Πεζόδρομων παίγνια: Ο έγκλειστος ένοικος και τα απανωτά εξάρια

Ένας συντάκτης στέλνει νούμερο 6 και κάνει περίπατο στους πεζόδρομους των Εξαρχείων.

Κι εκεί που ‘χα στρογγυλοκαθίσει ωσάν μελεαγρίς εις στον έκλαμπρο μα βελούδινο ήλιο του Νοέμβρη, μπαϊλντισμένος από έναν ειμαρμένο προαυλισμό του Πάρκου, μετά που ‘χα αποστείλει το απαραίτητο, μα βάναυσα αποχαυνωτικό, μήνυμα εκ τηλεφωνικού μυδραλιοβόλου, πάντα με τον σωστό αριθμό 6 – ή το 9 που κάνει κατακόρυφο γιατί βαριέται μέσα στον ψηφιακό εγκλεισμό του κι αυτό - εξαίφνης μου κατηφορίζει μία στιγμιαία και περιτρέχουσα έμπνευση ίδια μόλυβδος περίλυπος μέσα στ’ αυτί:

 

pezo9

 

Όλοι σου οι συλλογισμοί είναι τόσο σθεναρά κοινότυποι, όλες σου οι πολύπτυχες ανάγκες επίσης, τόσο που σ’ εκπλήσσουν διαρκώς με την φαινομενικά φυσική τους ροϊκότητα, ρίχνοντας το κουφάρι σου σε μία πένθιμη ρουφήχτρα ενδοσκόπησης που στην ουσία την τρέμεις διότι τελικώς μεταμορφώνεται σ’ ένα χαλκεόφωνο ίλιγγο πανέτοιμο να σε κρεβατώσει και να σε ξαποστείλει στον φαρμακοποιό σου για θεραπεία με αιθανολαμίνες.

 Χαμένος στα προάστια: Η απρόοπτη χρησιμότητα του να μην θυμάσαι που πάρκαρες

 

Αυτή η ύποπτη εσωτερική κινούμενη αμμουδιά που με κατακλύζει δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σκοτεινιάζει ελαφρώς με τ’ ατάσθαλο και λεκιασμένο dimmer της τη μέρα και λίγο ή πολύ να με βωλοσέρνει σ’ ένα μπαρουτοκαπνισμένο ημιυπόγειο κατάδικο μου, θαρρώντας πως κιόλας βράδιασε, ενώ η πύρινη μπάλα του φωτός είναι ακόμη στο ζενίθ της.

Και κάπου εκεί ενδιαμέσως μπήχτηκε στο μεταπτωτικό σύμφυρμα που ‘χω για μυαλό ωσάν ατοπικό βέλος, εκείνο το όμορφο κομμάτι γραπτού λόγου του Philippe Jaccottet, απ’ το Τετράδιο της χλόης (άλλωστε εκεί στο χορτάρι είχα εναποθέσει κι εγώ κορμί και πνεύμα) που αναφέρει:

«Προσπαθώ έντονα να θυμηθώ, και καταρχάς πως ήταν βράδυ, μάλιστα αρκετά αργά, πολλή ώρα μετά τη δύση του ηλίου, την ώρα εκείνη που το φως παρατείνεται πέρα απ’ όσο ελπίζαμε, πριν το σκοτάδι νικήσει οριστικά, πράγμα που είναι οπωσδήποτε μία χάρη, γιατί μία παράταση μας έχει δοθεί, ένας χωρισμός θα καθυστερήσει, ένας βουβός σπαραγμός θ’ απαλύνει – όπως όταν, πάει πολύς καιρός από τότε, κάποιος πλησίαζε μια λάμπα στο προσκέφαλο σου για ν’ απομακρύνει τα φαντάσματα[…]».*

 

pezo10

 

Και μόλις ο νους μου σβολώθηκε σ’ αυτό το χαντάκι του τρομερού Γάλλου δεξιοτέχνη και πλάνη των εξοχών, ξάφνου ενθυμήθηκα τι ήταν τούτο που μου ταίριαξε πιο καλά στο ένας βουβός σπαραγμός θ’ απαλύνει.

Αυτό που πάντοτε μ’ έκανε ν’ απολαμβάνω τα κούτσαβλα σουλάτσα μου στους μισοκατεστραμμένους πεζόδρομους και στα λαδωμένα ρείθρα των Αθηνών, ήταν εκείνη η παραμεθόρια κι εξ απαλών ονύχων αιμοβόρα σχάση μου, η νοσηρή πεποίθηση πως ανακαλύπτω κόσμους (και τανάπαλιν ανακαλύπτομαι) μέσα σε νέα είδη βλάστησης, καινοφανή στοιχεία αρχιεκτονίας κι αστικής γλαστρικής-βοτανικής που ως τότε ήταν ασύγκλωστα σ’ όλη τη πλάση μου, όχι σαν μορφές αλλά σαν αισθήματα.

