνείδητα υφέρπουσα ουτοπία τεχνηέντως εγγύτερη απ’ τη δική του.

Όταν όμως ραπίσει τη θύρα του εκείνη η ώρα της ανάγκης και των διεστώτων μα καλοζωισμένων ενστίκτων – και συνήθως χτυπάει ώρες νυχτερινές και λίαν ακατάλληλες – τούτος που θα ‘ναι πιο κοντά στη καρδιά του δεν θα ‘ναι βέβαια ο ίδιος του ο εαυτός. Θα είναι ο άνθρωπος (εκείνος ο νυχτερινός ιδαλγός και μάρτυρ των περιρρέοντων αναγκών μας) που θα κλωσάει ημιθανής με την σαν τελικό σίγμα σπονδυλική του στήλη επί ενός εξοβελισμένου πάγκου κόντρα πλακέ. Πίσω απ’ το τερματικό μηχανάκι ενός ταμείου, ίσως κάτω του διαμερίσματος του, ίσως στην απέναντι φωτιζόμενη γωνία ή ελαχίστως πιο κάτω ή πιο πάνω επί της μελανής παραποταμιάς της λεωφόρου.

Η τροφός και η πόλη: Η πείνα και οι παράξενες ωθήσεις της για περιπλάνηση

 

Αυτοί οι πρωτεϊκοί μα καρτερικοί οσιομάρτυρες είναι εκ των έσω λαμπροί. Εκ του φωσφορίζοντος κύματος που αναδεύεται επί της οροφής, μεταμεσονύχτιοι καβαλάρηδες. Βαστούν μάγουλα ωχρά επί οιωνοσκόπων ξεθωριασμένων επάλξεων, έτοιμοι να σε ρίψουν στην προϊοντική παλαίστρα τους για να αισθανθείς κι εσύ ελάχιστα σημαντικός, μηδαμινώς εγγύτερα στον εαυτό σου, την ύστατη και πανίερη ώρα της ανάγκης σου.

super4

Οι υποβολιμαίοι μάρτυρες ετούτοι είναι τέκνα που μοχθούν ώρες παρελκυστικές. Όλες τις παραδοσιακές εορτές και τις αδραγμένες σχόλες. Όλους τους θανάσιμους καιρούς και σ’ όλες τις πεπτωκυίες διαθέσεις. Δεν έχει σημασία αν οι μέρες εμπεριέχουν μέσα τους τρωγλοδύτες ιούς κι άλλα ατυχή δεδομένα. Ετούτοι οι υπάλληλοι του ζόφου και του τρόμου κατέχουν τα πάντα έως εκεί όπου η δοξασμένη εκταγή της έκπαγλης μαρκίζας του 24ωρου ψιλικατζίδικου φτάνει, αποδιώχνοντας μακριά τους βρυκολάκους.  

Νικήτας Σινιόσογλου: Μία συζήτηση με τον συγγραφέα του ανεξερεύνητου άστεως

 

Κανείς οφθαλμός δεν φτάνει ως εκεί.

Τι είναι λοιπόν οι φειδωλοί και λιγομίλητοι φάροι μέσα στις υγρές πίσσες των ωκεανών μπροστά σε τούτα δω τα κάστρα ζεστασιάς; Εξαδέλφια εντός μιας αστεακής κι άπονης ερημιάς της νυκτός. Ίσως ν’ αποτελούν μειοψηφούσες ντουλάπες ή δυσπραγούντα οστεοφυλάκια πολυμερών μνημάτων. Να τελικά που τα τυλιγμένα αντικείμενα είναι τα ίδια που κι εσύ αναζητάς μέσα στο βράδυ σου τ’ ανέλπιστο, ανατριχιασμένος κι αενάως διχασμένος για το κατιτίς σου, για το προσωρινό πώμα που θα βάλει ένα κάποιο τέλος στις εκ βαθέων οιμωγές σου.

super5

Τα ελάσσονα βάλσαμα σου τ’ ανταλλάσσεις απαραιτήτως μόνο με τις ίδιες ποσότητες θανάτου.  

Κάτι εξέρχεται επί της δεξιάς πλευράς της κάτω γνάθου σου, ένα σχήμα κι εκεί, μόνο που δεν είναι ακριβώς σχήμα γνωστό για να τ’ ονοματίσεις, στόμα που δεν είναι ακριβώς στόμα μα πιο πολύ προσιδιάζει μ’ απόκληρο σοκάκι ή φυλακή υψίστης ασφαλείας.

Λανθάνων κανιβαλική η περπατησιά σου, οιωνός μιας ωοτοκίας που προσημαίνει διμορφία και ξεκινά προπαραλήγουσα απ’ το βουβώνα και με τη λήγουσα στα πλεμόνια.

