Πώς το μπαρ έγινε ο παράδεισος ενός αμετανόητου και μοναχικού εργασιομανή

Ένα δοξολογικό Canto (μόνος σου) για τη μοναξιά του «βγαίνειν» και την αποδοτικότητα του «εργάζεσθαι». 

Ιδού οι αποδείξεις αδερφοί μου, το έξωθεν laborem, σχεδόν προαπαιτείται για μία αποδοτική εργασία!

Είχα λησμονήσει τη χαρά και τα καλά του να ξεπορτίζεις μόνος - αυτοχειροτονείσαι τον ιπποτικό βαθμό της μοναξιάς σου πάρεξ παρεμβολής ενός Βασιλέα κανονιστή - εκ της οικίας σου το ωραίο και φωτεινό (ακόμη) Αττικό απόγευμα, πιάνοντας τα σοκάκια και τα ρείθρα χωρίς προορισμό κανένα, χωρίς χάρτη ή στόχο.

Ή μάλλον καλύτερα, για να το θέσω ορθότερα και πιο ειλικρινώς, μια χαρά ξέρεις για το που οδεύεις και ποιο είναι το λιμάνι σου κι αυτό βεβαίως το μέρος ή ο τόπος δεν είναι άλλος απ’ το εξ ανάγκης αγαπητό σου, παντελώς καταχωνιασμένο κι απομονωμένο, βουτηγμένο στην τσίκνα και στον καπνό, βαπτισμένο στη μάκα του πατώματος που κολλάει σε κάθε κίνηση του ποδιού σου, στο προαστιακό ντουκιάνι, καφέ, ταβέρνα ή μπαρ ή όλα μαζί ελληνιστί και ταυτοχρόνως.

Υποχόνδριος: Όλες οι αγαπημένες μου ασθένειες που ποτέ δεν τις είχα

 

Εξοπλισμένος μ’ όλα ‘κείνα τ’ απαραίτητα εργαλεία της εργασίας σου, που σ’ αποσώνουν απ’ την προοικονομία της εξαθλίωσης του περίγυρου και την διαβαθμισμένη φρικίαση που βιώνεις σ’ ένα μέρος απαραιτήτως λοξοδρομικό: βιβλία, εκτυπωμένες σημειώσεις, στυλό, καπνά, πορτοφόλι, τηλέφωνo, μικρά και μεγάλα σημειωματάρια και φυσικά το επικουρικό αναγκαστικό σκεύος του κινητού πυρ σου (αναφτήρι bic).

Ναι ορθά πράττεις, κοίτα και διπλοκοίτα να μην ξεχάσεις τον αναπτήρα διότι μετά όλα αποσυντονίζονται ευθαρσώς ομπρός σου κι η συγκέντρωση κατατείνει να βουλοπλέει ανήμπορη κι υποχρεωμένη στην βαλτώδη λιμνοθάλασσα της ανεκτικότητας των ξένων.

Είναι τελικά ορθό να ασχολείσαι με πολλά πράγματα ταυτόχρονα;

 

Δεν γνωρίζω επακριβώς αν η πανδημική συντριβή ήταν η αιτία να συγχρωτιστώ περαιτέρω κι αναγκαστικώς με την μέχρι τώρα εξ αδιαιρέτου μοναχικότητα μου που θρόιζε ανάλαφρη μόνο κάτι Κυριακάτικα μεσημέρια επί του ερειπωμένου άστεως, η οποία ήταν χωσμένη πίσω από ένα φασματικό παραβάν κοινωνικότητας, απλωμένο ζεστό ζυμάρι αριστοτεχνικά εκ χείρας αόρατης μιας πόλης που – προ ιού (Π.Ι.) – δεν σ’ άφηνε περιθώρια να σφίξεις με περηφάνια μέσα στις χούφτες σου μία κατασταλαγμένη προσωπική ερημιά σου, εμπεριστατωμένη, δικαιωμένη και άκρως σημαντική δια της επιβίωσης σου.