Πώς το μπαρ έγινε ο παράδεισος ενός αμετανόητου και μοναχικού εργασιομανή

pezo19

 

Ανεγέρθην εκ δροσερού μαρμάρου, με τις παράφορες σκνίπες να μ’ ακλουθούν ωσάν πιστοί κύνες ενός παρατεταμένου θέρους κι εγώ ένας ερπόμενος φυζακινός κατέφτασα λαχανιασμένος στο μακρόθυμο κυκλοφοριακό φανοστάτη της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Εισήλθα στον τούβλινο λαβύρινθο της Σπύρου Τρικούπη κι έπιασα πολύ σύντομα εκείνη την εύθικτη λωρίδα που οι πεζόδρομοι της περιοχής των Εξαρχείων σχηματίζουν.

 

Ποιος δεν έχει αντικρύσει την μελανή θύρα κρυμμένου αυλόγυρου και δεν έχει αισθανθεί ένα αίσθημα απώλειας για το άγνωστο που μπορεί να κρύβει από πίσω;

Βρίθει από τέτοιες θύρες η πόλη. Απλωμένες σαν σύνορα του πραγματικού στο πεζοδρομημένο δίκτυο των Αθηνών, και πάντα πλαισιωμένα με μία παράταιρη και σχεδόν ανέστια βλάστηση, στουμπωμένη όπως όπως σ’ ασχημόμορφες καφετί γλάστρες και τσίγκινα κουτιά λαδικών ή εδεσμάτων γάλακτος.

Τη βλάστηση αυτή την αποκαλώ ευθαρσώς εσωτερική διότι όταν βρίσκεται κανείς σε πεζόδρομο έχει δύο ντουβάρια ανάμεσα στο σώμα του αντί για τέσσερα. Οπότε το ίδιο και το αυτό πλην δύο τοίχους. Μικρό το κακό αδελφοί μου! Ο πεζόδρομος είναι ένα δημόσιο ηχείο κι έτσι μπορεί να γίνει και το στιγμιαίο σπίτι του κάθε περαστικού που το ασπάζεται, το χρησιμοποιεί και το διαπερνά.

Η τροφός και η πόλη: Η πείνα και οι παράξενες ωθήσεις της για περιπλάνηση

 

Οι μυστικές θύρες των αυλόγυρων και η εσωτερική βλάστηση τούτη, σαν παραστάσεις ηλεκτρονικών κουλοχέρηδων, πάραυτα μεταστρέφουν το φέρεσθαι των οφθαλμών μου προς το ένδον του κρανίου. Δεν υπάρχει φορά που να μην βγαίνω «νικητής» από τούτο το παράδοξο παίγνιο και το νόμισμα που πέφτει σωρηδόν απ’ το στόμα μου στο πλακόστρωτο είναι φτιαγμένο από καθαρή κατάπληξη, αν κι απόλυτα σιωπηλό. Αυτό το νόμισμα κανείς δεν το μαζεύει παρά μόνον εγώ ο ίδιος.

Δεν γνωρίζω αν ετούτη τη φορά έφταιξε η οργανωμένη εξαφάνιση των κατοίκων λόγω της ασθένειας που κουλουριάζεται σαν όχεντρα μέσα στις πέτρες και κάτω των οικιακών κιλιμιών, συλλαμβάνω όμως τον εαυτό μου να διανοίγει απολαυστικά μια ατέρμονη πορεία μέσα στα χιλιοσπασμένα κασπώ, στ’ αυτοσχέδια παρτέρια και στα μπαλκόνια των ισογείων που μοιάζουν θαρρείς με εισόδους εξωτικών κρησφύγετων άγριων φυλών. Εδώ τα συνταξιοδοτημένα μοτοποδήλατα τελούν χρέη φρούραρχων.

Ανεβαίνοντας τον Λυκαβηττό αισθάνθηκα σαν τον Δον Κιχώτη

 

Ανεμπόδιστα αφήνομαι να αιωρηθώ στον μεταφυσικό ηλεκτρισμό που μεταδίδουν οι μυστικοί αυλόγυροι τούτοι, σκοτεινοί εκ πρώτης όψεως μέσα στον αρτιγέννητο ζόφο του μεσημεριού, αλλά ξέχειλων με ζωή αναμεσίς των σκυροδεμικών εντέρων τους.

Κι είναι και τα σημάδια, οι υπογραφές που με καθοδηγούν διαρκώς, μία φυσική πυξίδα του άστεως, και γνωρίζω πως πηγαίνω καλά μόνο όταν τις θωρώ, χωρίς ποτέ να συμβουλεύομαι τις μπλε πινακίδες του Δήμου που αναγράφουν τις οδούς. Ψωμιά διπλωμένα μέσα σε νάιλον σακούλες αφημένες σε παράθυρα ερειπίων, γυναικεία παπούτσια καλοβαλμένα πάνω στα κατώφλια, διπλωμένα παντελόνια στα χείλη των κάδων.

Κι είναι και οι δοκοί στήριξης και τα κάγκελα που χτυπώ με τα κότσια ανεβοκατεβαίνοντας τις κλίμακες και που ηχούν ωσάν τις πένθιμες καμπάνες μιάς απόκεντρης εκκλησίας.