Συμπλοκών Εγκώμιο: Η επείγουσα δέηση μιας χειροδικίας

 

Ο μάρτυρας ταμίας με το διασπαραγμένο βλέμμα που κάπου έχεις ξανακουτουλήσει παρελθοντικά τελεί σκοπέτο Γερμανικό απόψε. Ετούτη την απόξενη ώρα όπου οι γωνίες δεν είναι ακριβώς γωνίες κι ο πόνος δεν είναι ακριβώς πόνος, παρά ξεθαρρεύει ωσάν μιαν άπελπις ζάλη που σε πτύει ωσάν τσίχλα έξω στ’ αγιάζι με το παλτό στραβοχυμένο. Προς σαρκοβόρα ρύγχη του στενού κι απέναντι, εκεί όπου το χαμηλοτάβανο φωτοστέφανο της 24ωρης φάτνης σου αναγιγνώσκει μίαν εκτραχυμένη σωτηρία μέσα στην πίσσα.

super7

Υπάλληλοι ισχνοί ωσάν αναβαπτισμένοι ίσκιοι, κι άλλοι πιο μεταρσιωμένοι στο παρόν, ίδιες παρουσίες κληρικών, ασθμαίνουσες φρυκτωρίες κορφών εγκαταλειμμένων. Σύσσωμη  όμως ετούτη η φράξια ακτινογραφεί άπταιστα τις ανάγκες σου. Με το που εισέλθεις και το πλέον ηλεκτρονικό κουδουνάκι χλιμιντρίσει, μαντεύουν αυθωρεί τ’ ατροφικά ψιλά εκ του μεταλλικού εις τσέπην οδυρμού τους.

Οι μάρτυρες είναι παντογνώστες, χρησμοφόροι εν γένει: που ακριβώς θέτουν εκείνα τα καταραμένα φίλτρα για τον απορροφητήρα κι από τι μυστήριο τελεολογικό μάγμα είναι φτιαγμένη η νουτέλα σου, γιατί ο φθηνός οίνος είναι πατημένος μούστος μπουζί αποθαμένων, και πως γίνεται απαραιτήτως να τελειώνει η μάρκα των λευκών δαχτύλων σου την ώρα που σου σώζεται και το τελευταίο πακέτο.

Άδραξε το θόρυβο: Ο φυσικός διαλογισμός ενός αξημέρωτου κομπρεσέρ

 

Είναι μάντεις στην ουσία αυτοί εδώ οι δραγουμάνοι της διάθεσης. Θιασώτες μίας υπόρρητης σισύφειας επανάληψης. Εξαπολύουν χρησμούς καλή τη πίστει χαραγμένους πάνω σε νάιλον σαρκοφάγους, γυαλίζουν μνήματα τυλόμενα. Ξέρουν αν το ξημέρωμα θα ξυπνήσεις σαν άνθρωπος ή αν τ’ απομεσήμερο τελικά δαγκώσεις εκείνο τον πολυπόθητο μηρό τηγανιτής όρνιθας που τόσο άξαφνα λαχτάρισες στον ύπνο σου. Την είδες όνειρο να χορεύει μ’ ένα βελούδινο φόρεμα από αλεύρι και να σε κράζει ερωτικά μέσα απ’ την τσίκνα των βλεφάρων ενός βουλωμένου απορροφητήρα.

Δεν είναι ήρωες επακριβώς διότι περισσότερη συγχρώτιση έχουν με τον αλλότριο που αράζει μονίμως έξω απ’ το 24ωρο αδειάζοντας ζύθους. Ζουλημένος σε κάποιο κενό μεταξύ των πολυκατοικιών και του εσωτερικού προσωπικού του χάους. Αυτός εδώ δεν είναι ακόμη φιλόκαλο μπρούτζινο άγαλμα μιας κεντρικής οδού της πόλης.

super9

Κοίταξε τον λίγο, έλα πιο κοντά του, έχετε πολλά κοινά. Εσύ ωσάν ο νυκτόβιος θεοτρόπος που ζητάς το τυλιγμένο σου χρησμό κι εκείνος σαν ο εξάδελφος του Τειρεσία. Υπάλληλος του μαντείου που ‘ναι πάντα φωτισμένο, έτοιμο για να βουτήξεις μέσα στην Κασταλία πηγή του τις μελλοντικές πληγές σου.

Κι αυτός τρομοκρατείται απ’ το ίδιο του το διαμέρισμα και τα τελευταία 35 χρόνια σχεδιάζει να βγει λίγο απ’ την πόλη – ναι νιώθει σχεδόν έτοιμος! Έχετε πολλά κοινά μάλλον. Και οι δύο μισείτε μια φανταστική και παγωμένη Σουηδία και συροπανιάζετε τα παντελόνια σας νωχελικά σε μιαν ιδεόπλαστη, γλιστερή κι απόκοσμη Αθήνα.

