Πώς το κέντρο της Αθήνας με έκανε έναν γνήσιο νοσταλγό του θορύβου

Καταγραφή μίας αστικής ηχητικής εντροπίας.

Όχι, εγώ ήμουν μεγαλωμένος στην εξοχή, στο νησί, στη θάλασσα, έπαιζα δίπλα από δέντρα και βουτούσα τα παπούτσια μου μέσα στο ζεστό χώμα του καλοκαιριού ή στη λάσπη του χειμώνα.

Εγώ δεν ήμουν ποτέ παιδί της πόλης, δεν ήξερα τι σημαίνει θόρυβος, δεν είχα ενοχληθεί ποτέ στον ύπνο μου, το μόνο που άκουγα όταν ξυπνούσα ήταν τα τραγούδια των κοτσυφιών και των γλάρων.

Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει όμως μιας και μένω στο κέντρο της Αθήνας κι εδώ δεν σηκώνει αστεία η υπόθεση.

Προλετάριος: Οι 5 χειρότερες δουλειές που έχω κάνει ποτέ.

 

Στην αρχή είχα συγκλονιστεί με τον θόρυβο, έλεγα από μέσα μου πως δεν πρόκειται να την βγάλω καθαρή και σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να μετακομίσω και να βρω ένα πιο ήσυχο σπίτι κάπου στα προάστια.

Με τον καιρό όμως μαλάκωσα, μαλάκωσαν και τ’ αυτιά μου, ένιωσα το θόρυβο να γίνεται ένα με τον σώμα μου και την ψυχοσύνθεση μου. Συνειδητοποιούσα μέρα τη μέρα και νύχτα με νύχτα πως ο θόρυβος είχε γραπωθεί με τα παράξενα νύχια του πάνω στον εγκέφαλο μου, σαν ένα αόρατο ξωτικό, και δεν μπορούσα να κοιμηθώ ή να λειτουργήσω χωρίς αυτόν.

Άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω αυτό που λένε: Η σιωπή είναι εκκωφαντική. Δεν την άντεχα ή απλά την είχα ξεμάθει για τα καλά.

Ο έρωτας στα χρόνια της καραντίνας.

 

Κάθε μήνας που περνούσε στο καινούργιο μου διαμέρισμα στο κέντρο, τόσο πιο πολύ καταλάβαινα πως δεν ήθελα να απαγκιστρωθώ από τον θόρυβο. Ο θόρυβος και η φασαρία από τα αυτοκίνητα, τους περαστικούς στον πεζόδρομο κάτω από το παράθυρο μου, τις φωνές των παιδιών που σχολούσαν από το σχολείο το μεσημέρι, τα κομπρεσέρ της ΔΕΗ, το σκουπιδιάρικο το απόγευμα, με είχαν «αιχμαλωτίσει» και δεν μπορούσα να λειτουργήσω χωρίς αυτά.

Πλέον τα καλοκαίρια αφήνω το μικρό παράθυρο μου ανοιχτό επίτηδες. Ξαπλώνω στο στρώμα και περιμένω να με πάρει ο ύπνος γλυκά καθώς ουρλιαχτά ακούγονται από το δρόμο, δεκάδες φωνές, εξατμίσεις από μηχανάκια, φορτηγά και αυτοκίνητα.

Ανατριχίλες: Τα βιβλία που μας έμαθαν τον τρόμο στα 90'ς

 

Είναι η προσευχή μου. Είναι ένα διαρκές μάντρα, μία ιερή έκφραση που κάποιος σου λέει και σε νανουρίζει, ο θόρυβος μπαίνει μέσα σου και σε κάνει δικό του στο τέλος, γίνεσαι ένα με αυτόν. Είναι τόσο κοντά στον διαλογισμό όλο αυτό που πραγματικά αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι αν όντως κάνω κάποιο είδους διαλογισμού ή μάλλον, σαν μάγια, σαν ξόρκι, η πόλη με νανουρίζει γλυκά με τη φασαρία της.

Στο κέντρο της Αθήνα κανείς δεν πρόκειται να σου κάνει παρατήρηση για τη φασαρία, όλοι είναι συνηθισμένοι και άκρως εξαρτημένοι από τον θόρυβο, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Οι άνθρωποι έχουν μάθει να ζουν έτσι και τελικά καταλήγουν να τους αρέσει.

Όταν πέφτει η νύχτα, ανοίγω το παράθυρο μου και κάθομαι με τσιγάρο και κρασί στο περβάζι, απολαμβάνω όλους τους ήχους της νύχτας ξεχωριστά.

 Αρκεί μία μέρα στο Λονδίνο για να περάσεις καλά;

 

Εδώ τα πουλιά και τα σκυλιά της εξοχής έχουν αντικατασταθεί από ελαφριά μουρμουρητά από τα διπλανά μπαλκόνια, βήματα γυναικών με ψιλοτάκουνα που χτυπάνε απολαυστικά στο πλακάκι του πεζόδρομου, παρέες που πίνουν μπύρες, γέροι που φτύνουν δυνατά, γάτες που γκρινιάζουν ή ψάχνουν ταίρι, παντζούρια που τρίζουν απολαυστικά και σχεδόν σου σηκώνεται η τρίχα από την ξαφνική ένταση τους, οι φωνές του βενζινά που μαλώνει με τον γιο του, ένα καθημερινό συμβάν που έχει γίνει παράδοση στη γειτονιά.

Τελειώνω το τσιγάρο κι αφήνω το παράθυρο ανοιχτό. Η νυχτερινή μελωδία του δρόμου θα με βάλει για ύπνο και θα διώξει μακριά τους εφιάλτες που γεννιούνται στη σιωπή.

Δες το παρακάτω άλμπουμ για να δεις μερικά από πιο ωραία βιβλία αστικής νοσταλγίας:



31 SHARES