Η ιστορία του παράνομου αλκοόλ στην εποχή της Ποτοαπαγόρευσης

H διακίνηση, το Bathtub Gin και οι Ιταλοαμερικάνοι έβγαλαν εκατομμύρια στις πλάτες της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘20, τα αδέρφια Genna και η συμμορία τους, είχαν γεμίσει την περιοχή Little Italy του Σικάγο με μικρά καζάνια απόσταξης, περίπου 4 λίτρων. Μοίρασαν αυτά τα καζάνια στις οικογένειες της περιοχής όπου έφτιαχναν ποτό στην κουζίνα τους. Τα αδέρφια Genna τους έδιναν και το σιρόπι καλαμποκιού ή τη βύνη και στη γύρα που έκαναν έπαιρναν το αλκοόλ και πλήρωναν τις οικογένειες με 15$ τη μέρα για να φτιάχνουν παράνομο αλκοόλ για λογαριασμό τους. ‘Ήταν μια πολύ επικερδής μπίζνα μιας και το αλκοόλ αυτό κόστιζε περίπου μισό δολάριο το γαλόνι για τη συμμορία, ενώ το πουλούσαν για 6 δολάρια στα speakeasy bars. Μια παρόμοια φάμπρικα είχε στήσει και ο gangster Frankie Yale, o οποίος πλήρωνε επίσης με 15 δολάρια δεκάδες νοικοκυριά Ιταλοαμερικάνων στο Brooklyn για να του φτιάχνουν αλκοόλ.  

Αυτές οι οικογενειακές «επιχειρήσεις» ήταν αμέτρητες μαζί με τους υπόλοιπους παράνομους απόστακτες κατά τη διάρκεια της Ποτοαπαγόρευσης. Πολλοί ακόμα οικογενειάρχες και νοικοκυρές έφτιαχναν το δικό τους ποτό για δική τους κατανάλωση. Χρησιμοποιούσαν μικρά αυτοσχέδια καζάνια στα οποία ζύμωναν μια υποτυπώδη βύνη από ζάχαρη, φρούτα, παντζάρια, ακόμα και φλούδες από πατάτες για να αποστάξουν 100% καθαρό αλκοόλ. Στη συνέχεια το αραίωναν με γλυκερίνη και λίγο έλαιο άρκευθου, γνωστό και ως juniper ως βελτιωτικό γεύσης. Ακολούθως το αραίωναν με νερό σε ίσα μέρη για να φτιάξουν κάτι σαν gin. Τα μπουκάλια που χρησιμοποιούσαν ήταν τόσο ψηλά που δεν χωρούσαν κάτω από τη βρύση του νεροχύτη ώστε να τα αραιώσουν και γι’αυτό το αραίωναν στη μπανιέρα. Έτσι βγήκε ο όρος Bathtub Gin.

 

 

Ελάχιστοι ήταν αυτοί με τον ουρανίσκο και το στομάχι που να μπορούσαν να αντέξουν το bathtub gin σκέτο. Οι bartenders στα speakeasies έπρεπε να γίνουν πιο εφευρετικοί και να αρχίσουν να «μπερδεύουν» την απαίσια γεύση αυτού του gin με αναψυκτικά, χυμούς, κομμάτια φρούτων, οτιδήποτε μπορούσε να καλύψει τη δυσωδία του. Τώρα πια ξέρουμε ότι η καταγωγή πολλών διάσημων cocktail είναι πολύ αρχαιότερη από την Ποτοαπαγόρευση, αλλά η Ποτοαπαγόρευση ήταν αυτή που έκανε μοδάτη και ευρύτατη την κατανάλωση cocktail.

 

Διάβασε εδώ για όλο το παράνομο κλίμα της Ποτοαπαγόρευσης.

