ap Όταν ο Muhammad Ali υπηρέτησε την πατρίδα αρνούμενος να πολεμήσει γι’αυτήν

Το 1967 ξεκίνησε άθελά του έναν αγώνα ο οποίος έσπασε τη φούσκα μέσα στην οποία ζούσε η Αμερική, ο αγώνας αυτός έσπασε και τη φούσκα στην οποία ζούσε και ο ίδιος.

Όσο γοητευτική κι αν είναι μια ιστορία ενός ανθρώπου που κάνει τη διαφορά και αλλάζει τον ρου της ιστορίας, σπάνια έχει ιστορική ακρίβεια μια τέτοια ιστορία. Συνήθως είναι πιο καθοριστικό ένα σύνολο παραγόντων όπως κοινωνικοοικονομικών και τυχαίων γεγονότων, όμως μια φορά στο τόσο ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τη διαφορά και αυτός ήταν ο Muhammad Ali όταν είπε ότι δεν πρόκειται να πάει να πολεμήσει τους Viet Cong.

Από τη στιγμή που αρνήθηκε να δηλώσει παρών στο τοπικό τμήμα επιστράτευσης, κάτι σαν το δικό μας περιοδεύον, μέχρι τη δικαίωσή του μεσολάβησε ένας δύσκολος χρόνος. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο άλλαξε η Αμερική, αλλά άλλαξε και ο ίδιος. Βλέπετε όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο του Βιετνάμ δήλωσε αντιρρησίας συνείδησης. Επικαλούμενος τη μουσουλμανική του πίστη που δεν του επέτρεπε να πολεμήσει για τις μάχες των χριστιανών, δεν ήταν ακριβώς το πρότυπο που έψαχνε η αντιπολεμική Αμερική. 

 

 

Το Έθνος του Ισλάμ, στο οποίο άνηκε τότε ο Ali και μέσω αυτού έγινε γνωστός και ο Malcolm X, υπήρξε ίσως η πιο αμφιλεγόμενη οργάνωση που ανακατεύτηκε στην πολιτικά ταραγμένη εκείνη εποχή. Ένα κράμα ισλαμικών διδαχών, οι οποίες ποτέ δεν θεωρήθηκαν ορθόδοξες από το Ισλάμ που γνωρίζουμε, πολιτικού ακτιβισμού και ρατσισμού κατά των λευκών, ήταν μάλλον μια νηπιακή πλατφόρμα που ναι μεν αναγνώριζε τα προβλήματα των αφροαμερικανών, αλλά αδυνατούσε να προσφέρει μια λογική διέξοδο. 

Η πορεία του Ali μέσα από την αδιέξοδη οργή του Έθνους του Ισλάμ μέχρι να γίνει αντιπολεμικό σύμβολο ολόκληρου του αμερικανικού έθνους θυμίζει κινηματογραφικό αγώνα μποξ. Αυτούς τους αγώνες που ο πρωταγωνιστής δεν κερδίζει με νοκ άουτ στον τρίτο γύρο, αλλά τρώει ανελέητο ξύλο για άπειρους γύρους μέχρι που βρίσκει τη δύναμη και το κουράγιο και ξαπλώνει τον αντίπαλο. Κι αυτό γιατί στην αρχή ο Ali δεν είχε πολλούς συμμάχους. 

 

 

Μέχρι το 1967 η στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης στον πόλεμο του Βιετνάμ ήταν πλειοψηφικό ρεύμα. Μόνο κάποιοι περιθωριακοί χίπιδες δήλωναν αντίθετοι και κανείς δεν μπορούσε να τους πάρει στα σοβαρά. Η δήλωση του Ali έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία από τη στιγμή που ήταν ο πρώτος αναγνωρίσιμος και δημοφιλής που εναντιώθηκε. Βέβαια η δημοφιλία του έπεσε αμέσως στα τάρταρα, έχασε τους τίτλους και τις διακρίσεις του, έχασε το δικαίωμα να αγωνίζεται εντός των ΗΠΑ και το δικαίωμα να ταξιδέψει εκτός της χώρας. Δεν ήταν πια εκείνο το  18χρονο παιδί θαύμα που κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης λίγα χρόνια νωρίτερα. 

