Michael Caine: Πώς κατάφερε να αλλάξει την πορεία του κινηματογράφου με το Get Carter

Ήταν η ταινία που ενέπνευσε τον Quentin Tarantino να γίνει σκηνοθέτης και αυτό αρκεί για μπει το πάνθεον των πιο επιδραστικών στιγμών του κινηματογράφου.

Η δεκαετία έχει χαρακτηριστεί πολλάκις ως η αδικημένη δεκαετία. Όλα τα σημαντικά γεγονότα είχαν συμβεί ήδη και το μόνο που της απέμεινε να κάνει είναι διαχειριστεί τα κατακλυσμιαία φαινόμενα που άφησαν πίσω τους τα ταραχώδη 60s. Η κενότητα των 70s από σπουδαία γεγονότα, τουλάχιστον όχι τόσο σπουδαία, άφησε ελεύθερο το πεδίο στις τέχνες να καταπιαστούν με την καταγραφή των γεγονότων πολύ πριν αναλάβει να τα απομυθοποιήσει η ιστορική επιστήμη. Το Get Carter γυρίστηκε το 1971, συμπληρώνοντας 50 χρόνια, και είναι η πεμπτουσία αυτής της καταγραφής. Οι δίδυμοι αδελφοί Kray μόλις είχαν συλληφθεί και καταδικαστεί και το κοινό μόλις είχε αρχίσει να τσαλαβουτάει ηδονικά μέσα στις λάσπες του οργανωμένου εγκλήματος. Δεν αρκούσε πια μια καλή ιστορία, η βία έπρεπε να αποτυπώνεται ρεαλιστικά, ωμά χωρίς φτιασίδια και περιτυλίγματα. Γι’αυτά άλλωστε φρόντιζαν τα κοστούμια που άρχιζαν να παίρνουν κι αυτά τον δικό τους ξεχωριστό ρόλο στο αισθητικό χτίσιμο των κινηματογραφικών μύθων.

Μπορεί οι γκανγκστερικές ταινίες να θεωρούνται ένα κυρίως αμερικάνικο προϊόν, με τις υπόλοιπες χώρες απλά να πλαισιώνουν το είδος, όμως οι Βρετανοί είχαν πάντα τον δικό τους τρόπο να κάνουν τα πάντα. Οι ταινίες του είδους είναι ένα μόνο από αυτά. Το ταξίδι του Caine από το Λονδίνο στο Newcastle, για να διερευνήσει τον θάνατο του αδερφού του, είναι ένα διαρκές γκρέμισμα της κυρίαρχης pop culture της εποχής και το χτίσιμό της από την αρχή. Με τα ίδια υλικά, μα εντελώς διαφορετική. Ταυτόχρονα ο Caine μας χάρισε μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, την καλύτερη βρετανική για πολλούς, μέσα από αμέτρητα μπουκάλια αλκοόλ και αγνής, ανόθευτης βίας. Το ότι τα έκανε όλα αυτά με ραμμένα πάνω του ρούχα που κάνουν τον James Bond να μοιάζει με αδιάφορο πωλητή, ήταν απλά το τραγανό κερασάκι στην τούρτα.

Παρά τη σπουδαιότητά του ως πολιτισμικό προϊόν μιας αναδυόμενης pop culture, η αναγνώριση του Get Carter δεν ήρθε στιγμιαία. Ίσως γιατί δεν είχε τη σωστή καταγωγή (aka αμερικάνικη), ίσως γιατί ήταν και το ίδιο ένας χαρακτήρας ο οποίος έπρεπε να αναπτυχθεί στον χρόνο. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, πριν καν αρχίσουν τα γυρίσματα της ταινίας.

Η εκδοτική αγορά, περισσότερο ίσως κι από την κινηματογραφική, διψούσε για ιστορίες εγκλήματος και ο συγγραφέας Ted Lewis έδωσε στο κοινό το “Jack’s Return Home”. Μόλις το διάβασε ο παραγωγός Michael Klinger, σκέφτηκε πως μπορεί να αποτελέσει ιδανική βάση για ένα σενάριο ταινίας. Οι βρετανικές ταινίες με γκανγκστερς ήταν ακόμα στα σπάργανα και θεώρησε πως αυτό θα ήταν ένα ιδανικό ξεπέταγμα. 