 Πεζόδρομων παίγνια: Ο έγκλειστος ένοικος και τα απανωτά εξάρια

 

Ετούτη η πόλη εγκλείει εντός της τα πάντα, εμπεριέχει πιο πολύ τον εαυτό της απ’ ότι εσύ κι αυτός αισθάνεστε άνετα μέσα στο ίδιο σας το σώμα.

Ο σάκος με τα κόκαλα κάποτε τρυπάει μα τα μάρμαρα δεν σε προδίδουν ποτέ. Ετούτο το οδικό σύμπλεγμα είναι έτοιμο για τον οποιονδήποτε υδραργυρικό συναγερμό, για μία τυχόν ψυχοσωματική σας αυτομόληση, μία αυτοχειρία συνεργατική μα και για μια εξ αδιαιρέτου προδοσία, έναν εναγώνιο εναγκαλισμό, μία  αναταραγμένη ενατένιση - σβέλτη, ψηφιακή κι ανώδυνη – μία επί μακρόν βρυχώμενη πανδημία ή έστω μία αναπόφευκτη κι αναξιοπρεπής συντριβή.

Τα 24ωρα είναι φωτεινά σκάγια μέσα στο δέρμα της νύχτας.

Σημαδούρες κλέους στο γέννημα που φέρνει τη μέρα. Αν όλα στο άστυ είναι αναμιγνυόμενα όπως τα ψάρια με το άλας, τούτα τουλάχιστον τα ζεστά καταφύγια των δέκα λεπτών γνωρίζουν εν γένει κάτι που εσύ θα κάνεις χρόνια να το εκλάβεις εν ολοκληρία:

super8

Το άστυ ξέρει τον εαυτό του βαθύτερα απ’ ότι εσύ γνωρίζεις το πρόσωπο που κοιτάς μέσα στον καθρέπτη. Είσαι κι εσύ ένα κομμάτι του κι αυτό με τη σειρά του σου στέλνει εκείνους τους ιερούς μάρτυρες της για να σε περιθάλψουν την κρίσιμη σου ώρα.

Η ιερή πόλη κεντάει στις παρειές σου αυτά που εσύ θα μάθεις λίγο μετά την περασμένη της δόξα ή πριν την τελειωτική σου έξοδο.

To 24ωρο είναι το μέρος που μπορείς επιτέλους ν’ ανταλλάξεις μία ξώφαλτση έκλαμψη κι ελπίζεις πως θα πάρεις πίσω μία το ίδιο σημαντική κριτική της. Τα 24ωρα δεν είναι μόνο ελάσσονα, κακοφωτισμένα σούπερ μάρκετ, είναι ακρογωνιαία οστεοφυλάκια βιωμάτων και τάφοι παραμεθόριων δοξολογιών. Μέρη ακραίως κατηχητικά.

Εκείνοι που τα φυλάνε δεν είναι απλά μπαϊλντισμένοι ταμίες που κάνουν τη βάρδια τους – αν και φαινομενικά αυτή την εικόνα παρουσιάζουν. Είναι μισθοφόροι ζηλωτές του φωτός που ξαγρυπνάνε για να μην εγκαθιδρυθεί το σκότος για τα καλά μέσα στους οφθαλμούς σου.

Ego certe laboro hic et laboro in meipso: factus sum mihi terra difficultatis et sudoris nimii.

Και μαζί με τον οσιομάρτυρα υπάλληλο του 24ώρου, σχεδόν αγκαζέ κι έτοιμοι για μια ηδυπαθής μαζούρκα, πιάνετε το βαρύτιμο κοντράλτο. Εσύ κοτλέ μπουρνούζι και παλτό, εκείνος μια γκρίζα στολή που μυρίζει σάπια χαρτόκουτα. Μέλη μιας αναπληρωματικής και φωνητικά εξαθλιωμένης χορωδίας σιμά εις Άδου κάθοδο:

super2

Σίγουρα εγώ μοχθώ εδώ και μοχθώ μέσα στον εαυτό μου∙ έγινα για μένα γη δυσχέρειας και άμετρου ιδρώτα.*

Ξαφνικά όμως ένας άλλος νυχτερινός ναυαγός-θεοτρόπος ξυπνά το κουδουνάκι και σβολώνεστε αυτόχρημα ντροπιασμένοι κι οι δύο σ’ ένα χαντάκι ξέχειλο οβελισμένους κατακερματισμούς.

Ο υπάλληλος χτυπάει νευρικός το φίλτρο του απορροφητήρα, τη νουτέλα και τα λάθος τσιγάρα, δυο κονσέρβες ψάρια ωκεανού για τη γάτα και δύο τσίγκινους ζύθους. Αμίλητος και με την αγιαστούρα του σβηστή κόντρα στη λάμψη της οθόνης, σε καληνυχτίζει μ’ ένα κοφτό νεύμα που μπορεί και να ‘ταν τελικά μόνο ένας νευραλγικός σπασμός.

* Saint Augustine of Hippo, Confessiones, βιβλίο 10, κεφ.16.



26 SHARES