Άδραξε το θόρυβο: Ο φυσικός διαλογισμός ενός αξημέρωτου κομπρεσέρ

Ότι και να κάνεις τελικά θα σηκωθείς απ’ το στρώμα του πόνου, σχεδόν αιωρούμενος.

Έχω μοχθήσει πάμπολλες φορές να διαλογιστώ όπως το κάνουν οι εμβόλιμοι επαγγελματίες του γυαλιού. Δεν το ‘χω φέρει εις πέρας ποτέ μου. Πάντα κάτι μου απαλλοτριώνει την προσοχή ξεδιάντροπα ωσάν ισχνός πορτοφολάς στον υπόγειο που κολλάει στα πλευρά μου. Ο τρόπος που τελικά μ’ έφερε σε μιάν εφήμερη νιρβάνα μοιάζει παράδοξος και μάλλον εθελότυφλος όπως ένα ανεμπόδιστο αγωνιώδες ταξίδι των οφθαλμών μέσα σ’ ένα τραίνο ή σ’ ένα ταξί που διασχίζει το άστυ πολύ γρήγορα, σαν αστραπή.

jackhammer4

Επ’ ουδενί δεν είναι πρέπον ν’ ανεγερθείς με τέτοιο τρόπο μέσα από έναν πάλλευκο κι ερειπιογραφικό ύπνο. Όστις εν τάχει αποφασίζει επί του πρακτέου, αυτός είναι που θα σηκωθεί πρώτος με το που ένα ξέμπαρκο μυγάκι μπει μέσα στα ταλαιπωρημένα ώτα του. Εδώ όμως ομιλούμε για περίπτωση βαρέα μηχανικού κόκορα, έντομο από ατελώνιστο βάθος, μολυβένιο, που δεν φειδόταν θορύβου σε κανέναν ελιγμό του.

Υπάρχει ένα μείζον σφάλμα της φύσεως εδώ κύριοι.

Τούτο ψιθυρίζεις μέσα στην διαλυμένη σου, ζαχαρωμένη με μπόλικο σίελο, ειρκτή. Εξακοντίζεις οιμωγές σιωπηλές για να μην σκιάξεις κι άλλο τα βελούδινα αιλουροειδή μέσα της οικίας.

Πεζόδρομων παίγνια: Ο έγκλειστος ένοικος και τα απανωτά εξάρια

 

Τὰ παιδία, ἄνιπτα τὰ πλεῖστα, ὅπως ἦσαν συνηθισμένα, ἔπτυον εἰς τὰς παλάμας των, ὕγραινον κι’ ἔτριβον τὰς χεῖρας μὲ τὸν σίελον, διὰ νὰ φανῶσι νιμμένα. Λέει ο αρχιμάστορας όλων των ελασσόνων περιπτώσεων του βίου μας Παπαδιαμάντης κι εγώ τον γροικώ ασυναίσθητα και κάνω το ίδιο με την δική μου, όχι πια παιδική, πρόσοψη, την πλέον στραπατσαρισμένη και πρησμένη απ’ το βάρος του Μορφέα. Όπως ακριβώς πλένονται κι οι γάτες.

Δεν το εύχομαι σε κανέναν, μήτε στον οχτρό μου. Εμείς που διαμένουμε σε τούτα τα ταπεινά μεν υπερυψωμένα και χαχόλικα δε ισόγεια δεν διαθέτουμε και πολλές βλέψεις για εσωτερική ειρήνη, δεν ενοικιάζουμε θρυλικές αλουμινένιες πολυτέλειες και ρετιρέ πλησμονές, μόνο βουλοπλέουμε σε παπόρια υπομονής και ντουλάπες ξέχειλες με δισεπίλυτους και γόρδιους αναστεναγμούς.

kompreser7

Τα σκονισμένα υαλικά του διαμερίσματος μου είναι μονά, σφηνωμένα ενδιαμέσως παλαιών ξύλινων παραθύρων της δεκαετίας του ’60, μιας crème brûlée απόχρωσης λόγω υψηλού βαθμού διοξειδίου του άνθρακα. Αν διαμένεις στο κέντρο των Αθηνών κατέχεις άπταιστα για τι πράγμα γίνεται λόγος εδώ.

Βέβαια κι είσαι κλειδωμένος εις την οικίαν σου καιρούς τώρα, η πεπτωκυία ύπαρξη σου είναι εξασφαλισμένη, αλλά αυτό δεν λέει το οτιδήποτε στον λαβύρινθό σου τον ωτικό. Καταλαμβάνεις χώρο και καταναλώνεις καύσιμο με το να μοχθείς να το μετουσιώσεις όλο αυτό εντός σου και να το αισθηματοποιήσεις με χρηστικό τρόπο.