Όταν το less is more βρίσκει εφαμοργή και στο budget

Οι δυσκολίες φάνηκαν από την αρχή καθώς η χρηματοδότηση ήταν μάλλον φειδωλή. Στις αρχές του ‘70 ο δανεισμός άρχισε να γίνεται ακριβότερος και οι περιορισμοί στο budget μονόδρομος προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η ταινία. Πρώτος συμβιβασμός, τουλάχιστον οικονομικός, ήταν τη προσlήψη του Mike Hodges. Γιατί να προσλάβεις και σεναριογράφο και σκηνοθέτη για μια ταινία με σχεδόν έτοιμο σενάριο; Ο Hodges με μοναδική εμπειρία την σκηνοθεσία και τα σενάρια σε ντοκιμαντέρ, ήταν σίγουρα μια επιλογή χαμηλού κόστους, όχι όμως και ποιότητας. Έγραψε από την αρχή το σενάριο της ταινίας με βάση το βιβλίο και σκηνοθέτησε την ταινία για μόλις 7.000 λίρες.

Η οικονομία που έγινε πίσω από την κάμερα δεν επαναλήφθηκε και μπροστά από αυτή. Ο Michael Caine ήταν ήδη γνωστός από τη συμμετοχή του σε μεγάλες ταινίες όπως το Italian Job ή το Battle of Britain και ο ρόλος του Jack Carter μάλλον ήταν αρκετά μακριά από το υποκριτικό του στυλ. Όμως ο Caine δέχτηκε με χαρά τον ρόλο του Carter. O λόγος που το έκανε είναι γιατί ήθελε να αλλάξει την εικόνα των εγκληματιών, τουλάχιστον όπως αποτυπώνεται στις αγγλικές ταινίες. Μέχρι τότε οι εγκληματίες παρουσιάζονταν ως ηλίθιοι, ως αστείοι, ή και τα δύο μαζί. Ήθελε να δείξει ότι οι εγκληματίες δεν είναι τίποτα αυτά, είναι πολύ σοβαροί και καθόλου αστείοι. 

Πήρε τόσο σοβαρά την αποστολή αυτή ώστε να συμμετέχει όλο και πιο ενεργά στην παραγωγή. Η συμμετοχή του ήταν τόσο ενεργή και καθοριστική στην ταυτότητα της ταινίας ώστε να κερδίσει επάξια μια θέση στα credits ως συμπαραγωγός. Απαίτησε περισσότερες σκηνές βίας, πιο υποκοσμιακές και σίγουρα πιο ρεαλιστικές. Για να το καταφέρει έφτασε μέχρι το σημείο να ζητήσει και συμβουλές από «ειδικούς» δηλαδή από γνωστούς του από τον χώρο του υπόκοσμου.

Ο Carter ζούσε για πάντα μέσα στον Michael Caine και απλά έψαχνε την αφορμή για να βγει προς τα έξω. Η δράση του Carter ήταν θραύσματα από την παιδική του ηλικία. Η υπερβολική βία στους δρόμους, η ψυχραιμία με την οποία κάποιος βουτάει τόσο βαθιά σε αυτή, ήταν όλα βιώματα που είχε δει ως παιδί. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως ο Carter ήταν ένα φάντασμα του εαυτού του.

Η χημεία μεταξύ των συντελεστών δεν απαραίτητη 

Η πιο περίεργη ιστορία που μπλέκει το σενάριο με το casting του Get Carter ήταν αυτή του Ian Hendry. Πάνω σε αυτόν είχε γράψει τον ρόλο του Carter o Hodges όμως τελικά του έδωσε ως ανταμοιβή τον ρόλο του Eric Paice. H καριέρα του Hendry είχε αρχίσει να παίρνει την κατηφόρα και το αλκοόλ ήταν η καλύτερή του παρέα. Τόσο καλή που έκανε εξαιρετικά δύσκολη τη συμβίωση στο σετ με τον Caine, αλλά και με τους περισσότερους συντελεστές. Σε πολλές σκηνές ήταν όντως μεθυσμένος και αυτό έκανε ακόμα πιο αληθοφανή τον εκνευρισμό του Caine.

