Γιώργος Ιωάννου: Πώς είναι να γειτονεύεις με το φάντασμα ενός ιδιαίτερου Έλληνα λογοτέχνη

Η πόρτα του μεγάλου λογοτέχνη σιμά με τη δική μου, η Αρλέτα κι άλλα θαυμάσια ερείπια.

Άραγε είναι δυνατόν ποτέ μία πληρεξούσια, σφετεριστική μεταμόρφωση, ημών των ιδίων, να είναι χρήσιμη προς τους συνδαιτημόνες μας;

Είναι θεμιτό να δεχτούμε, ως εκλέκτορες της προσωπικής μας μοίρας, την παραμορφωτική ακτίνα του βίου κι εν συνεχεία είτε να πνιγούμε εντός της είτε να κυλήσουμε απάνω της ωσάν ενστικτώδη έχνη προς άγνωστους προορισμούς και τόπους;

Όταν πρωτομπήκα ενεός σ’ αυτό το σπίτι κάτι μου είχαν αναφέρει για τους πρώην κατοίκους του, η αναμνηστική πλάκα στην είσοδο φυσικά ανεγέρθη εκ των υστέρων.

Δίπλα μου διέμενε, πριν από σχεδόν μισό αιώνα, ο Γιώργος Ιωάννου, συγγραφέας μέγιστος, κι από πάνω, στον δεύτερο, κάποτε ήταν το πατρικό της Αρλέτας. Ετούτη μάλλον δεν χρειάζεται συστάσεις.

Ανεβαίνοντας τον Λυκαβηττό αισθάνθηκα σαν τον Δον Κιχώτη

 

Συνειδητοποίησα, λίγο καθυστερημένα, πως εισήλθα σχεδόν άνευ πνευματικών ιματίων και πολεμοφοδίων, μέσα σ’ ένα μέρος, που κατά τύχη, κουβαλούσε στις κολώνες και στα τοιχία του έντονη ιστορία, χωρίς βέβαια τα ντουβάρια και τα κασελίκια τα ίδια να μου εκμυστηρεύονται τίποτα περί αυτού.

Ετούτη η αναχρονισμένη γειτνίαση έμελλε να ‘ναι και η βασική αιτία που ανακάλυψα τον ήδη λαφυραγωγημένο Ιωάννου ως συγγραφέα και ως επίχειρα φαντασμάτων.

Καθώς οι αγαστοί μήνες περνούσαν σαν ευφυολογήματα που φυλλοροούν εντός του κενού, κλεφτοκοιτούσα την ανοιχτή θύρα του ακατάλυτου και παροπλισμένου ακόμη διαμερίσματος του Ιωάννου. Κάποια καταγωγικά πρωινά, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες αέριζαν αφειδώς το σπίτι τελώντας την ίδια στιγμή διάφορες «ύποπτες» εργασίες συντήρησης. Δεν ήμουν ικανός να διακρίνω κάτι το ιδιαίτερο, παρά μόνο τα γυμνά τοιχία και τις μετερχόμενες στρώσεις και πορτοκαλί αποχρώσεις των τούβλων που μαρτυρούσαν μια φιλογενούς απόχρωσης ευτολμία προς το κράτος της μεταμόρφωσης.

ioannoy

Μία άλλη σαλή μέρα έμαθα τελικώς πως το σπίτι του Ιωάννου θα γινόταν πολύ σύντομα υποθάλπον pilates σπήλαιο. Και τότε ήταν που μου έσκασε ωσάν χειροβομβίδα στις παρειές εκείνο το ανοίκειο κύμα που φέρνει ομπρός σου ο χρόνος και δεν σου ξεσφίγγει το έρκος του αναισθητικού εκ του στόματος σου παρά μόνο για να αναστοχαστείς τους περασμένους βίους ανθρώπων ή κτισμάτων, ερειπίων ή εσωτερικών ερημώσεων.

