Ο ευτυχισμένος θάνατος της περιοδικίστικης γλώσσας

Ένας συντάκτης θυμάται τον συνάδελφο που τον βοήθησε να βρει τις δικές του Λέξεις πριν τις σκοτώσουν τα post του Facebook.

Αν σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησα να δουλεύω στα περιοδικά το 2006, είναι εύλογο να υποθέσει ότι έχω γνωρίσει και έχω συνεργαστεί με πάρα πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Αν και αυτό είναι αλήθεια, η οικογένεια των αντρικών περιοδικών ήταν πάντα μικρή. Κι αυτό γιατί τα έντυπα ή ακόμη και σήμερα τα αντρικά σάιτς, ήταν λίγα. Όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας, όλοι βλέπαμε τα κείμενα των άλλων και η δουλειά μας ήταν τέτοια που ο υγιής ανταγωνισμός βασιζόταν -εκτός από τον αριθμό των αντιτύπων που μετρούσαν οι εταιρίες διανομής- στην ποιότητα των κειμένων αυτών. Ακόμα και οι περισσότεροι διευθυντές περιοδικών και οι αρχισυντάκτες εκείνη την εποχή, τσινούσαν αν το ανταγωνιστικό έντυπο είχε ένα θέμα ή μια συνέντευξη που δεν κατάφερνες να γράψεις ή να έχεις εσύ. Και όχι επειδή θα κάνατε μικρότερα νούμερα κυκλοφορίας. Όλα αυτά κάποτε.

 

 

Ο Αντώνης είναι από τους πρώτους συναδέλφους που γνώρισα και που, συνολικά, έχω δουλέψει περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια. Έχει τελειώσει θεατρολόγος και όσο θυμάμαι από τις ιστορίες του, η ενασχόλησή του με τα περιοδικά και δη τα αντρικά συνέβη μάλλον τυχαία. Γνώριζα πως έδινε σημασία στο κείμενο, είτε αυτό προερχόταν από βιβλίο, είτε από περιοδικό, είτε ακόμα και αν διάβαζε κάποια ανορθόγραφη φράση γραμμένη σε τοίχο, αλλά έπρεπε να φτάσουμε στο σημείο να γίνει αρχισυντάκτης μου για να μπορέσω να δω τα πράγματα από την δική του σκοπιά. Δεν ξέρω αν η σκοπιά αυτή από την οποία αντιμετώπιζε τα κείμενα ήταν η σωστή, αλλά το αποτέλεσμα φαινόταν στον ακέραιο τρόπο της δουλειάς μας και την υλοποίηση της. Το γεγονός ότι ταίριαξε και σε μένα, ήταν μάλλον ότι κατάφερε να μου μεταδώσει αυτή τη βαθιά αγάπη και πίστη που έτρεφε πάντα για τις λέξεις, την ελληνική γλώσσα και τον τρόπο διατύπωσής της.

Γιατί ο Αντώνης δεν αντιμετώπισε ποτέ ευνοϊκά κάποιο κείμενο επειδή ήταν άποψη, επειδή ήταν συνέντευξη ή επειδή ήταν εμπορικό άρθρο. Αντιμετώπιζε όλα τα κείμενα το ίδιο γιατί απλούστατα, η δομή τους περιείχε τα ίδια όπλα που χρησιμοποιούσαμε για να κινητοποιήσουμε αυτό που θέλαμε στον αναγνώστη. Τις λέξεις. Επίσης ήταν λεπτολόγος σε τέτοιο σημείο που θα συνέβαιναν, φαντάζομαι, δύο πράγματα. Ή θα σου έσπαγε τα νεύρα με τις διορθώσεις του ή θα καταλάβαινες πως ήθελε να σε κάνει καλύτερο και να κατανοήσεις την γλώσσα λίγο παραπάνω. Γιατί στο φινάλε, ασχολιόσουν με αυτήν πλέον επαγγελματικά. Σε μένα συνέβη το δεύτερο. Έφτασε κάποια στιγμή που αυτό το «μικρόβιο» για την διατήρηση της γλώσσας ως έχει και όπως θα έπρεπε να διατυπώνεται, ρίζωσε μέσα μου για τα καλά. Στον Αντώνη είχε συμβεί ήδη. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που θυμάμαι το βλέμμα του όταν η Μαρία από την διόρθωση τον ενημέρωνε πως το «βρόμικο» δεν γράφεται πια με ωμέγα και ότι το «ξίδι» δεν θέλει πλέον το ύψιλον. Είχαμε στο πρόσωπο αυτήν την έκφραση της απογοήτευσης και δεχόμασταν μία παγκόσμια αλήθεια που ισχύει σε κάθε πολιτισμό και στη γλώσσα του στον πλανήτη. Ότι η τελευταία αλλάζει. Και αλλάζει συνέχεια.

