Δεν είναι σίγουρο ότι θα έπινες σήμερα ουίσκι αν δεν υπήρχε το ουίσκι-κόλα

Το πιο κακόφημο και λοιδορούμενο «κοκτέιλ» έχει μια ενδιαφέρουσα κληρονομιά κι έχει προσφέρει μια σπουδαία υπηρεσία, μπορεί και δύο.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ζήτησες ένα ουίσκι-κόλα; Μάλλον ήσουν φοιτητής, τότε που η έννοια fine drinking σου ήταν πιο άγνωστη κι από τη Φυσικοχημεία ΙΙ, αλλά τότε δεν σε ένοιαζε, μαζί με το ρούμι-κόλα ήταν τα πρώτα σου ποτά, σε μια ηλικία που σε ένοιαζε περισσότερο εκείνο το 40% που γράφουν πάνω τα μπουκάλια και όχι το υπόλοιπο 60%. Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, στην Αμερική με τους περίεργους νόμους γύρω από την κατανάλωση αλκοόλ, αναφέρεται πως οι περισσότεροι 21χρονοι (επισήμως) ξεκινούν το ταξίδι τους στον μαγικό κόσμο των οινοπνευματωδών με ένα ουίσκι-κόλα. Ο Lemmy Kilmister το ολοκλήρωσε κιόλας σχεδόν καταφέρνοντας να δώσει το όνομά του στο αγαπημένο του Jack & Coke. Κι αν άρεσε τόσο πολύ στον θείο Lemmy, τότε ίσως γνώριζε κάτι που εμείς δεν ξέρουμε. 

Παρά το ότι οριακά μπορεί να χαρακτηριστεί κοκτέιλ η σύμπλευση αυτή, των μονάχα δύο υλικών και χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια ανάμιξης, η ιστορία του έχει μερικές ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Παρά τις όποιες παραλλαγές του μύθου, όλοι συμφωνούν πως αυτό το ντουέτο γεννήθηκε στον βαθύ αμερικανικό νότο. Ακόμα και πριν φτιαχτούν τα πρώτα αποστακτήρια μπέρμπον, και πριν την εφεύρεση της  coca-cola, υπήρξε κάτι σαν πρόδρομος. Ρούμι, ζάχαρη, πάγος και κάποιο αρωματικό ήταν το πρωινό της καλής κοινωνίας και πράγματι το δημοφιλές αναψυκτικό δεν είναι πολλά παραπάνω από ζάχαρη και αρωματικά. 

 

 

Φαντάζει με τεράστιο λογικό άλμα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι κάπου εκεί βρίσκεται και η διαφορά μεταξύ οίνου και κρασιού όπως τα εννοούσαν οι  Αρχαίοι ημών πρόγονοι. Το κρασί ήταν οίνος με νερό και διάφορα βότανα και αυτός ήταν ο τρόπος κατανάλωσης του οίνου, από την επίσης καλή κοινωνία. Αυτή η ανάμειξη μοιάζει να είναι τελικά στην ανθρώπινη φύση και η μίξη ουίσκι και κόλας, ήταν απλά θέμα χρόνου και τόπου, του χρόνου και του τόπου που θα συναντιόντουσαν.

Κάπου εδώ μπαίνει, καθόλου συμπτωματικά, η Ποτοαπαγόρευση αν και με ένα τρόπο εντελώς ανορθόδοξο σε σχέση με άλλα κοκτέιλ της εποχής εκείνης. Η εμφάνιση των αναψυκτικών τύπου κόλα συνέπεσε με την Ποτοαπαγόρευση προσπαθώντας να καλυφθεί κι ένα κενό. Η φήμη ότι τα αλκοολούχα ποτά με διάφορα πρόσθετα βότανα, μπαχαρικά και αρωματικά, είναι θεραπευτικά, ήταν ακόμα πολύ ισχυρή και δεν ήταν απλά μια δικαιολογία για να πιουν ένα ποτήρι παραπάνω. Οκ, κάποιοι το έκαναν και το κάνουν ακόμα, ειδικά με τα σφηνάκια του κάποτε θεραπευτικού Jägermeister, αλλά τότε το πίστευαν ακόμα.  

