Άστεως δάκρυα: Τα ίχνη μιας αρχιτεκτονικής εξαφάνισης

Μία ατυχής κριτική ή πώς να φωτογραφίσετε σωστά μια υδρορροή.

Ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς απλοϊκό ζήτημα το να πορίσεις για έναν περίπατο, τουλάχιστον τα τελευταία πέντε χρόνια του βίου σου. Όχι γιατί κάτι έχει αλλάξει στις πόλεις και στα έγκατα τους αλλά διότι μία ανεκρίζωτη ουσία έχει υποστεί μία έντονη κι υπόρρητη μετάλλαξη εντός σου.

dakri4

Οι καλοί αστεακοί περίπατοι μοιάζουν να ‘ναι αμετάκλητα εξαντλημένοι* (άραγε υπήρξαν ποτέ τέτοιοι; Μόνο τους ευχάριστους, ηλιόλουστους και ζεστούς περιπάτους της παιδικής σου ηλικίας μπορείς να χαρακτηρίσεις αυθωρεί καλούς, κι ετούτο με μία συγκλίνουσα επιφύλαξη για κάποιο τυχόν ξώφαλτσο σφάλμα του μνημονικού σου που ‘χει θεοποιηθεί κι αλληθωρίσει λόγω ασυγκράτητου νόστου), αποτραβηγμένοι πλέον σε σύνολα ενοχλητικά ετερόκλητα, σπασμωδικά και λίαν φασματικά, ενταφιασμένα εντός ακαταλαβίστικων συμπλεγμάτων τρίτων περιοχών όπου ο αυτόκλητος μιθριδατισμός σου πλέον θεωρείται ξεπερασμένος και μάλλον ελαφρώς γελοίος, εμπλουτισμένος και δοξασμένος άρρητα μέσα σ’ ένα έκπαγλο και μουσειακό banal.

Άδραξε το θόρυβο: Ο φυσικός διαλογισμός ενός αξημέρωτου κομπρεσέρ

 

Όπως κάθε πράγμα πρέπει να γίνει αόρατο, έτσι κι αυτό που μετατρέπει τον θάνατο σε πράγμα, ο χαρακτήρας του άξεστου γεγονότος, πρέπει να γίνει αόρατο**.

Η οβελισμένη και υπνώττουσα αρχιτεκτονία των Αθηνών, όπως και των περισσότερων αστικών συμφυρμάτων της Ελλάδος άλλωστε, μοιάζει να θέλει επίμονα να εισέλθει – σαν ανορθόδοξη Υπαπαντή στο ναό της παγκόσμιας πολεοδομίας - νεοπροαχθείσα στο αόρατο - άξεστη και λοξία εκ γενετής, τυχαία κι αυτοσχέδια εξ ανάγκης, άστοχη και παραποιημένη εκ του σύνεγγυς - κονταροχτυπιέται ωσάν μεθούας ερασιτέχνης ιππότης για το πότε και το πως θ’ αναλάβει τον βαρύ ρόλο του δημίου της όρασης.

dakri5

Ένα τρανταχτό στοιχείο μίας τέτοιας - αθυρόστομης αλλά την ίδια στιγμή καταπληκτικά ταπεινής και τελικά εκ βαθέων σεμνής - αποσυνάγωγης αρχιτεκτονίας είναι οι πανταχού παρούσες υδρορροές που κρέμονται και σέρνονται κυριολεκτικά κι άρρηκτα, ωσάν αναρριχόμενα τροπικά και δηλητηριώδη φυτά, απάνω των παπαριασμένων τοιχείων και των μαυρισμένων εκβολών των πολυκατοικιακών παραστάδων.

Οι υδρορροές τούτες είναι κατασκευές απόλυτα χρηστικές (και δη Ελληνικές), ήτοι τελούν χρέη συναρθρωμένων υποστυλωμάτων ενός παρενθετικού εξαφανισμού του βλέπειν.

Πιο απλά;

Δοκιμάστε να φωτογραφίσετε μία υδρορροή και θα δείτε εξαίφνης τις δι-ορατικές ικανότητες σας για μία ιδανική προσωπική σας θέαση να εξατμίζονται και να διαστέλλονται σαν μόρια λιωμένων μετάλλων προς όλα τα σημεία της αισθητικής σας πυξίδας.