 

Από τις πιο μεγάλες πόλεις, μέχρι το πιο απομακρυσμένο χωριό κι από τα υπόγεια, μέχρι τις σοφίτες και από τα βουνά μέχρι την έρημο, οι ερασιτέχνες αποστάκτες και οι λαθρέμποροι απλά κατέστησαν αδύνατη την εφαρμογή του νόμου Volstead που έκρινε παράνομη την παραγωγή και διάθεση αλκοόλ σε εθνικό επίπεδο. Το FBI κατόρθωσε να κατασχέσει 697.000 αυτοσχέδια καζάνια από το 1921 μέχρι το 1925. Μετά η κατάσταση ξέφυγε περισσότερο. Μόνο το 1928 κατασχέθηκαν 15.700 καζάνια και 4,5 εκατομμύρια λίτρα παράνομου αλκοόλ. Τα μεγαλύτερα καζάνια εκείνης της εποχής μπορούσαν να παράγουν ως και 20 λίτρα με τη μία απόσταξη που είχε διάρκεια περίπου 8 λεπτά. Μεγάλα καζάνια στην Νέα Υόρκη μπορούσαν να παράγουν 200 με 400 λίτρα αλκοόλ τη μέρα με κόστος κάτω από μισό δολάριο το λίτρο, το οποίο μεταπωλούσαν για 3-4 δολάρια. Οι εκτιμήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης αναφέρουν πως μέχρι το 1930 το κόστος του λαθραίου αλκοόλ που εισήχθη στις ΗΠΑ άγγιζε τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια. Ένα ποσό που αν θέλουμε να το φέρουμε σε σημερινές τιμές, ξεπερνάει τα 41 δις.

 

 

Μπακάλικα και μαγαζιά με οικιακό εξοπλισμό πωλούσαν νόμιμα όλα όσα χρειαζόταν ένα νοικοκυριό για να φτιάξει το δικό του σύστημα απόσταξης. Από χάλκινα σκεύη και σιρόπια, μέχρι μαγιά και μπουκάλια. Οι εκτιμήσεις του FBI αναφέρουν πως μόνο το 1929 η παραγωγή σπιτικής μπύρας ξεπέρασε 28 δις λίτρα. Ακόμα και η βύνη που χρησιμοποιούσαν για την μπύρα, το σιρόπι από βύνη, πωλούνταν νόμιμα σε όλα τα μαγαζιά με τρόφιμα. Η παραγωγή σιροπιού βύνης γνώρισε μεγάλη αύξηση στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης για να καταρρεύσει με τη λήξη της.

Η Ποτοαπαγόρευση όμως είχε και τις νόμιμες εξαιρέσεις της. Οι γιατροί μπορούσαν να συνταγογραφούν ουίσκι και άλλα ποτά που έβγαιναν από αυστηρά ελεγχόμενα από το κράτος αποστακτήρια, ως φάρμακα για διάφορες παθήσεις. Για να ελεγχθεί αυτή η εξαίρεση, κάθε γιατρός είχε δικαίωμα να συνταγογραφεί μισό λίτρο αλκοόλ κάθε 10 ημέρες. Ακόμα και αυτή η εξαίρεση όμως είχε δημιουργήσει το δικό της παρεμπόριο με γιατρούς και φαρμακοποιούς να πλαστογραφούν συνταγές που έδιναν ουίσκι σαν φάρμακο κατά του βήχα.

 

 

Μία ακόμα νόμιμη εξαίρεση ήταν αυτή που αφορούσε το κρασί. Ξεκίνησε για θρησκευτικούς λόγους επειδή το αναφέρει η Βίβλος και επειδή το ήθελαν οι ιερείς για τη Θεία Κοινωνία. Κάθε οικογένεια είχε δικαίωμα να φτιάχνει ως και 1.000 μπουκάλια κάθε χρόνο, αρκεί να το δήλωνε στις αρχές. Και αυτή η εξαίρεση οδήγησε σε ένα τεράστιο λαθρεμπόριο κρασιού με αποτέλεσμα εκεί που ο τόνος σταφυλιού ήταν 9,5 δολάρια το 1919, να φτάσει τα 375 δολάρια το 1924.

Ακόμα και οι ιερείς μπήκαν στο παιχνίδι του λαθρεμπορίου που πωλούσαν το κρασί της Θείας Κοινωνίας στη μαύρη αγορά απολαμβάνοντας μια κάποια ασυλία από το FBI. Αυτό το κρασί ήταν πολύ χαμηλής ποιότητας και μπορούσε να φτιάξει οποιοσδήποτε σπίτι του. Η πρώτη ύλη ήταν «τούβλα» από πατημένα σταφύλια, τα όποια είχαν πατηθεί για να βγει ο χυμός τους για την παραγωγή σιροπιού και άλλων προϊόντων. Στη συνέχεια έβαζαν αυτό το τούβλο σε ένα κουβά με 4-5 λίτρα νερού και το άφηναν να ζυμωθεί 20 μέρες περίπου, αυτό ήταν το σπιτικό κρασί της ποτοαπαγόρευσης. 

