Αρκεί μια μέρα στο Λονδίνο για να περάσεις καλά;

Ο Στέλιος Παπαγρηγορίου επισκέφτηκε για μία μόνο ημέρα την πρωτεύουσα της Αγγλίας και μοιράζεται την εμπειρία του.

Έχεις κλείσει εισιτήριο φτηνό κι αυθόρμητο γιατί ξέρεις πως μόλις σκάσει Οκτώβρης θα σε πιάσουνε οι αραχνιαστές μαυρίλες για τα καλά και τα ντουβάρια θα στενεύουν γύρω από το δέρμα σαν παλιό, λιωμένο ύφασμα του καλοκαιρού.

Όχι, δεν σε χωράει η Αθήνα. Είναι μικρή, πολύ μικρή.

Δες ένα λόγο για να επισκεφτείς το Λονδίνο.

Οι κατάθλες του φθινοπώρου καταφθάνουν με δόξα και διάφανες γιρλάντες οσμών χώματος αλλά εσύ έχεις προνοήσει, είσαι προφήτης, αναπληρωτής υπουργός της ταλαιπωρίας. Το καλοκαίρι ήταν ζεστό αλλά σου άφησε και μια διπλή, μισοφαγωμένη μερίδα ψυχο-καταλοίπων, δηλαδή περίεργα αόρατα πράγματα που χρειάζονται ένα φτηνό αεροπλανάκι ακόμη και να εξατμιστούνε μέσα στη μυρωδιά του κινητήρα για να ξορκίσει έναν χειμώνα που έρχεται, βαρύς, άδειος, χωρίς αίμα, χωρίς υπόσχεση.

 

Και δεν σε νοιάζει η ταλαίπα – βασικά η ταλαίπα είναι που σ’ αρέσει διότι είσα εκ πεποιθήσεως μαζόχας, εκ γενετής κι από επιλογή λάτρης του μη γραμμικού τυχαίου σύμπαντος. Μία και μισή ημέρα σ’ ένα ξένο, αφιλόξενο τόπο θα σε κάνουν καλά, θα σε φτιάξουν, θα σε αποσπάσουν από μία εσωτερική εντροπία που κοχλάζει σαν χρόνια ασθένεια μέσα στον φλοιό των κυττάρων σου που σκάνε σαν ποπ κορν όταν είσαι πολύ καιρό στο ίδιο μέρος.

Ναι. Το να βρεθείς για το ΣΚ ανάμεσα σε άγνωστο κόσμο που δεν μιλάει τη γλώσσα σου, σε φτιάχνει μ’ έναν περίεργο τρόπο και σε κάνει να ξεχνάς ή να θυμάσαι πράγματα που θες να θυμάσαι αλλά η ίδια σου η χώρα δε σ’ αφήνει να τα θυμάσαι σωστά κι όπως πρέπει.

Ένα γρήγορο ταξίδι αστραπή μπορεί να σου αφανίσει όλες τις ψευδαισθήσεις που έχεις για τον κόσμο. Ναι, όλες οι πόλεις είναι ίδιες πίσω από το τσιμεντένιο και ηλεκτρικό περίβλημα τους αλλά δεν είναι τόσο απλό...

tweezers alley 01

 ...ξέρεις πως δεν φταίει η πόλη σου στη τελική, δεν φταίει ο θόρυβος που κάνει το ατσάλι πάνω στο ατσάλι, δεν είναι η κραυγή του ζητιάνου στη πόρτα, δεν είναι τα μισογκρεμισμένα πεζοδρόμια, ο απογευματινός πονοκέφαλος, η γκρίνια του στόματος, τα φονικά όπλα πάνω σε ρόδες ή οθόνες ή κεραίες, τα αδειανά βλέμματα των περαστικών, η φτώχεια, η μιζέρια ή τα πατημένα περιστέρια. Δε είναι εκείνο το καθημερινό αναμάσημα στα βαγόνια και στα αμαξώματα, τα ίδια πρόσωπα που αντανακλάνε το χάος πάνω σου κι εσύ με τη σειρά σου όταν κάνεις το ίδιο στους δικούς τους καθρέπτες.

Δεν είναι τίποτα από αυτά.

Τι είναι; Τι είναι αυτό που σε κάνει να θες να μπεις στο αεροπλάνο και να ευχηθείς και λίγο μια ξαφνική καταστροφή; Μία μονοήμερη απόδραση από το προσωπικό σου Αθηναϊκό Αλκατράζ;

Είναι  η βαρύτητα που σε τραβάει; Αλλά ποια απ’ όλες τις βαρύτητες; Είναι εκείνη που έχεις μέσα σου; Είναι εκείνη η κλασική που μας μάθανε στη φυσική; Πολύ εύκολο. Το δεν ξέρω ίσως να είναι πιο σωστό.

Αποφασίζεις, το λοιπόν, να σκάσεις Λονδίνο για μία μέρα. Σ’ ένα σπίτι ενός σχεδόν αγνώστου που κάποιος φίλος σου ξέρει και σου κάνει το κονέ να μείνεις στο πάτωμα του σαλονιού του με το παιδί του να ξυπνάει από τις οχτώ ουρλιάζοντας χαρούμενο, κι εκείνος λίγο μεθυσμένος από τα χτεσινά, πάνω σ’ ένα ροζ στρωματάκι γιόγκα σκεπασμένος με το πάρκα σου, δεν βγάζεις καν τα παπούτσια, σχεδόν άγιος, σχεδόν μέσα σε μία αγαλλίαση αρνητικής εμβέλειας, απόχρωσης και μπλα μπλα μπλα...είναι ωραία, ναι είναι ωραία, και βρέχει έξω και κουλιουριάζεσαι κι ανατριχιάζει η ραχοκοκαλιά ακόμη από τη ψύχρα έξω από το πούλμαν στο Luton.