Πέρνα όμως πρώτα απ’ την σκοτεινή πλευρά της σελήνης του σημαδεμένου προσώπου σου το λεπτό που σηκώνεις το κρανίο εκ μαξιλαριού και συνειδητοποίησε τον τρανταχτό λόγο που ξεσφάλιξες τα όμματα σου πριν ακόμη να φέξει, κάπως βίαια, μετά την νοσηρή μεσίτευση ενός ξώφαλτσου κομπρεσέρ.

Η τροφός και η πόλη: Η πείνα και οι παράξενες ωθήσεις της για περιπλάνηση

 

Δεν είναι όμως μόνο το ψυχικό στραμπούληγμα του ξυπνήματος. Το μετά είναι το πλέον τεχνηέντως δύσκολο. Εργασίες έκτακτες διενεργούνται στους απεναντινούς, θρουλάνε το μάρμαρο της πεζούλας της εισόδου και κεντάνε σωλήνες ηλεκτρολογικές μέσα στη γη. Είσαι στο παράθυρο τρίβοντας οφθαλμούς και τρίγλυφη μετόπη, ασθμαίνοντας μέσα στο φως που πάλλεται καθώς φτάνει σε σένα παραμορφωμένο εκ του κίβδηλου σαματά, εκείνη την μεταλλική τύρβη του ατσαλιού πάνω στην πέτρα που ρέει κρουνηδόν σ’ όλο τον πεζόδρομο.

Τόση ώρα παραμονεύεις απ’ τις γρίλιες του κάστρου, καρφώνεις μία ασυμπλεξάριστη όπισθεν για να μαγερέψεις έναν βαρύ και όχι με δυο φουσκάλες στρουμπουλές για να στηθείς. Πρώτα όμως κάνεις μία σύντομη στάση στο κομοδίνο και ξεθάβεις τις ωτοασπίδες σου που κοιμούνται δίπλα από κάτι θεόπαλιες κονκάρδες της Drag City και μοιάζουν με ρωμαϊκά relicta. Εφαρμόζεις τον αφρό στ’ αυτί και εισχωρείς με τον παραδοσιακό βηματισμό του καντηλανάφτη προς τους τούβλινους βοστρύχους και την αδαμιαία περιβολή της κρουσταλλιασμένης κουζινούλας σου.

Kompreser

Τα πάντα είναι γαρνιρισμένα με θόρυβο και ψιλή, ψιλή σκόνη που αιωρείται ομπρός σου. Το μάρμαρο πετάει ελεύθερο πια στον αέρα. Είχες ξεχάσει πως οι τοίχοι είναι τόσο φτενοί κι οι χαραμάδες στα παράθυρα λίαν πετσικαρισμένες. Απ’ την άλλη τι να κάνουνε και τα τοιχεία με τόσα που τραβάνε;

Ποιος θα μου πέψει εντοιχισμό θησαυροφυλακίου για να γλιτώσω ή έστω ένα διαμέρισμα στον πέμπτο με κουφώματα τεθωρακισμένου;

Κοιτάω το καφέ παχύ υγρό να φουσκώνει ωσάν μεταϊμπρεσιονιστική  οπτασία  και το αισθάνομαι παράλληλα να τρέμει απ’ τον βόμβο του κομπρεσέρ, όπως την αριστουργηματική διαφήμιση του Νικολαΐδη με το φρουί ζελέ.

Το κομπρεσέρ μου φέρνει ψηφιακές θύμησες για καιρό θαμμένες στον θειώδη και παρελκυστικό βάλτο του νου μου. Πλέον έχουμε κι αυτά τα «αρχεία» εντός μας, οθονιακές αναμνήσεις που μάλλον δεν έχουν και τεράστια διαφορά απ’ τις βιωμένες μας, μιας και τις τελευταίες λανθασμένα τις ανακαλούμε τις περισσότερες φορές, έτσι κι αλλιώς.

Ανεβαίνοντας τον Λυκαβηττό αισθάνθηκα σαν τον Δον Κιχώτη

 

Νομίζω πως του κατάφερε του βαρύ και όχι και μία δυο φουσκάλες το άτιμο το εμβολοφόρο – έκανε και κάτι χρήσιμο ο δαίμονας, πέρα απ’ την αποτελμάτωση της μαρμάρινης γειτνιαστικής διώρυγας. Οι σπιτικοί αίλουροι με κοιτάνε με περίεργα βλέμματα σαν να μου λένε: Τι ακριβώς γίνεται κύριε αφέντη μας; Ήρθε το τέλος του γατίσιου κόσμου έτσι δεν είναι; Μήπως να μας ταΐσεις να πάμε τουλάχιστον φαγωμένες, πως το βλέπεις;

Αυτή τη στιγμή εύχομαι πρώτη φορά να μην ήμουν γάτα. Αυτές πρέπει να εκλαμβάνουν την ανήλεη τύρβη εκατό φορές πιο δυνατά απ’ ότι εγώ, μιας κι εν γένει κουφάλογο.

