Θα αντέξουμε ένα χειμώνα χωρίς χιονοδρομικά;

Η ελπίδα να ανοίξουν τελικά έσβησε πριν καλά-καλά το πιστέψουμε.

«Λάστιχο» έχει γίνει το άνοιγμα των χιονοδρομικών: τη μια ακούμε ότι επιτέλους ανοίγουν και ετοιμάζουμε τα μπατόν μας και τις πατατούκες μας για να είμαστε έτοιμοι και την άλλη ότι δεν θα ανοίξουν και μένουμε με το σκουφί στο χέρι. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που έχει φτάσει στα όριά της... Πόσο να αντέξουμε ακόμα χωρίς σκι και σνόουμπορντ;

Και δεν είναι μόνο το σκι και το σνόουμπορντ, είναι η γενικότερη αίσθηση ανεμελιάς του βουνού. Είναι το παιχνίδι με το χιόνι και ο κρύος αέρας που σε φρεσκάρει, είναι οι ποζεριές στο ίνσταγκραμ και οι κούπες με τον αχνιστό καφέ. Είναι το ταξίδι που – επιτέλους – θα μπορούσες να κάνεις, αλλάζοντας Νομό, είναι η αίσθηση ελευθερίας. Είναι η βαθιά και μακριά παράδοση που έχει η χώρα μας στα χειμερινά σπορ – μιλάμε άλλωστε για «σπορ του λαού», με τα οποία ασχολείται ή μπορεί να ασχοληθεί η πλειοψηφία του κόσμου. Ποιος δεν έχει σπίτι του δυο ρημαδοπέδιλα του σκι; Ξέρετε εσείς κανένα διαμέρισμα, όπου να μην κρέμεται σε κάποιον τοίχο μια σανίδα του σνόουμπορντ; Αλίμονο...

Όλοι θα ήθελαν να πάνε στα ελληνικά χιονοδρομικά του παρακάτω άλμπουμ:

 

 

Ακούω ήδη φωνές στ’ αυτιά μου, φωνές διαμαρτυρίας, φωνές που με εγκαλούν στην τάξη. «Τώρα είναι η εποχή των χιονοδρομικών, αν χαθεί, δεν θα ανοίξουν καθόλου». «Ξέρεις πόσες οικογένειες απασχολούνται σε αυτή τη δουλειά; Τι θα απογίνουν αυτοί οι άνθρωποι;» «Λέμε να πάρει μια μικρή ανάσα η οικονομία κι εσύ γκρινιάζεις;» «Άσε μας ρε βλάχο, που έχεις και άποψη για τα χιονοδρομικά. Τράβα στη Λούτσα να παίξεις ρακέτες!» Τα ακούω όλα αυτά με μεγάλη προσοχή – ειδικά για τις ρακέτες στη Λούτσα, αλλά με όλο το σεβασμό στα χιονοδρομικά, τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο και τους συνανθρώπους μας που κάνουν σκι, δεν είναι και η πρώτη μας προτεραιότητα αυτή τη χρονική στιγμή. Όπως δεν ήταν και τα κομμωτήρια πριν λίγο καιρό. 

Φυσικά και τα χιονοδρομικά έχουν συγκεκριμένη περίοδο που μπορούν να δουλέψουν και απασχολούν κάποιο κόσμο. Όχι πολύ όμως, δεν είμαστε η Ελβετία.

 

 

 

Ένα συγκεκριμένο, μικρό κομμάτι κόσμου, οι οποίοι καταλαβαίνω ότι υποφέρουν και πλήττονται επαγγελματικά. Αλλά τι να πει η εστίαση; Τι να πουν τα καφέ, τα εστιατόρια, τα μπαράκια; Τι να πουν όλοι αυτοί που ήταν κλειστοί τόσο καιρό και άνοιξαν λίγες μέρες μέσα στις γιορτές; Ή αυτοί που άνοιξαν πριν λίγες μέρες, νιώθοντας ότι είναι «λίγα τα ψωμιά τους» και θα ξανακλείσουν μόλις τα κρούσματα πάρουν πάλι την ανιούσα; Τι να πουν όλοι αυτοί οι επαγγελματικοί κλάδοι, οι οποίοι μαζί με τον τουρισμό, στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια την οικονομία στην Ελλάδα;

Και σε τελική ανάλυση, τι να πουν όλοι αυτοί που θέλουν να ταξιδέψουν, να δουν επιτέλους τους δικούς τους, να πάνε με προσοχή και ακολουθώντας κατά γράμμα τα υγειονομικά πρωτόκολλα δυο μέρες στο εξοχικό τους διότι έχουν φρικάρει από την κλεισούρα και δεν μπορούν; Πόσο βλάκας θα ένιωθε κάποιος που δεν του επιτρέπουν να πάει ένα Σαββατοκύριακο να δει του γονείς του, αν έβλεπε ένα σωρό κόσμο να πηγαίνει για σκι;

Φυσικά και να ΜΗΝ ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα. Φυσικά και να δουλέψει όποιος μπορεί αν δουλέψει, να επιβιώσει, να ζήσει. Προς Θεού, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μένουν όλοι κλειστοί, φτωχοί και δυστυχισμένοι σε ένδειξη αλληλεγγύης. Αλλά το «άνοιγμα», πρέπει να γίνει με σχέδιο, με πρόβλεψη, με την κοινή λογική στο τιμόνι των αποφάσεων. Όχι άτακτα, ατσούμπαλα και πρόχειρα, όχι σπασμωδικά και στη «λοταρία». Να γίνει με έναν τρόπο που θα ικανοποιεί την πλειοψηφία του κόσμου, που θα δώσει μια πραγματική οικονομική ανάσα κι όχι «ψίχουλα», ώστε να αποφευχθεί η αίσθηση κοινωνικής αδικίας ή ταξικού διαχωρισμού.

 



201 SHARES