Το ανθρωποκυνηγητό των Harrison Ford και Tommy Lee Jones είναι πλέον είδος υπό εξαφάνιση στο Hollywood.

Ήταν μια ταινία που κανείς δεν περίμενε να γίνει επιτυχία. Γραμμένη στο πόδι και ουσιαστικά reboot της ομότιτλης τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’60, «Ο Φυγάς» είχε όλους τους λόγους να αποτύχει. Η υπόθεση άλλωστε σου δίνει μία έξτρα ώθηση για να το πιστεύεις.

Ο καρδιοχειρουργός μέσης ηλικίας Richard Kimble (Harrison Ford) βρίσκει τη γυναίκα του δολοφονημένη από έναν μονόχειρα άντρα αλλά ο ίδιος φορτώνεται την κατηγορία και καταδικάζεται σε θάνατο για ένα έγκλημα που δεν έκανε. Στο δρόμο όμως για την εκτέλεσή του, το λεωφορείο βγαίνει εκτός πορείας, ύστερα ένα τρένο πέφτει πάνω στο λεωφορείο και από το πουθενά από μελλοθάνατος εξελίσσεται σε φυγά. Πέντε U.S. Μarshals τον κυνηγάνε με μανία –μεταξύ αυτών ο Samuel Gerard (Tommy Lee Jones)- αλλά αυτός είναι αποφασισμένος να αποδείξει ότι είναι αθώος. Και κάπως έτσι εξελίσσεται η ιστορία.

 

 

Δεν μπορείς να πεις ότι πρόκειται για να ένα σενάριο καινοτόμο, είχε προλάβει ο Κόμης του Μόντε Κρίστο να πάρει τα πρωτεία και σίγουρα πολλά ακόμα story με κάποιον αδίκως κατηγορούμενο πρωταγωνιστή που βρίσκει στο τέλος τον τρόπο να αθωωθεί. Στην περίπτωση βέβαια του «Φυγά», ούτε οι ίδιοι οι ηθοποιοί δεν είχαν πειστεί ότι το αποτέλεσμα θα ήταν καλό. Ο Harrison Ford φοβόταν ότι θα εξελισσόταν σαν το Hudson Hawk με τον Bruce Willis, δηλαδή μια «τρύπα» 51 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ο Tommy Lee Jones ήταν πεπεισμένος ότι μετά το ρόλο του ως Marshal, θα έκλεινε η καριέρα του.

 

Και τελικά επιτυχία

Όχι απλά εισπρακτική αλλά και οσκαρική. Πέρα από το γεγονός ότι βγήκε η 3η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία του 1993, το θρίλερ τουσκηνοθέτη, Andrew Davis διεκδίκησε 7 Βραβεία Όσκαρ, μεταξύ αυτών και της Καλύτερης Ταινίας. Τελικώς αποχώρησε με το βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου το οποίο κατέληξε στον Tommy Lee Jones. Όχι και άσχημα να θεωρείς πως ένας ρόλος σε καταδικάζει και τελικώς σου χαρίζει απλόχερα δόξα και ένα νέο μονοπάτι στον κόσμο του Hollywood.

Στο παρακάτω άλμπουμ σου θυμίζουμε πού έπαιξε έκτοτε:

 

 

Αναμφίβολα ο Harrison Ford ήταν στα χαρτιά το μεγάλο όνομα, αλλά στην ουσία ο ανταγωνιστής, ο τύπος που τον κυνηγούσε σε όλη την ταινία και σε γέμιζε με φόβο ότι τελικά δεν θα υπάρξει happy end, o Samuel Gerard ήταν εκείνος που έδινε συνεχώς το έναυσμα για μια ασταμάτητη καταδίωξη.

Έναν ρυθμό καταιγιστικό που δεν ήθελες να χάσεις δευτερόλεπτο από την αγωνία και το ανθρωποκυνηγητό που στήθηκε μεταξύ των δύο. Σαν μια βεντέτα μεταξύ εχθρών που όμως δεν μισιούνται καθόλου. Τόσο ο Kimble, όσο και ο Gerard πάλευαν σε όλη τη διάρκεια του φιλμ για ξεχωριστούς λόγους ο καθένας. Ο πρώτος για να αποδείξει την αθωότητά του, ο δεύτερος για να φέρει εις πέρας το καθήκον του ως U.S. Marshal.

