O Herman J Mankiewicz δεν είχε ανάγκη το Mank

Οι παράλληλοι βίοι της καλύτερης και της χειρότερης ταινίας όλων των εποχών και μια επανάσταση που ακόμα δεν ήρθε.

Πριν αναφερθούμε στην καλύτερη ταινία όλων των εποχών, ας μιλήσουμε λίγο για τη χειρότερη. Πίσω στο 2003 ο μυστηριώδης Tommy Wiseau γυρίζει το The Room. H ταινία αυτή έγινε σχεδόν αμέσως cult φαινόμενο για όλους τους λάθος λόγους. Οι ερμηνείες δεν είναι αυτό που θα λέγαμε κακές, ήταν ανύπαρκτες, δεν υπήρχε ψήγμα υποκριτικής τέχνης. Το σενάριο έλαμπε κι αυτό δια της απουσίας του. Ήταν λες και και πήραν μία τυχαία σελίδα σεναρίου από 150 μεξικάνικες σαπουνόπερες, τις σύρραψαν και το παρουσίασαν ως το σενάριο του Τhe Rooom. Εδώ που τα λέμε αν το είχαν κάνει αυτό ίσως η πλοκή να έβγαζε περισσότερο νόημα. Το budget της ήταν εξωφρενικό, 6 εκατομμύρια δολάρια πετάχτηκαν σε ένα φλεγόμενο βαρέλι καλλιτεχνικής δημιουργίας χωρίς κανέναν προφανή σκοπό. 

Η θεωρία ότι ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης, παραγωγός και πρωταγωνιστής της ταινίας Tommy Wiseau απλά βρήκε έναν εκκεντρικό τρόπο για να ξεπλύνει μαύρο χρήμα για λογαριασμό κάποιου ανατολικοευρωπαϊκού συνδικάτου εγκλήματος, δεν φαντάζει καθόλου ακραία. Ακριβώς επειδή τίποτα δεν βγάζει νόημα σε αυτή την ταινία, οποιαδήποτε θεωρία, ακόμα κι αν αυτή ενέπλεκε μικρούς πράσινους εξωγήινους, δεν θα ήταν απίθανη. Το γεγονός ότι ο μυστηριώδης Wiseau δεν αποκαλύπτει τίποτα για τον εαυτό του ρίχνει λάδι στη φωτιά των θεωριών συνωμοσίας. Δεν ξέρουμε ούτε ποτε γεννήθηκε, ούτε από ποια χώρα της Ευρώπης ήρθε και πότε και το κυριότερο, που βρήκε τα 6 εκατομμύρια δολάρια για να γυρίσει τη χειρότερη ταινία όλων των εποχών. 

Η μοναδική πηγή πληροφοριών για όλα αυτά είναι το βιβλίο που έγραψε ο συμπρωταγωνιστής του, Greg Sestero. Με τον εύγλωττο τίτλο The Disaster Artist, μαθαίνουμε πολλά για τις ακριβείς συνθήκες των γυρισμάτων που ενίσχυσαν τον cult μύθο της ταινίας. Λίγα χρόνια αργότερα, η παρέα του James Franco μετέφερε το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη.

Ήταν μία ταινία που είχε ανάγκη ο κόσμος αφού δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσει να διαβάσει ένα ολόκληρο βιβλίο για το πως γυρίστηκε το The Room. Η ταινία με τον ίδιο τίτλο με το βιβλίο, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό και την κωμωδία. Όπως είναι λογικό οι πληροφορίες και τα γεγονότα που περιγράφει έριξαν τη ζυγαριά κατά πολύ στην πλευρά της κωμωδίας. To αποτέλεσμα είναι μία ταινία σε στυλ Frat Pack η οποία βλέπεται ευχάριστα χωρίς να κάνει κάποιου είδους επανάσταση στον χώρο και απλά επιβεβαιώνει τη θέση του The Room στην κορυφή των προτιμήσεων για μία καμένη σινεφίλ βραδιά φοιτητοπαρέας ακόμα και σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια μετά.

Από την άλλη το φιλμ Citizen Kane ακολούθησε μια παράλληλη, αλλά και πολύ διαφορετική πορεία. Το τραγικό timing της πρεμιέρας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ουσιαστικά έθαψε την ταινία με αποτέλεσμα να γνωρίσει τη δόξα που της άξιζε μετά από τουλάχιστον 10 χρόνια. Έκτοτε φιγουράρει στην πρώτη θέση σχεδόν κάθε λίστας με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Οι μαζεμένες καινοτομίες που έφερε σε επίπεδο σκηνοθεσίας, σεναρίου, τεχνικών κλπ το καθιστούν άνετα στην κατηγορία των επαναστατικών, για τον κινηματογράφο, ταινιών. 