Γατοπατέρας: Ένα παρά τρίχα Ομηρικό έπος με κοφτερά νύχια και φονικές αλλεργίες

 

pezo12

 

Έχω βρει μέχρι και κόλλυβα και πρόσφορο με την μωβ κορδέλα τοποθετημένα όμορφα δίπλα από μια πεζούλα. Ιεροσυλία να τα πάρει κανείς αν δεν είναι λιμασμένος της πείνας.

Όλα τούτα λειτουργούν απάνω μου σαν την καρφίτσα που βάζει ο ξένος στρατιώτης στο γιακά του για να κρατά το ανάστημα ψηλά και να φαίνεται ακούραστος κι αγέρωχος στη γραμμή.

Αν εγώ τρέμω πως ένα πράγμα θα μου τρυπήσει λίγο το λαιμό, αυτό δεν είναι ο εγκλεισμός, ούτε και η λανθάνων πορεία μου μέσα στη μέρα. Αυτό που με κάνει να αισθάνομαι έναν ευχάριστο πόνο στην μεριά του θυρεοειδή αδένα μου είναι οι νέες «ανακαλύψεις» ενός ξένου, οι οποίες ποτέ δεν έρχονται στο φως χωρίς το σώμα να προσομοιάζει παραδοσιακό καμπούρη καντηλανάφτη μέσα σε υφασμάτινο ενδιαίτημα μόνιμου παγκίτη μπαλαδώρου.

Είναι τελικά ορθό να ασχολείσαι με πολλά πράγματα ταυτόχρονα;

 

Αν δεν σκύψω ελαχίστως, ψυχικά μα και σωματικά, κι αν δεν με πιάσει η μέση μου απ’ την ορθοστασία κι ο μηνίσκος απ’ τις ατελείωτες σκάλες του λόφου, δεν πρόκειται να ιδώ τι αποκρύπτει το χαράκι από κάτω του, κι όπου χαράκι εννοούμε την πόλη ετούτη. Αττική θεών νταμάρι, που τραγούδησε σοφά κάποτε ο κ. Δημήτρης. Αν δεν παρεκκλίνω ελαφρώς της πορείας μου δεν θα δροσιστώ απ’ τη σκιά της εσωτερικής μου βλάστησης, που μπορεί να μην είναι δομημένη άρτια αισθητικά ή αρχιτεκτονικά και που ίσως κάποτε να ‘ναι η αιτία μιας ανήλεης και μοιραίας τιμωρίας μου, ξέρω όμως πως μόνο τούτη δω η βλαστομανία μπορεί να με κάνει ν’ αποδιώξω προς στιγμήν την μασίφ ανία της ειρκτής του εαυτού και τους προπηλακισμούς μίας ζωώδους κι άχαρης εποχής.

Ο Jaccottet δεν καταλαβαίνει τίποτα, συνεχίζοντας μολαταύτα να εισβάλει σχεδόν ακάλεστος στις επάλξεις του τσερβέλου τούτου:

«[…] Αρχικά, νόμισα πως μπορούσα να εξηγήσω αυτή τη μαγεία ως μία απλή κατάπληξη: τα λουλούδια αυτού του λιβαδιού, πράγματι, τουλάχιστον ορισμένα από αυτά, μπορούσε να τα δει κανείς μόνο το πρωί […] Ήταν σαν οπτασίες που αναζωογονούν το βλέμμα».

Υποχόνδριος: Όλες οι αγαπημένες μου ασθένειες που ποτέ δεν τις είχα

 pezo4

Κρυμμένες αυλές, μηνύματα απανωτά με το κατακόρυφο εννιάρι σε στάση προσοχής, παράταιρη βλάστηση κι όλοι οι κάτοικοι απόντες (ή σχεδόν όλοι ή σχεδόν απόντες). Το σύνολο μιας αρειμάνιας οπτασίας που αναζωογονεί τους έγκλειστους οφθαλμούς μου. Ευχήθηκα για λίγο, περίμενα κιόλας ένα δυο λεπτά, κάποιος να με τσακώσει στην πόρτα του και να μ’ αρπάξει απ' τα συνθετικά μου πέτα για να μου ζητήσει το λόγο του λυτρωτικού οφθαλμόλουτρου μου στη θύρα του ομπρός, μα τελικά η Άτροπος με ήθελε απλά επισκέπτη σιωπηλό και περαστικό. Μπορεί να ‘ναι καλύτερα έτσι, σκέφτηκα. Είδαμε τι παθαίνει κανείς όταν πάει κόντρα στους θεούς.

Εξαντλημένος έκανα στροφή και γύρισα στην δική μου εσωτερική βλάστηση και στον δικό μου εσωτερικό πεζόδρομο. Είχε βραδιάσει και φοβήθηκα, όπως το νεαρό ζωντανό μακριά απ’ τη ζεστή ανάσα της μάνας του. Γύρισα πίσω στη μίνα μου σβέλτα και πλαγίως.

Ποιος θέλει άλλωστε να μπλέξει για μία τόσο ασήμαντη παρατήρηση;

*Philippe Jaccottet, Το τετράδιο της χλόης, μτφρ. Ι. Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, εκδ. Άγρα, σελ. 15, σελ. 78.

 



2 SHARES