Καθεκλωμένος πλέον στο γυαλί, μοχθώ να εργαστώ μα συγκέντρωση πουθενά δεν διακρίνω στον παλλόμενο ορίζοντα, σκεπάζω τρυφερά τις παρειές μου με τ’ ακουστικά και κουμπώνω (μαζί με το δισκίο της παρακεταμόλης) ένα βίντεο σβέλτου και μεταμοντέρνου διαλογισμού. Κάτι πάει να κάνει στην αρχή αλλά με το που κατεβάζω την πρώτη λαρουγγιά καφέ τα νεύρα μου ξετινάζονται παρευθύς και πάνε να εγκολληθούν πάραυτα στον βορβορώδη παλμό του εμβολοφόρου αεροσυμπιεστή (όπως λέγεται δηλαδή ελληνιστί ο δαίμων που μ’ ανέστησε παρά τη θέληση μου).

kompreser4

Προσπαθώ να ταυτιστώ με μία φράση του Κρισναμούρτι που λέει πως πρέπει να γίνεις ένα με τον θόρυβο. Με τίποτα, επ’ ουδενί,  σε καμία των περιπτώσεων. Δεν είμαι ικανός να γίνω ένα μ’ αυτό το τόσο ενοχλητικό σύμφυρμα δυνάμεων. Παίρνω τηλέφωνο την αγαπημένη μου γειτόνισσα και τη ρωτώ ξέπνοος εκείνη πως το βιώνει όλο αυτό το βαναυσούργημα. Μένει στον δεύτερο.

«Δεν ακούω τίποτα, έχω διπλό τζάμι. Κάνει δουλειά» μου λέει και της το κλείνω σχεδόν εκνευρισμένος με την υπερυψωμένη τύχη της.

Ξεκινώ να γράψω μια δυο λέξεις μα δεν τα καταφέρνω, η πένα του νου μου σπάει και γεμίζω μελάνια τα μπατζάκια μου και τα μανίκια της πιτζάμας. Ανάβω το τρίτο απελπισμένο τσιγάρο και φτιάχνω κι άλλο καφέ, αυτή τη φορά βαρύ και όχι δεν και μην.

Το παίρνω απόφαση και ρίχνομαι στον Καιάδα των βίντεο αναμνήσεων. Ξεθάβω εκείνη την παλαιική και κακοπαθημένη εγκάρσια λίστα με τα αρχαϊκά black metal που ‘χα φτιάξει ένα πρωί μιας μελανής Πρωταπριλιάς του ‘13. Σαν ψέμα είναι και τώρα. Την βάζω τέρμα στ’ ακουστικά. Το κομπρεσέρ δεν ακούγεται πλέον. Μόνο εκείνη η φαινομενικά αισχρή μα γοητευτικά ξυριαφιαστή ηχοληψία του τετρακάναλου, η αρχαία ύλη των πρωτόγονων πνευμάτων όπως πρέπει ν’ αποτυπώνεται στην μαγνητοταινία.

 

Δεν υπάρχει αλώβητο πέρασμα απ’ το κάθε είδος αστυακού θορύβου και μιας κι ο προφήτης και πρόδρομος πεζόδρομος ως επί το πλείστον είναι ένα δημόσιο ηχείο που δεν σκαμπάζει από λογοκρισίες, τότε αναγκαστικά φτιάχνω το δικό μου ηχείο μέσα στο μείζον ηχείο του κόσμου, σε ένδειξη άμυνας.

Όλα καλά. Γράφω την πρώτη παράγραφο και βάζω τροφή στις γάτες, πάντα με τ’ ασύρματα ακουστικά στις κρανιακές παρειές.

Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε ο Κρισναμούρτι (λανθάνων προφήτης του Νορβηγικού black metal των 90’ς). Είναι η πρώτη φορά που ο διαλογισμός ήρθε σε μένα με τη μορφή κομπρεσέρ. Ο βίος σπάνια δεν είναι παράδοξος, συνορεύοντας αυτοβοεί με το παράλογο.

Στην παρακάτω γκαλερί βρίσκεται η ευχή μας για την ανακάλυψη ενός αθόρυβου κομπρεσέρ:



52 SHARES