 Η τροφός και η πόλη: Η πείνα και οι παράξενες ωθήσεις της για περιπλάνηση

 

Οι ασχημονούσες υδρορροές χάνονται μέσα στους τοίχους σαν παραπαίδια δούλων της χρηστικότητας, εξαντλημένοι και φρικτά ξεδοντιασμένοι μισθοφόροι που επιδίδονται στην κάλυψη και απόκρυψη αλλά λίαν ανεπιτυχώς.

Αναρριχόμενος προς μία φωνασκούσα υψομετρική αυθυποβολή και σειόμενος στις γωνιώδεις παρειές του άστεως, ο «απόκεντρος» πλάνης βρίσκεται αυτομάτως σε θέση να διακρίνει μία μύχια μα συμπάγεια παραβολή της πόλης: Οι κάθιδρες λεωφόροι και τα κατακρημνισμένα σοκάκια σκιαγραφούν το ίδιο και το αυτό κατασκευαστικό «θαύμα» κι αποτύπωμα των υδρορροών. Ρυάκια ηλεκτροδοτούμενα και γιγαντιαία απύλωτα ρείθρα που μέσα τους κυλάνε οι κάτοικοι και μητροπολιτικοί κοινωνοί, οι αστοί, οι πολίτες ή αλλιώς οι άνθρωποι.

Που πάνε όμως; Προς τα πού κλείνουν; Εδώ ανακαλύπτουμε ένα καίριο ερώτημα – μετουσιωμένο σε υποδόρια υλακή του στήθους - για τον φαντασιόπληκτο διαβάτη.

dakri9

Τα δάκρυα των υδρορροών που συναθροίζονται εκ της βροχόπτωσης, της υγρασίας ή και απ’ την κάθε λογής υγρή τακτοποίηση μίας παστρικής οικίας γνωρίζουμε πολύ καλά που καταλήγουν: στον υπόνομο μετά μιας παράφορης δείνωσης κι από εκεί στο μείζον κι αέναο καζάνι της θαλάσσης, του μεγάλου κι αεικίνητου Ύδατος.

Η περιπαικτική φύση του περιπαθούς περιπατητή κάθε φορά τον περισώζει εκ της ανιαρής κι ανίερης συντριβής του, φύση εν γένει παρα-ποιητική, όπερ σημαίνει πως εδώ έχουμε να κάνουμε ξεκάθαρα μ’ ένα πεπλοφόρο acrodonta που ορθοστατεί και χρησιμοποιεί το λόγο για εσώτερα οφέλη.

Πεζόδρομων παίγνια: Ο έγκλειστος ένοικος και τα απανωτά εξάρια

 

Μπορεί να μην είναι σε θέση ν’ αποτυπώσει αισθητικά ορθώς τη φύση μία υδρορροής - είτε πραγματικής είτε φανταστικής – όντας βιαστικός, εξαντλημένος ή απογοητευμένος διαρκώς, κατέχει όμως πως τούτο θα το πράξει εκ των υστέρων, κρυφίως, και στην συνέχεια θα αρχειοθετήσει τη φύση της για να την ξεκοκαλίσει και να την χωνέψει αργότερα στο φωλεό του, ίδια ανάδοχος νοητικός Ευνήκτης μυοθήρας.

Μα πως του ήρθε όμως αυτή η ανόητη ιδέα στο νου; Πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι, τα οχήματα, τα μιαρά, τα φαντάσματα κι ότι άλλο κυκλοφορεί μέσα στις λεωφόρους των πόλεων, να μην είναι παρά μόνο δάκρυα μίας αόρατης και ασυνάρτητης υδρορροής που ξεκινάει ένας θεός ξέρει από πού;

dakri10

Ιδού όμως η μείζονα ερώτηση που δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί:  

Αν οι άνθρωποι, όπως και το ανεπιθύμητο κι αχρησιμοποίητο ύδωρ, καταλήγουν σβολωμένοι στη θάλασσα, τότε είναι αναγκαστικά τέκνα του άστεως, μιας κι όλες οι πόλεις και οι δρόμοι τους καταλήγουν υποχρεωτικά εκεί. Ποιο είναι όμως εδώ το πρώτο δεδομένο; Είναι το πράγμα ή ο θάνατος του; Κι αν ο θάνατος μετατρέπεται σε πράγμα γιατί αυτή η διαδικασία γίνεται πάντα με τόσο άξεστο τρόπο, εν προκειμένω δια μίας απλησίαστης κι αφωτογράφητης υδρορροής;

Είναι αστείο.