 

 

Στο μεταξύ οι επαγγελματίες εγκληματίες δεν σταματούσαν να βρίσκουν τρόπους για να εκμεταλλευτούν την Ποτοαπαγόρευση μιας και ο κόσμος διψούσε κυριολεκτικά για λίγο αλκοόλ. Μαζί με την παραγωγή σε μικροκλίμακα, την εισαγωγή από Αγγλία, Καναδά και Μεξικό, είχαν σκεφτεί κι άλλους τρόπους. Παρατημένα αποστακτήρια και εργοστάσια μπύρας άνοιγαν δια της βίας και έβαζαν τους πρώην υπαλλήλους να δουλεύουν, δίνοντας διέξοδο στην ανεργία. Η μπύρα δεν ήταν ακριβώς παράνομη στην Ποτοαπαγόρευση, αλλά έπρεπε να έχει ποσοστό αλκοόλ κάτω από 1%. Φυσικά η περίσσεια αλκοόλ μπορούσε είτε να ξαναμπεί στην μπύρα που πωλούσαν ή να το διαθέσουν στη μαύρη αγορά σαν πρώτη ύλη για bathtub gin. To λαθρεμπόριο μπύρας ήταν και το αγαπημένο του Al Capone στο Σικάγο, όταν πήρε τη δουλειά του Torrio. O Torrio στην ακμή του κατάφερνε να βγάζει 12 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, μέχρι να δώσει τη σκυτάλη στον Al Capone. 

 

 

Στόχος της μαφίας ήταν ακόμα και το βιομηχανικό αλκοόλ, το οποίο με την κατάλλη επαναπόσταξη, μπορούσε να γίνει πόσιμο. Μιλάμε φυσικά για το αλκοόλ που ήταν πρώτη ύλη για καθαριστικά, καύσιμα, καλλυντικά, χρώματα, διαλυτικά κλπ. Ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο προς κατανάλωση ακόμα και μετά τη δεύτερη απόσταξη, αλλά αυτό δεν μπορούσε να αποθαρρύνει ούτε τη μαφία, ούτε τους πότες.

Διάβασε επίσης: Πώς οι αμερικανικές αρχές, κατάφεραν να στριμώξουν τον Αλ Καπόνε.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο, οι αρχές εισήγαγαν τη χρήση του ξυλοπνεύματος ως πρόσθετο στο βιομηχανικό αλκοόλ. Το ξυλόπνευμα είναι εξαιρετικά τοξικό και μπορεί να προκαλέσει από νευρική βλάβη και τύφλωση, μέχρι θάνατο. Οι αρχές πίστευαν πως δεν μπορούσε να αφαιρεθεί με την διπλή απόσταξη, αλλά οι μαφιόζοι της εποχής απλά ζέσταιναν το αλκοόλ και περίμεναν να εξατμιστεί. Φυσικά πάντα υπήρχε κίνδυνος να μείνουν κάποια ίχνη ξυλοπνεύματος και χιλιάδες ήταν αυτοί που δηλητηριάστηκαν από το rotgut, όπως το έλεγαν αυτό το είδος αλκοόλ. 

 

 

Περίπου 50.000 Αμερικανοί έχασαν τη ζωή τους από δηλητηρίαση αυτού του είδους, μια εξέλιξη που οδήγησε τις αρχές το 1927 στην απόφαση να διπλασιάσουν την ποσότητα ξυλοπνεύματος στο βιομηχανικό αλκοόλ για να γίνει πιο δύσκολη η αποβολή του. Ακόμα πρόσθεσαν κηροζίνη και πυριδίνη για να κάνουν ακόμα πιο χάλια τη γεύση του και πιο δύσκολη την αποβολή τους.  Όπως αναμενόταν αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο, ίσα ίσα έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο το αλκοόλ που έβρισκε κανείς στα Speakeasy και οι θάνατοι συνέχισαν να αυξάνονται. Θάνατοι οι οποίοι τελικά έφεραν το τέλος της Ποτοαπαγόρευσης αφού όλοι θεωρούσαν υπεύθυνες τις αρχές για αυτούς.