Η ασύγκριτη ευλογία του να έχεις καλούς γείτονες

Ένας συντάκτης δοξολογεί την τύχη του να περιτριγυρίζεται από καλούς ανθρώπους γύρω από το σπίτι.

Το ‘χε αναφέρει ο W.B.Yeats: «[...]μία ψυχή για όλους του κυρίους αυτής της πόλης που μισούν το γείτονα τους όπως τον εαυτό τους».

Εξ αρχής μετακομίσεως εν μέσω πανδημίας βέβαια όλοι περιπίπτουν στη μοίρα των γελαστών αγαλμάτων, σερνάμενοι επί στρεβλών πολτών κι αμπαλαρισμένων κομματιών του εαυτού τους που στέκουν στην νέα τους θύρα. Το στόμα κουράζεται, εξαντλείται να τεντώνεται και φτιάχνει ρυτίδες μειδιαμάτων, διαδικασία μίας αναγκαστικής παρθενικής υπενθύμισης της σημασίας της ορθής γειτονίας σε τόπο νέο.

Η τροφός και η πόλη: Η πείνα και οι παράξενες ωθήσεις της για περιπλάνηση

 

Παραφράζοντας ελαφρώς τον Oscar Wilde , σίγουρα είναι υψίστης σημασίας το να ‘ναι κανείς σοβαρός γείτονας.

Ο γείτονας σου είναι ο γενεσιουργός σου εντολέας, είναι πιο κοντά ακόμη κι απ’ τον αγαπητό συγγενή, πιο κοντά απ’ τη μητέρα σου – το λόγο του φωτός σου - πιο κοντά ακόμη κι απ’ τον ίδιο σου τον εραστή, την αγάπη, το καψούρεμα, το κόλλημα, το λάθος, το μοιραίο σου κ.ο.κ.

geitones

Ο γείτονας είναι το Παν, είναι αυτός που θα τρως στη μάπα το πρωί, το βράδυ, το απόγευμα, τη νύχτα, στα δύσκολα και στα εύκολα, στην πανδημία, στην αρρώστια και στην ανάρρωση αυτός θα ‘ναι εκεί ομπρός σου, στεκούμενος φρούραρχος, Ακρίτας αχώνευτος, των αξιών και των ντροπών σου.

Συμπλοκών Εγκώμιο: Η επείγουσα δέηση μιας χειροδικίας

 

Ο γείτονας είναι η Νέμεσις και η λύτρωση σου 

Ο «πριν από σένα» γείτονας κατέχει να περατώνει τις υποθέσεις των κοινόχρηστων χώρων πατριαρχικά (ή μητριαρχικά, αναλόγως), έχει επωμισθεί το βάρος της εκπαίδευσης σου, της άβουλης γειτνίασης σου με το άγνωστο.

Γνωρίζει ορθότερα τις ανάγκες σου και το πώς πρέπει να συμπεριφερθείς, έχει αποστηθίσει το Καταστατικό της πολυκατοικίας αλλά όμως και το γεγονός πως άλλοι είναι εκείνοι  που το ‘χουν γράψει κι οφείλεις να το σεβαστείς.

Ειδικότερα όταν είναι ο παλιότερος στο κτίριο κι έχει πνιγεί – παλαιός ναυαγός - σε χίλια μύρια κύματα, μπουκωμένος ψωμί κι αλάτι με τα οχληρά μπετά και την φρενήρη υγρασία. Λαμβάνει διαταγές μόνο εκ του στρατηγείου του Ορθώς Λέγειν και της ξεσκολισμένης γειτνιαστικής πείρας.