Μία καταδίωξη που γέννησε ίσως το πιο ανταγωνιστικό «Ι don’t care» μετά το θρυλικό «I don’t give a damn» του Rhett Butler στο «Όσα Παίρνει ο Άνεμος».

 

 

Τι έκανε ξεχωριστό όμως το «Φυγά»;

Τα νέα παιδιά ενδεχομένως να μη δουν ποτέ με την ίδια όρεξη που καθόταν ο κόσμος πριν 20-30 χρόνια για να απολαύσει μια ταινία όπως το «The Fugitive», ίσως επειδή έχουν δει χιλιάδες φορές πλέον το ίδιο story. Παρόλα αυτά από τη μία η κοινή δυναμική του δίδυμου Ford-Jones, αλλά κυρίως το background των δύο πρωταγωνιστών είναι που κάνουν το φιλμ προσιτό και κυρίως fun to watch, όσα χρόνια και αν περάσουν.

Αμφότεροι δεν είναι ιδιοφυΐες, άνθρωποι με κάποια σούπερ δύναμη ή που κρύβουν κάποιο θανάσιμο μυστικό έτοιμο να βγει στη φόρα. Είναι απλοί χαρακτήρες της καθημερινότητας. Ένας γιατρός και ένας αστυνομικός που έτυχε να εξελιχθούν σε Γιάννη Αγιάνη και Ιαβέρη της δεκαετίας του ’90. Για τον Kimble του Ford, δεν έχεις καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για φυσιολογικής πάστας ανθρώπου, για τον Gerard από την άλλη ξύνεις το κεφάλι σου, αναφορικά με το αν κρύβει κάτι πίσω από την αγριεμένη του όρεξη να κυνηγήσει τον νο.1 Δημόσιο Κίνδυνο, είτε είναι μέσα στους υπονόμους, είτε κατά τη διάρκεια της παρέλασης του Αγίου Πατρίκιου στο Σικάγο. Η πλεκτάνη που αποκαλύπτεται στο τέλος και η αποκατάσταση της αλήθειας έρχονται ως μεγάλη επιβράβευση για τον καταιγιστικό ρυθμό των σχεδόν 2 ωρών που παρακολουθείς.

 

 

Ο Tommy Lee Jones κλέβει την παράσταση στον «Φυγά» από τον Harrison Ford όχι απλά επειδή έχει περισσότερους διαλόγους, αλλά γιατί διαρκώς σε βάζει σε αυτή τη δύσκολη θέση του να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτόν και τον Kimble. Με το πέρας της υπόθεσης αισθάνεσαι ότι ο τύπος που κυνηγάει αδίστακτα τον λάθος άνθρωπο, ακολουθεί έναν κώδικα. Κάτι που θα έκανε οποιοσδήποτε απλός και κυρίως σωστός άνθρωπος που έχουμε στη ζωή μας.

Όσο τα λεπτά περνάνε όμως είσαι βέβαιος ότι δεν θα δράσει σαν βολεμένος υπάλληλος της υπηρεσίας του που θέλει απλώς να κλείσει η υπόθεση, αλλά θα κάνει το σωστό, ακόμα και αν χρειαστεί να φτάσει μέχρι το τέλος για να το καταλάβει. Είναι και ο λόγος που το franchise συνεχίστηκε αλλά μόνο με τον ίδιο στη σόλο ταινία του «U.S. Marshals».

 

 

Μετά το «Φυγά» ο Tommy Lee Jones απογειώθηκε και εξελίχθηκε σε μια σπουδαία μορφή της Έβδομης Τέχνης. Όλα όμως ξεκίνησαν ουσιαστικά από μια ταινία που κανείς δεν περίμενε να πετύχει το 1993, με απλούς, καθημερινούς τύπους που παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και σου προσφέρουν μια μοναδική ατμόσφαιρα για όσο τους παρακολουθείς. Κάτι το οποίο λείπει από το σημερινό σινεμά.