Γιατί κορεστήκαμε τόσο γρήγορα από την ευτυχία που μας έδινε το σπίτι που κατοικούσαμε; Γιατί δεν κάναμε τις διαβατικές στιγμές να κρατήσουν; Κάτι περισσότερο από την πραγματικότητα έλειψε στην πραγματικότητα. Μέσα στο σπίτι δεν ονειρευτήκαμε αρκετά. Και επειδή μόνο με την ονειροπόληση μπορούμε να το ξαναβρούμε, η σύνδεση είναι κακή*

Το μνημονευμένο και μοιρολογημένο, εκ της εισόδου, πλέον ερείπιο του ίδιου του Ιωάννου βρισκόταν σιμά μου κι όμως ήμουν ανίκανος να οικειοποιηθώ μία πράξη στάγδην νοήματος και μηδαμινής ουσίας. Για την ακρίβεια δεν γνώριζα τι ακριβώς έπρεπε να αντιπροσωπεύει ετούτη η παράξενη και σεπτή τάση μου για μία άγνωστη πράξη προς ένα υπαρκτό και δυσειδές φάντασμα.

Η ιερή πόλη και οι 24ωροι γωνιακοί Σταυροφόροι

Αισθανόμουν μόνο ένα βάρος μίας ανοίκειας μεταμόρφωσης, που όχι μόνο μετέτρεπε τα άλλοτε σχηματισμένα γνωστά πράγματα σε κάτι τελείως διαφορετικό, κάτι το εντελώς αγνώριστο, μα ενδυναμωνόταν κι εντός μου ως αλλότρια αναπήδηση του παντοιοτρόπως ανέφικτου.

Σχεδόν αισθανόμουν άρρωστος. Το φάντασμα με είχε ασθενήσει και τώρα κατοικούσε εντός μου. Η αλήθεια είναι όμως πως το απολάμβανα με μία ζέση αμιγώς μαζοχιστική.

Τίποτα δεν είναι σε θέση να αποφύγει μία κατερχόμενη παραμορφωτική βαρύτητα, ούτε το αντικείμενο αλλά ούτε ο αστός ιδιώτης. Η μνήμη δεν είναι ικανή να χαλιναγωγήσει το φάντασμα της μόνο το περνάει δια στόματος ρομφαίας, διότι πλέον εκείνο έχει τη δική του ζωή και την δική του αισθητική, η οποία είναι πολύ κοντύτερα σ’ εμάς απ’ ότι κάποτε ήταν το ίδιο το πρόσωπο ή η ίδια η μνήμη του.

Δεν στεναχωριόμουν για την παράδοξη τύχη του διαμερίσματος του Ιωάννου αλλά την ίδια στιγμή δεν διέκρινα προστρέξαντες προεστούς προς μία δική μου, μνημονευτική ανεξαρτησία απ’ το ίδιο το ερείπιο και την υποδούλωση μου προς αυτό.

ιοαννοθ2

Ετούτο που με άφηνε μ’ ανοικτό το στόμα ήταν το αναπόφευκτο του θαυμασμού για το πλάσμα που εξερχόταν τώρα εντός του σπιτιού, πλάσμα το οποίο δεν είχε καμία υπόσταση υλική αλλά διέθετε μία αισθητική τόσο προσηλυτιστική που με γοήτευε.

Η αισθητική των ερειπίων είναι ανώτερη απ’ τη μνήμη τους.

Δεν χρειάζονται δύσκολες αποδείξεις ή θεωρήματα για να το κατανοήσεις. Ρίξε μια ματιά, αν βρίσκεσαι εν Αθήναι, προς τον ιερό βράχο ή οπουδήποτε αλλού.

Η ειμαρμένη όλων των πραγμάτων είναι να τα δοξάσουμε σθεναρά μετά την εξαφάνιση τους. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονοματιστεί σαν ένδοξος θάνατος ετούτο το πράγμα, διότι η μεταμόρφωση δεν είναι θάνατος ακριβώς και τις περισσότερες φορές καθόλου ένδοξη μιας κι ασπάζεται την τάση της κατωφέρειας.