Δηλαδή ακόμα και αν σε κάποιον δεν είναι και ακριβώς του γούστου του, κάτι απόλυτα λογικό αν μιλάμε για μία ταινία 80 ετών, μπορεί να της αναγνωρίσει τη συμβολή της στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο Orson Welles είχε παρόμοιο ρόλο στα γυρίσματα της ταινίας με τον Tommy Wiseau. Ήταν η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα και ταυτόχρονα ανέλαβε την παραγωγή, πρωταγωνίστησε και συνέγραψε το σενάριο μαζί με τον Herman J Mankiewicz. Από τη στιγμή που ο Mank, όπως φώναζαν τον Mankiewicz, έσπασε αυτό το σερί ίσως του άξιζε μία ταινία, θα σκεφτεί κάποιος και είναι απόλυτα λογικό. Άλλωστε το μοναδικό βραβείο oscar που κατέκτησε το Citizen Kane ήταν αυτό του πρωτότυπου σεναρίου. 

Ο Mank ήταν ένας ευχάριστος άνθρωπος που ευχαριστιόταν όσο τίποτα άλλο το γράψιμο. Εκτός από σενάρια, έγραφε σε περιοδικά για γυναικεία μόδα, θεατρικές κριτικές, άρθρα και ρεπορτάζ, μεταξύ άλλων για τους New York Times και το Vanity Fair. Ίσως απολάμβανε το γράψιμο λίγο παραπάνω από όσο θα έπρεπε, με ευχαρίστηση δεχόταν να βοηθήσει, να διορθώσει ή ακόμα και συγγράψει κάποιο σενάριο. Συχνά το έκανε ως ghost writer και πολλές άλλες φορές δεν έμπαινε καν το όνομά του στους συντελεστές, του αρκούσε που έγραφε. Ναι η ζωή αυτού του άντρα έπρεπε να γίνει ταινία και μια βιογραφικού είδους με αφορμή το Citizen Kane θα ήταν ιδανική. Όταν ακούστηκε ότι ετοιμάζει μία τέτοια ο David Fincher στο Netflix περιμέναμε κάτι τουλάχιστον καθηλωτικό.

Δυστυχώς οι ελπίδες αποδείχθηκαν φρούδες. O Fincher σπάνια έχει απογοητεύσει με κάποια ταινία του και καταφέρνει το σχεδόν ακατόρθωτο, να ικανοποιεί ταυτόχρονα τους σινεφίλ και τους μπλοκμπαστεράδες με το ίδιο φιλμ. To ότι ο Gary Oldman θα υποδυόταν τον Mankiewicz αύξησε ακόμα περισσότερο τις προσδοκίες. Με το Mank κανείς δεν κατάλαβε τι ακριβώς ήθελε να κάνει. Μάλλον καταλάβαμε τι ήθελε να κάνει, το αποτέλεσμα μας μπέρδεψε. 

Δανειζόμενος στοιχεία από Citizen Kane ήθελε να βάλει και στοιχεία remake. Από την εναρκτήρια σεκάνς φάνηκε πως ήθελε να μπει στη θέση του Welles. Τo Mank δεν ήταν μια ταινία για το Citizen Kane, δεν ήταν για τον Welles, ούτε για τον Mankiewicz, ήταν απλά για τον Fincher. Ήθελε να δείξει πως θα γύριζε ο Welles την ταινία στον 21o αιώνα ή πως θα τη γύριζε αυτός αν έμπαινε σε κάποια χρονομηχανή και ταξίδευε πίσω στο 1941. Άγνωστο αν το έκανε από ζήλεια ή από απλό θαυμασμό, αλλά το αποτέλεσμα απείχε πολύ από τη δικαίωση. 

Από όταν υπέγραψε ο Fincher το αποκλειστικό συμβόλαιο με το Netflix φάνηκε ότι θέλησε να ηγηθεί μιας επανάστασης στον χώρο θεάματος, αντίστοιχη με αυτή που έφερε ο Welles με το Citizen Kane. Οι λεπτομέρειες του συμβολαίου είναι ελάχιστα γνωστές. Υπάρχει μόνο μία φήμη ότι το τετραετές του συμβόλαιο θα του φέρει συνολικές αποδοχές που φτάνουν το μισό δις δολάρια και ότι θα είναι παραγωγός περιεχομένου, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τόσο μυστήριο συμβόλαιο που θα μπορούσε να το έχει συντάξει και o Tommy Wiseau

O ναρκισσισμός του Fincher κατάπιε την ταινία. Ακόμα και η ερμηνείες των ηθοποιών είναι εντελώς flat. Αν κάτι δεν περιμέναμε να δούμε ποτέ είναι μια βαρετή και διεκπεραιωτική ερμηνεία από τον Gary Oldman και τελικά την είδαμε. Η επανάσταση που ευαγγελίζεται ο Fincher σίγουρα δεν θα έρθει προσπαθώντας να αναμετρηθεί με ιερά τέρατα του παρελθόντος παρά μόνο αν βαλθεί να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Το Fight Club, το Se7en και το Zodiac δείχνουν ότι μπορεί να το κάνει. Ας αφήσουμε ήσυχο το Citizen Kane στο πάνθεον της καλύτερης ταινίας όλων των εποχών και ας παίξουμε όσο θέλουμε το The Room.