Artillery Passage E1 03

Το Λονδίνο τρίζει από ζωή ότι ώρα και να ‘ναι, καβαλάς τον υπόγειο που είναι μια σαύρα που αλλάζει χρώματα, ένα μαγικό αλογάκι, ακούς τις παράξενες μιλιές των κοριτσιών και των αγοριών που είναι μεθυσμένα Παρασκευή βράδυ, Σάββατο πρωί, Σάββατο μεσημέρι, Σάββατο βράδυ, Κυριακή πρωί, εσύ ξενύχτης από τη Πέμπτη, το αγαπητό γνώριμο σερί, παλεύεις με το ελληνικό σου hangover κόντρα στο δικό τους το αγγλικό – το ίδιο και το αυτό.

Δες σου λείπει τίποτα και κανείς, είσαι μόνος σου, πλήρης μέσα στην βαρύτιμη εντροπία σου που φοράς σαν στέμμα, βασιλιάς του αγνώστου.

Μένεις σ’ ένα Hackney γκρίζο, υγρό και βουβό, και περπατάς προσεχτικά ανάμεσα στα σαν αντίγραφα σπιτάκια με τους κήπους, όλα τα ίδια, αράζεις τη jet lag πέτσα σου σε κάποιο εντελώς γεμάτο μπαρ στην Curtain road - Σάββατο βράδυ η χαρά της Αγγλούρας - και ο καμπούρης Έλληνας στη γωνία χαμογελάει σαν ηλίθιος υπάλληλος τσίρκου σε ρεπό - και παρατηρείς τις γυαλάδες από τις πλατιές, τσαλακωμένες και παπαριασμένες με μπύρα λίρες με το ιδρωμένο κούτελο της Βασίλισσας να τελεί χρέη επίσημης συγκατάβασης και τα μπλιμπλίκια που κάνουν οι ανέπαφες πάνω στο POS. Ξαφνικά θες να χορέψεις. Αλλά όχι. Χορεύει καλύτερα όποιος δεν χορεύει καθόλου.

Single or double? Η μόνο ερώτηση που σου κάνουν. Ασφάλεια. Αποφυγή. Νιρβάνα.

 

Ο ήλιος ξεμυτίζει και μπαίνει από το φυσητό, χρωματιστό γυαλί πίσω από το ξυρισμένο κεφάλι του σεκιούριτι που στέκει στην πόρτα σαν τον άγγελο Γαβριήλ και περιμένει να πατήσει το κουμπάκι για το απεχθές last call for alcohol.

Τι κάνεις εδώ ακριβώς; Δεν ξέρεις. Γνωρίζεις όμως πως πρέπει να το κάνεις για να μην χτυπήσεις πιράκια στην λεβεντογέννα που έχει κακαδιάσει μέσα στο μυελό σου και είναι πλέον σαν δεύτερο δέρμα.

Και να που είσαι εδώ, στη κοιλιά της σχεδόν Μπρεξιτικής Μητρόπολης και δεν αισθάνεσαι τίποτα, τίποτα απολύτως, σαν ένας άλλος Βούδας των Προαστίων, ένας γρήγορος μετανάστης, και να που οι άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι κι απαράλλαχτοι μόνο ο καιρός είναι πιο γλίτσα αλλά το μάτι μάτι - γυαλίζει σαν ψεύτικο γυαλάκι, μπίλια του μπιλιάρδου.

Ξέφυγες από την Αθήνα - φίλε μου, μια ψευδαίσθηση - και πήγες στο Λονδίνο γιατί σκέφτηκες πάλι λάθος, αλλά σου βγήκε και σωστό, μια άλλη πόλη λίγο πιο κάτω, απέναντι, αλλά εκεί τίποτα δεν σε καλεί πλέον, μόνο μία ανάμνηση του καλοκαιριού, αχνή, χαζή, ανούσια, εξατμιζόμενη ριπή αποχωρητηρίου, μία εικόνα ψευδής που δεν έχει κανένα πρακτικό δικαίωμα να βρίσκεται μέσα σου.

London Jan18 Shad Thames HDR texture1

Και μετά πάνω στο σκαμπό κάθεται στα γόνατα το επόμενο Σαββατοκύριακο σου, ανάμεσα από ενοχλητικά check in και άπειρα χαρτάκια λεωφορείων στη τσέπη, κέρματα που δεν ξέρεις πόσα είναι κι από που, μια θελκτική επιλογή σου ακυρωμένη, ίσως κάποιος να σε περιμένει σε μία ζεστή γωνία μιας ξένης πόλης (θα ‘θελες!) άγνωστης που ξέρεις μόνο από το google maps για ένα Σαββατοκύριακο πολλά υποσχόμενο με πτήση φτηνή και χωρίς ύπνο, ποτέ με ύπνο, ο ύπνος είναι κακός γιατί δεν είσαι ξύπνιος, και δεν είναι πως θα κοιμηθούμε όταν πεθάνουμε, όχι κάτι τέτοιο αφελές, είναι πως τα τελευταία δέκα χρόνια δεν μπορείς να οριζοντιωθείς πλήρως και να καυεβάσεις γενικό, όχι γιατί δεν μπορείς αλλά γιατί δεν θες.

Δες το παρακάτω άλμπουμ για να δεις τα καταπληκτικά, παραδοσιακά back alleys του Λονδίνου:



16 SHARES