Ή μήπως είναι;

Αντιμέτωπος με τα αρχεία του παλιού σκληρού δίσκου

 

Το καλύτερο γνώρισμα του θαυμασμού είναι η υπερβολή. Αφού ο κάτοικος του κοχυλιού προκαλεί τον θαυμασμό, η φαντασία δεν θ’ αργήσει να βγάλει από το κοχύλι θαυμαστά όντα, όντα πιο θαυμαστά από της πραγματικότητας.**

Αυτό είχε πάθει το  αδελφοποιτό σπίτι του Ιωάννου ομπρός των οφθαλμών. Τα όμματα μου πλέον στη θέα του διαμερίσματος του έβλεπαν ένα θαυμάσιο κι ερειπωμένο κοχύλι κι ο πρώην του αρχιερέας-κάτοικος είχε εξέλθει για ν’ αφήσει πίσω του ένα γλυκύ κουφάρι, ένα αμάλαγο χάλασμα.

Τώρα στην βιβλιοθήκη μου υπήρχαν όλα σχεδόν τα βιβλία του Ιωάννου ωσάν αντίλυτρο του φαντάσματος, ενώ την ίδια στιγμή εκείνος δεν υπήρχε πουθενά πέραν της σκαιής μνήμης και του αδύναμου πολτού που λιώνει κι επαφίεται επάνω στο ξύλο. Ήταν κάπως σαν να μην υπήρξε ποτέ ωσάν ύλη. Το ίδιο και το σπίτι του, ένα μέτρο και σαράντα εκατοστά απ’ την θύρα μου, ακολουθούσε τώρα την ίδια πορεία με τον πρώην ενοικιαστή του.

ioannou3

Έτσι μεταμορφώνεται και το κενολόγο σώμα και μια ωραία πρωία θα είναι τόσο μη αναγνωρίσιμο από τον ίδιο τον οφθαλμό του, που το είδωλο θα φρικιάσει. Εκ του ιδίου ζοφερού συντελεστή θα ερειπωθεί και το έκλαμπρο πνεύμα, όσο μείζον κι αν έχει καταστεί κατά τη διάρκεια της δύσκολης ανατροφής του.

Πόσο δύσκολο είναι να πεθαίνει ένα τόσο δυνατό πνεύμα; Ακόμη πιο δύσκολο όμως είναι να ερειπώνεται η κατοικία εκείνου του πνεύματος.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα κοιτάξουμε κλεφτά εντός ενός λάθρου ερειπίου ας το πράξουμε από μία νέα οπτική γωνία, σχεδόν μη υπαρκτή κι αποσυνάγωγη, μία κατακόρυφη θέαση λίαν μονωμένη εκ της προειρημένης λεπίδας του χρόνου.

Έτσι ή αλλιώς όλοι μας βρισκόμαστε αενάως εντός εξελισσόμενων ερειπίων, ορατών μα και αοράτων. Το έκπαγλο άστυ είναι ένα θεσπέσιο μελλοντικό ερείπιο. Το δικό μας. Εμείς οι ίδιοι είμαστε τα μελλοντικά ερείπια μας.

«Όταν η αγοραφοβία μου (ξανά)χτύπησε την πόρτα»

 

Η εξίσωση της όρασης των ερειπίων εμπεριέχει κάπου ετούτη τη φράση:

Ότι τείνει προς την εξαφάνιση, απολυτρώνεται εξ ολοκλήρου απ’ την θέσμια του υποχρέωση ν’ αντιπροσωπεύει το οτιδήποτε παρά μόνο ετούτο που εκείνη τη στιγμή είναι. Αυτή η πρόταση το κάνει πάραυτα αισθητικά ανώτερο.

Το ίδιο είμαστε κι εμείς σαν κόσμοι κι ωσάν σύνολα, ερείπια μέσα σε άλλα ερείπια. Μα τούτο δεν μου μοιάζει διόλου λυπηρό. Το αντίθετο μάλιστα.

* Gaston Bachelard, H ποιητική του χώρου, μτφρ. Βέλτσου, Χατζηνικολή, εκδ. Χατζηνικολή, σελ. 83.
** στο ίδιο, σελ. 134.

Δες στο παρακάτω άλμπουμ τα βιβλία του Γιώργου Ιωάννου: 



21 SHARES