 

geitonia1

 

Ποιος θα ‘ναι ‘κεί να σου χτυπήσει τη πλάτη ή να βάλει το Ηρωικόν Δάκτυλον όταν ένα ωραίο βράδυ δεν θα μπορείς να πάρεις ανάσα επειδή ο θάνατος ευδοκίμησε στον φραγμένο σου φάρυγγα με τη μελανή μορφή ενός τηγανητού έρκους, καθώς φλάναρες στο κλιμακοστάσιο σαν φανταξό για να χωνέψεις παρανοημένος απ' τις εμβολές ενός αόρατου ιού-εχθρού;

Ποιος θα ‘ναι ‘κεί παρών, ετοιμοπόλεμη, ιδανικά ζηλόφθων κι άτρεμη Μήδεια, όταν δεν θα ‘χεις μία γιομάτη κουταλιά καφέ να ρίξεις μέσα στο ζεστό νερό, το ζαλισμένο, αποσαθρωμένο meta-αλκοολικό σου πρωινό, ποιος θα ‘ναι ‘κεί όταν οι αγελαίες μοίρες θα φέρουν στην πόρτα σου άσχημα ή θαυμάσια νέα κι εσύ σαν σβούρα της Ταζμανίας θα τρώγεσαι να τα μοιραστείς μ’ όλη τη πλάση μα κανείς δεν θα υπάρχει γύρω μόνον αυτός ο άτιμος ο γείτων;

 

geitonia2

 

Γι’ αυτό μην διαβουλεύεσαι και μην αδημονείς να διαρρήξεις το κεφάλι του γείτονα σου με κάτι αιχμηρό όταν γροικάς τις οιμωγές του ερχόμενες εξ οροφής ή όταν σου κάνει σουτ επειδή δεν αντέχει άλλο τα μολύβδινα βήματα σου στο ξύλινο πάτωμα. Μην αρπάζεσαι από ακροτελεύτιο πανικό όταν σ’ επιπλήττει επειδή επάτησες το σεληνιακό τοπίο του φρεσκοσφουγγαρισμένου χολ ή διότι εντόπισες μία ωραία πρωία τον οφθαλμό του επί της χαρασμάδας σου – ίδια Κύκλωψ της περιέργειας - και μην αφρίζεις όταν σου σφυρίζει απ’ το μπαλκόνι ωσάν ρινηλάτης όφις, λες κι είσαι πρόβατο επί κουράς στο τρίστρατο, επειδή ετόλμησες να μιλήσεις παθιασμένα σε φιλική σου σύναξις ένα γλυκύ χειμωνιάτικο βράδυ Παρασκευής μετά τις 9 το βράδυ όπου όλα απαγορεύονται κι όλα σιωπούν συνωμοτικά.

Τελικά όμως ποιον θα πρέπει να αφουγκραστούμε εδώ; Τον Α. Παπαδιαμάντη που επιμένει μέσα από τα απύθμενα προσωπικά σκοτάδια ενός μονόχνοτου βίου πως «Η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος, τύραννος, βασανιστής ανηλεής» ή τον Friedrich Schiller όταν αναφέρει μέσα απ’ την Γερμανική του στυγνή ορθολογικότητα πως «Και ο πιο ενάρετος άνθρωπος δεν μπορεί να βρει γαλήνη και ηρεμία αν δεν εξευμενίσει τον κακό του γείτονα»;

Χαμένος στα προάστια: Η απρόοπτη χρησιμότητα του να μην θυμάσαι που πάρκαρες

 

Μήπως όμως αυτά τα δύο γνωμικά το ίδιο και το αυτό δεν είναι; Το ίδιο και το αυτό πράγμα δεν θέλουν να εκφράσουν;

Τι σημασία έχει αν ο γείτονας είναι καλός ή κακός, άσχημος ή όμορφος, στραβός ή ντρέτος; Τι σημασία έχει αν προς στιγμήν η ζωή είναι ατυχής ή ευτυχής; Σημασία δεν έχει το εξωτερικό δεδομένο μα μόνο το εσωτερικό συμβάν, το γίγνεσθαι εντός μας, αυτό το σπάνιο υγρό που ωριμάζει και σταλάζει εκ των έσω της καρδιάς όταν όλοι οι άνεμοι του κόσμου λυσσομανούν και μας παρασέρνουν σ’ ένα παρανοϊκό χορό, θέλοντας και μη, με πανδημία ή χωρίς.