Ήταν πρακτικά χρεωκοπημένος, φρεσκοπαντρεμένος με τη γυναίκα του έγκυο και κάπως έπρεπε να βρει έναν τρόπο να βιοποριστεί. Στα πανεπιστήμια εκείνη την εποχή άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες αντιπολεμικές συγκεντρώσεις και ένας ομιλητής σαν τον Muhammad Ali θα έδινε κύρος και μαζικότητα. Άρχισε να δίνει ομιλίες επί πληρωμή στα πανεπιστήμια, όμως οι ομιλίες είχαν αντίστροφο εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Οι φοιτητές δεν έμαθαν τίποτα από τον Ali. Τα τσιτάτα του Έθνους του Ισλάμ έφερναν αποδοκιμασίες και γέλια. Οι παραινέσεις του για αποτροπή διαφυλετικών γάμων και τα κηρύγματα περί χριστιανικού πολέμου ήταν εκτός πολιτικής πραγματικότητας. Σταδιακά μέσα από την ακούσια τριβή του με το αντιπολεμικό κίνημα, το οποίο είδε να γιγαντώνεται μπροστά του, άρχισε να αναθεωρεί και ο ίδιος τους δογματισμούς του.  Εγκαταλείποντας τους δογματισμούς ήρθε πιο κοντά στον Martin Luther King και έγινε το πρόσωπο του αντιπολεμικού κινήματος. 

 

 

Μέχρι τη στιγμή που ο Ali δήλωσε την άρνησή του να πολεμήσει στο Βιετνάμ, 20.000 Αμερικανοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί στη ζούγκλα της ασιατικής χώρας. Τη χρονιά εκείνη που ο Ali προσπαθούσε να επιβιώσει αφυπνίζοντας την Αμερική ξέσπασε η μάχη του Τετ στο Βιετνάμ. Η μεγαλύτερης έκτασης επίθεση που εξαπέλυσαν οι Viet Cong η οποία οδήγησε σε μια πύρρειο νίκη τους Αμερικανούς. Η Σαϊγκόν μπορεί να κρατήθηκε όμως μόνο σε αυτή τη χρονιά οι Αμερικάνοι έχασαν ακόμα 15.000 στρατιώτες. Τα ψέματα για έναν πόλεμο που μπορεί να κερδηθεί είχαν πλέον τελειώσει και ο Ali ήταν ο τηλεβόας της διάψευσης. 

To Οκτώβριο του 1968 η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και η απαγόρευση να αγωνίζεται ήταν ακόμα σε ισχύ, όμως η φήμη του Ali μπορούσε να ταξιδέψει και να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού. Εκεί οι Tommie Smith και John Carlos κατέκτησαν το χρυσό και το χάλκινο μετάλλιο αντίστοιχα στα 200 μέτρα. Η φωτογραφία της απονομής των μεταλλίων με τις υψωμένες γροθιές δεν θα υπήρχε χωρίς την έμπνευση από τον αγώνα του Ali. 

 

 

Τα επόμενα 3 χρόνια το κατεστημένο των ΗΠΑ προσπαθούσε μάταια να ελέγξει το φαινόμενο Ali, ήταν οι τελευταίες φορές που ακούστηκε να τον φωνάζουν με το όνομα Cassius Clay, φωνές οι οποίες καταδικάστηκαν άμεσα στην αφωνία του σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας καθώς το 1971 ο Muhammad Ali κέρδισε πανηγυρικά όλες τις εφέσεις από τις στημένες δίκες που προσπάθησαν να τον κοντύνουν. Ο Ali κέρδισε πίσω τον τίτλο του στο Ανώτατο Δικαστήριο και για να κλείσει και το τελευταίο στόμα κέρδισε δύο ακόμα παγκόσμιους τίτλους βαρέων βαρών.

 



13 SHARES