 

 

Η κόλα ήταν το αναψυκτικό των ενηλίκων στις αρχές του 20ου αιώνα γιατί ήταν η πολυτελής εκδοχή των cream sodas που έπιναν μέχρι τότε. Η συνάντηση με το ουίσκι έγινε ευκαιριακά, αλλά η Ποτοαπαγόρευση την έκανε γάμο. Σε αντίθεση με άλλα κοκτέιλ που προσπαθούσαν να κάνουν πιο πόσιμα τα κακής ποιότητας παράνομα ποτά της εποχής, η κόλα το έκανε και αυτό, αλλά έκανε και κάτι παραπάνω, βοήθησε στο λαθρεμπόριο. Μεταφέροντας έτοιμο ουίσκι-κόλα, premixed θα έλεγε ένας σύγχρονος bartender, κατάφερναν να περνάνε το ουίσκι από πολιτεία σε πολιτεία γλιστρώντας από τους αστυνομικούς ελέγχους.   

Αυτό ίσως να βοήθησε και στην καταστροφή της αναλογίας μεταξύ των δύο συστατικών, αφού περισσότερη κόλα σήμαινε και πιο δύσκολα ανιχνεύσιμο αλκοόλ. Ωστόσο αυτό το κόλπο, μαζί με άλλα πολλά εξίσου ευφάνταστα, κράτησε όρθια τα αποστακτήρια μπέρμπον σε εκείνη την εποχή και κατάφεραν να επιβιώσουν ακόμα και σήμερα. 

Μιλώντας για μπέρμπον, αξίζει να γίνει ένας μικρός διαχωρισμός, γιατί τελικά το ουίσκι-κόλα δεν είναι και τόσο κακός συνδυασμός και υπάρχει τρόπος να το απολαύσει κανείς και ως ενήλικας. Το μπέρμπον του πάει περισσότερο από σκωτσέζικο και δεν έχει να κάνει με τοπικισμούς, αλλά με τα υλικά και την καταγωγή τους, όπως σε μια χωριάτικη η ντομάτα πάει με τη φέτα ή κάποιο άλλο αιγοπρόβειο λευκό τυρί και όχι με γκούντα. 

 

 

Τα καπνιστά στοιχεία, η τύρφη και οι «γωνίες» των σκωτσέζικων, για τα single malts και τα πολύ παλιά δεν το συζητάμε καν, χάνονται και κοντράρονται με τη γλυκιά οξύτητα του αναψυκτικού. Το καλαμπόκι και η σίκαλη, κυρίως το καλαμπόκι ενός μπέρμπον στα φρέσκα βαρέλια του, αγκαλιάζει αυτή την γλυκιά οξύτητα και δημιουργεί ένα πιο ομοιογενές και στρογγυλό προφίλ. Όχι, δεν θα γίνει ποτέ martini, ούτε Manhattan, αλλά ούτε και Negroni, όμως ένα καλό μπέρμπον με κόλα μπορεί να γίνει ένα απολαυστικό και δροσερό long drink 4 εποχών. 

Για το τέλος ας επανέλθουμε στο πλήγμα που έφερε η Ποτοαπαγόρευση, αλλά και η κατανάλωση από άμαθους στο αλκοόλ που ήθελαν ένα πιο «μαλακό» και γλυκό πρελούδιο στην εισαγωγή τους στο αλκοόλ. Ο χρυσός κανόνας λέει πως δεν πρέπει να μπαίνουν πάνω από δύο μέρη αναψυκτικού για μέρος ουίσκι. Μία φέτα λεμόνι και πάγος που δεν λιώνει εύκολα ολοκληρώνουν τη συνταγή.