Πιο απλά αλλά όχι απλοϊκά: δεν είχες χρόνο καθόλου για τον εαυτό σου, δεν προλάβαινες να πάρεις την ανάσα σου και τα λοιπά σου μέσα απ’ τις ανάσες των φίλων ή εραστών σου, δεν κάτεχες το σθένος να σπάσεις τον ύπουλο γύψο της συντροφικότητας και να λευθερωθείς, έστω και για λίγο.

Και ξαφνικά την είδα ομπρός μου όπως ο διψομανής την όαση, ένα τελώνιο της νυκτός, την αγλαή χαρά μου της συνειδητοποίησης πως ήμουν ικανός να εργαστώ πάνω στα γραπτά μου νάματα με τρόπο απόλυτο και πολύ πιο αποδοτικό όταν βρισκόμουν έξω, εισερχόμενος στη φασαρία του πλήθους, καθισμένος σ’ ένα δικό μου τραπέζι, αναμεσίς ανθρώπων που δεν γνωρίζω και θορύβων που μόνο και μόνο με το να τους αγνοώ και να τους αφομοιώνω την ίδια στιγμή προκαλούσαν στη φαιά ουσία μου έναν γλυκύ σπαραγμό ο οποίος εξακόντιζε, εν είδει άχραντου συντριβανιού, ντοπαμινικά κι ενδορφινικά χημικά προϊόντα μείζονος έμπνευσης.  

Γατοπατέρας: Ένα παρά τρίχα Ομηρικό έπος με κοφτερά νύχια και φονικές αλλεργίες

 

Δεν το πίστευα πως είχα καταχωνιάσει στη λήθη του χρόνου και της συνήθειας – όπως ο ξεχασιάρης Άρχων πύργου δεν θυμάται επ’ ουδενί που βόσκουν οι χειμερινές του παντόφλες και ουρλιάζει απελπισμένος στις επάλξεις του κτίσματος - αυτό το απλό αλλά τόσο σημαντικό στοιχείο: Μπορούσα να εργάζομαι διπλά ή και τριπλά σε ένταση όταν βρισκόμουν έξω, σιμά κι ενοφθαλμισμένος στο αφηνιασμένο, αγελαίο όχλο των ταβερνείων και των μικρών καφέ, ρουφώντας ως άλλος ιεράρχης της απελπισίας τον οίνο της επιλογής μου, μόνος, κατάμονος, σαν την καλαμιά στον κάμπο∙ όπως τα σκιάχτρα διαφαίνονται την αυγή τρομακτικά εκ παραθύρων μιας άγνωστης αγροτικής οικίας, έτσι κι ο εαυτός μου, τρομάζοντας τα παρωχημένα αρπακτικά πουλιά που ‘χαν βαλθεί να απομυζήσουν τη προσοχή μου, τον μοναδικό καρπό των προσπαθειών μου προς μία προσωπική μόνωση, που τόσο την είχα ανάγκη τελικά χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Back to the roots: Η «εκδίκηση» ενός αιώνιου επαρχιακού μεταλά

 

Τα φληναφήματα και οι γκαρίδες των σκόρπιων τραπεζιών γύρω μου τελούσαν χρέη διάφανου ηχητικού κνούτου που ‘χε σκοπό να μ’ επαναφέρει στην πραγματικότητα, όχι μόνο του αληθινού κόσμου αλλά και της ίδιας της εργασίας που έβγαζα. Μπορούσα γρηγορότερα κι ορθότερα να εφεύρω απνευστί τον ιδανικό μου αναγνώστη ο οποίος μετουσιωνόταν αμέσως στους οφθαλμούς μου διαμέσου του ήχου και της οιμωγής του αλαλάζοντος πλήθους.

Αυτός ήταν ο τρόπος να υπερπηδήσω το έρκος της τεμπελιάς μου. Τεμπελιά η οποία γιγαντωνόταν επικινδύνως στην φαινομενικά μόνο εύφορη κοιλάδα της οικίας μου. Ήμουν ευτυχής που ρίπιζα, με βλέμμα αδιάφορο κι ελαφρώς μπλαζέ, τα λίπη της οκνηρίας μου εν χορώ, μπροστά σε μύριους αγνώστους.