Τι σημαίνει λοιπόν καλή ή άσχημη γειτονία; Εδώ μπαίνει πάντοτε το ερώτημα, όπως λέμε, καλός ή άσχημος βίος.

Πώς το μπαρ έγινε ο παράδεισος ενός αμετανόητου και μοναχικού εργασιομανή

 

Ερώτημα που δεν μπορεί ν’ απαντηθεί έτσι εύκολα διότι έγκειται πάνω σε μία υποκειμενική εξελικτική διαλεκτική της καθημερινότητας μας.

Αν εσύ δεν είσαι σε θέση να κουμαντάρεις όπως πρέπει του γείτονες σου, να λύσεις τον γόρδιο δεσμό που σας δένει, τότε η μέρα (και η νύχτα πιο πολύ) σίγουρα θα πέσει να σε κατασπαράξει, διότι εδώ δεν σηκώνει αστεία το ζήτημα, πρόκειται για έναν αέναο πόλεμο, σύρραξη διαρκής κι ανηλεής.

Κανείς δεν πρόκειται να σε σώσει ή να σε σφάξει όπως θα το κάνει ο γείτονας σου.

 

geitonia3 1

 

Όλα αυτά όμως τα προλεγόμενα, που είναι γνωστά λίγο πολύ σε όλους, ισχύουν και για σένα τον ίδιο. Οπότε αυτό που μπορείς να πράξεις είναι να σταθείς μια στιγμή στον καθρέφτη και να συλλογιστείς:

 

Εγώ τι γείτονας υπήρξα;

Πιθανότατα η απάντηση να μην είναι και πολύ ενθαρρυντική αλλά σίγουρα θα 'ναι έλλογη. Ουδείς αναμάρτητος κι αυτό είναι σοφή κουβέντα, αιώνια, σαν τα βράχια ή τα βουνά. Θυμήσου τις σκαρατσίες σου πριν καταραστείς εκείνες του γείτονα σου.

Ο γείτονας είναι ο συγγενής που ποτέ σου δεν είχες και ξαφνικά μία κακόβουλη συγκυρία στον εφόρτωσε απάνω στη ράχη – λάδια ξύδια - είναι η ξαφνική αρρώστια ή η ευλογία που σε βρίσκει απροετοίμαστο, ο γείτονας είναι ο ίδιος ο άγγελος Κυρίου μεταμορφωμένος κι εκδιπλωμένος με τα φτερά του εις την θύρα σου.  

Όλοι μας έχουμε βιώσει τα χτυπήματα στο ταβάνι με το πόδι, τα ουρλιαχτά του πάνω ορόφου, τ’ αγκομαχητά του ίμερου του διπλανού ντουβαριού, τις οσμές που εισέρχονται ακάλεστες στο σπίτι μας το μεσημέρι - άλλες φορές καλές κι άλλες όχι - τα βρώμικα ζουμιά απ’ το βρεγμένο χαλί που στάζουν στα «Κυριακάτικα» μας ρούχα, τα κουτάκια του ζύθου που πέφτουν σαν αδειανοί κάλυκες οχτάιντσου απ’ τα ψηλότερα πατώματα στο πεντάρφανο (αλλά πανέμορφο) αυλιδάκι μας.

Όλα είναι ήδη βιωμένα κι η επανάληψη βάζει τη χείρα τη χωνευτή, καραδοκουμένη επικουρία της ζωής πίσω απ’ τον ζοφερό θάμνο της έπαρσης της νιότης και του βραχυπρόθεσμου δικαίου. Το επιτρεπτό όριο της μίμησης είναι έλασσον, έτσι ώστε στο τέλος να κοιτάξεις με οφθαλμούς ξένους την αλήθεια του ίδιου σου του γείτονα και του εαυτού.



1 SHARES