 

 

Έπρεπε να δουλέψουμε στο Internet για να μάθουμε τι σημαίνει «γαλέρα». Και όχι μόνο από το κομμάτι του όγκου της δουλειάς, αλλά και από το γεγονός ότι οι περισσότερες σελίδες που δημιουργήθηκαν εκεί έξω μετά την πτώση των περιοδικών, ακύρωσαν όλα όσα προσπαθούσαμε να κάνουμε αυτά τα χρόνια. Για τη θεματολογία μπορεί να πει ο καθένας ό,τι θέλει. Την γλώσσα όμως και τους κανονισμούς της, την σεβαστήκαμε. Αρχικά το γεγονός και μόνο ότι οι περισσότερες σελίδες δεν έχουν διορθωτές όπως στα περιοδικά, προκαλεί αυτό το χάος που διαβάζουμε καθημερινά σε αναρτήσεις, σε κείμενα σε σάιτς, στα λοιπά social media. Mέχρι δηλαδή και σε πέντε λέξεις σε ένα κείμενο του Tik Tok. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Από την στιγμή που ο κόσμος πήρε βήμα χάρη στα social media, που άνθρωποι κέρδισαν μία εκπομπή, μία στήλη, ένα blog, μόνο και μόνο επειδή έκαναν έξυπνα ποστ στο Twitter ή το Facebook (και καλά έκαναν γιατί έβγαλαν λεφτά από την ιστορία), ο καθένας από εμάς εκεί έξω άφησε μία δόση της κουλτούρας του πάνω στη γλώσσα. Στην αρχή ήταν τα greeklish που ουσιαστικά έφεραν μία ολόκληρη νέα τάση επικοινωνίας, μέχρι να κάνουν τον κύκλο τους και ο κόσμος να γυρίσει πάλι το πληκτρολόγιο στα ελληνικά.

Έκτοτε ωστόσο, η ελληνική γλώσσα αλλάζει κάθε μέρα. Από τα ποστ των πολιτικών που κουνάνε το δάχτυλο στον κόσμο αλλά δεν μπορούν να βάλουν με τη σειρά υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο, από φουριόζους ψυχωτικούς που απειλούν θεούς και δαίμονες γράφοντας τα πάντα με κεφαλαία (κάποιοι τα τονίζουν μάλιστα και άλλοι όχι), από δήθεν κουλτουριάρηδες που γράφουν αρχαιοελληνικές φράσεις ή χρησιμοποιούν τις περισπωμένες και τις δασείες σε σημείο που σου έρχεται να γελάσεις, μέχρι τους νεότερους, τους πιτσιρικάδες, που στον καθημερινό τρόπο επικοινωνίας έχουν ένα κράμα λέξεων που περιλαμβάνει: αγγλικά, ελληνικά, emojis. Όλα στην ίδια πρόταση. Αυτό, τόσο ο Αντώνης όσο και ο κάθε γραφιάς σε περιοδικό που σεβάστηκε την γλώσσα και την δουλειά του, δεν προσπάθησε ποτέ να το αλλάξει. Τα είδαμε, τα διαβάσαμε, τα συζητήσαμε, ξενερώσαμε όλοι παρέα για το πώς κατάντησε η δουλειά μας, αλλά γνωρίζαμε πως δεν μας όρισε κανείς θεματοφύλακες σε χαμένα κείμενα από την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Είμαστε αυτοί που είμαστε και κάναμε αυτό που κάναμε. Κάποιοι το κάνουμε ακόμη και παλεύουμε μέσα μας για το αν έχουμε χρησιμοποιήσει τις σωστές λέξεις. Ακόμη και αυτό το κείμενο που διαβάζετε αυτή τη στιγμή, είναι γραμμένο με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν και δεν θα έχει με το μέλλον. Η γλώσσα που χρησιμοποιήσαμε για να μιλήσουμε τότε στον κόσμο, που με τις λέξεις της βγάλαμε τίτλους μπροστά σε εξώφυλλα, που γελάσαμε με υπότιτλους και που κρατήσαμε περήφανα (άλλες φορές ναι και άλλες όχι) τα τεύχη, δεν υπάρχει πια. Είναι μία άλλη.