Ο θάνατος είναι αδύνατον να αποτυπωθεί ολοκληρωτικά, γι’ αυτό βρίσκουμε ατέλειες κι ασυνάφειες μέσα στον πολεοδομικό κώνο. Οι ατέλειες αυτές τελούν χρέη ιχνών.  

dakri6

Ο πλάνης δεν είναι σίγουρος για τίποτα πλέον γι’ αυτό ακριβώς βρίσκει τον εαυτό του να περιδιαβαίνει μέρη ξένα, κι όταν είναι ανίκανος να προχωρήσει εκτός των συνόρων του, μία αόρατη ώθηση τον σπρώχνει προς το υγρό στοιχείο, εκείνο που πάντα ρέει, στοιχείο που είναι μονίμως εκδιωγμένο εκ φύσεως.

Που λοιπόν πάνε τα δάκρυα της πόλης όταν ανέλπιστα χύνονται;

Αυτό το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί σε παραλληλία μ’ ένα άλλο δίδυμο του ερώτημα: Που πάνε οι άνθρωποι όταν παύουν, όταν ρευστοποιούνται, όταν τελειώνουν, όταν πλέον εντός τους δεν υπάρχει τίποτα που να τους κρατάει σύγκορμους κι ολόκληρους, γραπωμένοι καθώς πάσχουν στον μακρύ αγώνα της αναπνοής;

Που πάνε οι άνθρωποι όταν γίνονται νερό μέσα τους;

Πέραν όμως ενός φαιδρού και ζοφερού εσωτερικού θανάτου, μία διακοπή της πορείας του πλάνη μπορεί να διενεργηθεί απλά και μόνο κοιτώντας μία υδρορροή, τόσο στρεβλή και μόνη που καταντάει από κακόγουστη κι άνομη σε αναγκαστική και τελικώς υπέροχη.

dakri8

Αν οι άνθρωποι διενεργούν κύκλους μέσα στις πολεοδομικές, ψυχικές, φαντασιακές, αναδιοργανωμένες, διαλυμένες, σπασμένες, ξεφλουδισμένες, φρεσκοβαμμένες, κρυφές υδρορροές τους ωσάν σάρκινα συγκοινωνούντα δοχεία, τούτο ίσως να ‘ναι μόνον ένα εσκεμμένο σφάλμα του κατασκευαστή, σφάλμα σωτήριο διότι δεν τους αφήνει να υποπέσουν επί ξυρού ακμής, εντός αποχετευτικού ποταμού και να καταλήξουν στο αναμορφωτικό μέγα κενό.

Είναι φανερό εδώ πως το σφάλμα δίνει λίγο ακόμη χρόνο στον άνθρωπο, ξεχειλώνει  και κλέβει λιγάκι ακόμη την πορεία του προς το τέλος, όπως εκείνες οι υδρορροές που δεν είναι συνδεδεμένες με τον υπόνομο και απλά χύνονται στα πόδια των περαστικών.

*το παρόν άρθρο ξεκίνησε σαν μία κριτική του βιβλίου του Robert Walser, Ο περίπατος (μτφρ. Μπακοδήμου-Βότσου, εκδ. Γαβριηλίδης) βίαια εκμαιευμένης εκ του σοκ της συνειδητοποίησης πως πλέον είναι εξαντλημένο και δεν μπορεί ένας νέος αναγνώστης να το απολαύσει. Φυσικά η κριτική απέτυχε παταγωδώς αλλά γέννησε κάτι άλλο.

**Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας, μτφρ. Δ. Δημητριάδης, εκδ. Πλέθρον, σελ.227.



50 SHARES