 H Σαββατιάτικη επίσκεψη ενός εργένη στο σουπερμάρκετ είναι ιεροτελεστία

 

Η φασαρία μ’ επανάφερε στο σωστό δρόμο που έπρεπε να πάρω για να ικανοποιήσω το προσωπικό μου αβδέλισμα του γραφιά. Τα τακούνια και οι πάτοι των ποτηριών που χτυπούσαν στο πλακάκι και στα ξύλα των τραπεζιών αντιστοίχως, κρύβοντας μέσα τους μία έξη που αντί να με κάνει φυγόκεντρο φυγά του πόνου της  ανυπόφορης διόρθωσης, με μετουσίωνε σ’ ένα κυφώδες θηρίο συγκέντρωσης, σ’ έναν οσιομάρτυρα των δεινών της Λέξης που έπρεπε να δαμάσω και να ημερέψω στον επιβαλλόμενο διαρμισμένο στάβλο του γραπτού μου.

Τα περίεργα βλέμματα της νεαράς και σφριγηλής σερβιτόρας ακόμη με στοιχειώνουν αλλά δεν σας κρύβω πως αντιμετώπισα την απορία της με σθένος αμείλικτο. Δηλαδή; Τις είπα να μου φέρει άλλο ένα το ίδιο. Η ικανοποίηση διαγράφτηκε πάραυτα επί του χαριτωμένου προσώπου της.

Όταν πλέον η νόρμα αποζητά την συλλογικότητα των πάντων, την ομαλοποίηση των συμπεριφορών σε μία μάζα αποδεκτή απ’ όλους, τα βλέμματα των συνανθρώπων σου γυρνάνε σαν εφιαλτικό ελατήριο στο μοναχικό ή κάπως ασυνήθιστο θέαμα ενός ανθρώπου που βουτηγμένος μέσα σε χαρτιά και νέφη καπνού, αποχαλινωμένος απ’ τις εκταγές του κοινωνικού βίου, βρίσκει τον ελάσσονα προσωρινό του παράδεισο σ’ ένα γωνιδάκι υποφωτισμένο κι ελαφρώς ζοφερό.     

Κάπου στο τρίτο ποτήρι είναι το όριο που ‘χω θέσει στο καταστατικό, στον εργασιακό, καθημερινό μοναχικό μου μόχθο που επιθυμεί να σκάβει ειλικρινά κι όχι απλά να καταβυθίζεται στις παραισθήσεις του υγρού πυρ.

 

Αυτά επιτρέπονται μόνο Παρασκευή και Σάββατο και με παρέα καλή και θερμή. Τις καθημερινές άλλος παπάς ψάλει άλλο ευαγγέλιο εις γκλάβας ιερού.

Μα μήπως τελικά όλα αυτά είναι μόνο μία απατηλή και κάπως ρομαντική δικαιολογία που αυθυποβάλομαι για να πίνω άνευ τύψεων εν μέσω της νηφάλιας κι ανιαρής βδομάδας μου;

Το μόνο που γνωρίζω είναι το Αποτέλεσμα. Η δουλειά βγαίνει και βγαίνει πολύ καλύτερα όταν δεν έχω γύρω τις αποσπάσεις του οικιακού μου χώρου.

Κοιτάω το ρολόι υπολογίζοντας τις ώρες που χρειάζονται για την έξοδο μου του εργασιομανή αλκοολικού ή τέλος πάντων του εργασιοχολικού αλκοολομανή. Μπορεί ο βίος να είναι ένα, καμιά φορά καλόγουστο καμιά φορά όχι και τόσο, ανθόσπαρτο αστείο, εγώ όμως άνετα θ’ αντάλλαζα το πιο πολυτελές και ήσυχο γραφείο του κόσμου όλου μ' ένα οχτάωρο εις μανιασμένον όχλο.

 



3 SHARES