 

 

Και ίσως αυτό να είναι και το σωστό. Ή μάλλον, το φυσιολογικό. Ότι η γλώσσα θα αλλάξει και θα ξαναλλάξει και όταν πλέον φτάσει σε μία τάση που θα πούμε μεταξύ μας «ως εδώ ήταν», θα αλλάξει πάλι. Οπότε, θέλω να πιστεύω πως ο Αντώνης το δέχεται όπως και εγώ. Στενάχωρα μεν, αλλά το δέχεται. Άλλωστε η πλειοψηφία των συναντήσεών μας μαζί με δύο άλλους συναδέλφους της Παλιάς Φρουράς, τον Παύλο και τον Γιώργο, περιορίζεται περισσότερο στο να πίνουμε ποτά και να λέμε ιστορίες. Από τα παλιά για τις δουλειές και από τα καινούργια για τις ζωές μας.

Οι λέξεις και η γλώσσα θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αλλά εκείνη που χρησιμοποιήσαμε εμείς, εκείνη η γλώσσα που παλέψαμε να φέρουμε και σε άλλες δουλειές και δεν τα καταφέραμε, δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν πράγματα να την θυμίζουν, μαζί με εμάς τους ίδιους, για κείμενα που γράφτηκαν και συγκίνησαν, που έφεραν τον κόσμο σε αντιπαράθεση, που τον έκαναν να γελάσει ή και να προβληματιστεί. Αυτή η γλώσσα των περιοδικών, της τότε δουλειάς μας έχει πλέον κοιμηθεί χαμογελαστή νιώθοντας πως εκπλήρωσε τον σκοπό της. Μας έδωσε ό,τι μπορούσε να μας δώσει και τώρα έχει δώσει και εκείνη την θέση της σε μία διαφορετική, κάνοντας πολλές φορές και εμάς τους ίδιους να νιώθουμε αδέσποτα σκυλιά που περιφέρονται χωρίς λόγο ψάχνοντας το γιατί.

 

 

Ωστόσο όλο αυτό που συνέβη, όλο αυτό που θα συνεχίσει να συμβαίνει όταν εμείς δεν θα είμαστε ούτε στάχτη, συνέβη για τις Λέξεις. Τις δικές μας Νεφέλες που υπηρετήσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε και πιστέψαμε. Αυτές που για πάντα θα ψάχνουμε τις σωστές, ακόμη και αν οι τάσεις αλλάζουν καθημερινά. Για τώρα, ας αφήσουμε την γλώσσα του Internet να κάνει το παιχνίδι της και των περιοδικών να κοιμηθεί.

Γιατί και εμείς κάποτε θα βρούμε τις σωστές λέξεις και θα είναι απλές.

 

* Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο στον Αντώνη Τζαβάρα και την άνευ όρων αγάπη του για την ελληνική γλώσσα και τις λέξεις.