Judas Priest: Η ιστορική metal μπάντα πίσω από το αριστουργηματικό Sin After Sin

Και γιατί ανυπομονούμε να τους δούμε live στο Release Athens 2022.

Oi Judas Priest είναι κάτι πολύ παραπάνω από μία απλή μπάντα. Είναι η ίδια η ιστορία του metal. Εμείς εδώ θα παρουσιάσουμε το αγαπημένο μας άλμπουμ από την κατά τα άλλα τεράστια δισκογραφία τους. Η επιλογή μας μπορεί να ξενίσει αρκετούς από τους φανατικούς τους θαυμαστές, εμείς όμως τρέφουμε ιδιαίτερη αγάπη για το συγκεκριμένο πόνημα.

Οι Judas Priest δημιουργήθηκαν στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας το 1969 από τον κιθαρίστα Kenneth «K. K.» Downing Jr., τον μπασίστα Ian Frank Hill, τον ντράμερ John Ellis και τον τραγουδιστή Allan John Atkins. Το όνομα τους το πήραν από το προηγούμενο συγκρότημα του Atkins, θεωρώντας ότι ήταν το καταλληλότερο για το νέο συγκρότημα.

 

 
 

Μέσα στο 1971 έδωσαν μεγάλο αριθμό συναυλιών και αντικατέστησαν τον Ellis με τον Alan «Skip» Moore και στο τέλος της χρονιάς με τον Chris «Congo» Campbell. Το 1972 περιόδευσαν στη Μεγάλη Βρετανία αλλά την επόμενη χρονιά ο Atkins και ο Campbell αποχώρησαν από το συγκρότημα.

Πόσο άκυρο official merch να αντέξουμε από τους Metallica;

Στη θέση τους ήρθαν ο τραγουδιστής Robert John Arthur Halford και ο ντράμερ John Frederick Hinch για να συνεχίσουν περιοδεύοντας στη Γερμανία και την Ολλανδία, το 1974.

Εκείνη τη χρονιά υπέγραψαν το πρώτο τους συμβόλαιο με τη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Gull Records και προσέθεσαν στη σύνθεση τους τον κιθαρίστα Glenn Raymond Tipton, ηχογραφώντας το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Rocka Rolla το οποίο κυκλοφόρησε στις 6 Σεπτεμβρίου 1974 χωρίς να γνωρίσει εμπορική επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου πέρασαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία και τη Νορβηγία.

 

 
 

Το "Sin After Sin" ηχογραφήθηκε στα "Ramport Studios" του Λονδίνου, τους δύο πρώτους μήνες του 1977 σε παραγωγή του πρώην μπασίστα των Deep Purple, Roger Glover. Ο δίσκος παρουσιάζει ένα ηχητικό σύνολο που συγκλίνει προς το heavy metal σε σύγκριση με τις έντονες hard rock επιρροές των πρώτων δύο άλμπουμ του συγκροτήματος. Στο άλμπουμ περιλαμβάνεται και η διασκευή στο "Diamonds & Rust" της Joan Baez, το οποίο έγινε μέρος των ζωντανών εμφανίσεων του συγκροτήματος για αρκετά χρόνια.

Το 1974 οι Judas Priest ξεκινάνε να παίζουνε ζωντανά όσο πιο συχνά μπορούνε, ενώ έχουνε ήδη εμφανιστεί σε Ολλανδία, Γερμανία και Νορβηγία. Σε κάποια από τις εμφανίσεις τους, τους βλέπουνε οι άνθρωποι της μικρής ανεξάρτητης εταιρίας Gull και τους προτείνουνε συνεργασία.

Στις 06/04/74 οι Judas Priest υπογράφουνε συμβόλαιο με την Gull, ενώ ύστερα από παραίνεση της εταιρίας προσλαμβάνουνε τον Glenn Tipton, ως 2ο κιθαρίστα. Πενταμελείς πλέον οι Priest ηχογραφούν για 3 εβδομάδες το ντεμπούτο τους "Rocka Rolla", με παραγωγό τον Roger Bain.

 

 
 

Με το Sin Afte Sin όμως έρχεται μία άλλη εποχή για τη μπάντα, μία εποχή που θα τους ανέβαζε στο βάθρο τω πιο καταξιωμένων συγκροτημάτων όλων των εποχών στο σκληρό ήχο.

Το Sin After Sin είναι ένα άλμπουμ ογκόλιθος στην ιστορία του συγκροτήματος, βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ hard rock και heavy, είναι η πόρτα από την οποία το συγκρότημα θα χρειαστεί να περάσει έτσι ώστε να περάσει στην πιο σκληρή φάση του.

Είμαστε τυχεροί γιατί θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε κάποια από τα κομμάτια του κλασικού αυτού δίσκου στις 15/7/22 στο φεστιβάλ Release Athens.

Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.