Στη σκηνή που ο Caine καταδιώκει τον Hendry, η καταδίωξη έχει γυριστεί ανάποδα γιατί ο Hodges δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορέσει να έχει μια πειστική σκηνή θανάτου από τον μεθυσμένο και αδύναμο Hendry. To έξυπνο αυτό κόλπο, σε συνδυασμό με το ότι πήρε τη σκηνή πάνω του o Caine, έδωσε μια μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας με φόντο τις μουντές παραλίες του ανατολικού Durham.

O Hendry δεν ήταν ο μοναδικός που έπρεπε να προσέχουν στο cast. Ο John Osborne που επιλέχθηκε για τον ρόλο του Cyril Kinnear δεν μπορούσε να πει με πολύ πειστικό τρόπο τις ατάκες του. Ο έμφυτος ευγενικός και γλυκός τρόπος ομιλίας του ήταν ήταν πολύ στενά παπούτσια για να μπουν τα πόδια ενός μεγαλοεγκληματία. Παρόμοια προβλήματα υπήρχαν και με τον Bryan Mosley, ο οποίος ήταν τόσο πιστός καθολικός που έψαχνε διαρκώς τη μετάνοια μέσω του πνευματικού του, για να καταφέρει να πει όλες τις βρισιές και να κάνει όλες τις βίαιες πράξεις που απαιτούσε το σενάριο.

Τα χρήματα ήταν ο μοναδικός λόγος που έπεισαν το sex symbol Britt Ekland να δεχτεί τον ρόλο της σε μια ταινία που ούτε αυτή αισθανόταν άνετα. Βέβαια η υπομονή της απέδοσε και δύο χρόνια μετά υποδύθηκε ένα Bond girl στο The Man with the Golden Gun και αποζημιώθηκε πλήρως. 

Ήταν σίγουρα ένα ασυνήθιστο σετ, για μια πολύ ασυνήθιστη ταινία και ο Hodges το πήγε έτσι μέχρι τέλους. Το ντοκιμαντερίστικο στυλ του παρέμεινε ζωντανό και στην πρώτη του μεγάλη δραματική ταινία. Μπορεί να το έκανε γιατί μόνο έτσι ήξερε να σκηνοθετεί, αλλά και γιατί έτσι μείωνε κατά πολύ το κόστος παραγωγής. Όλο το συνεργείο του ήταν από τα ντοκιμαντέρ, πολύ πιο χαμηλών οικονομικών απαιτήσεων από αυτά των ταινιών. Αντί για κομπάρσους φώναζε περαστικούς γιατί δεν χρειαζόταν να τους ντύσει, ήταν αληθοφανείς από μόνοι τους ως περαστικοί.

Για τον ίδιο λόγο δεν ήθελε να συμπεριλάβει και μια μεγαλειώδη σκηνή καταδίωξης με αυτοκίνητα παρά, το γεγονός ότι υπήρχε σαν σκέψη στο σενάριο. Ο Hodges υποστήριξε πως οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση μετά από συνεννόηση με τον Caine γιατί δεν ήθελαν με τίποτα μια σκηνή που να θυμίζει Bullitt. Η περίφημη σκηνή στους λόφους του San Francisco μπορεί να ήταν μόλις τριών ετών, αλλά είχε κερδίσει ήδη τον τίτλο, που κατέχει ακόμα, του καλύτερου κινηματογραφικού car chasing. Με το να αποφύγουν τη σύγκριση, δεν μειώσαν μόνο το κόστος παραγωγής, αλλά έδωσαν ακόμα περισσότερους πόντους αληθοφάνειας στο Get Carter. Οι γκανγκστερς δεν είναι κοντράκηδες, όσο περίεργο κι αν φαίνεται μετά από τόσες ταινίες με σκηνές καταδίωξης. 

Όσο και να αργεί, τελικά έρχεται η αναγνώριση

Τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αρκετά για να πάρει διθυραμβικές κριτικές το Get Carter. Για την ακρίβεια δεν πήρε καν καλές κριτικές. Η αναγνώριση ήρθε πολύ μετά και όχι από το κοινό που το ανακάλυψε σε ξεχασμένα συνοικιακά σινεμά και video clubs. Έπρεπε να έρθει ο Quentin Tarantino και ο Guy Ritchie και οι πρώτες τους ταινίες για να γίνει αυτό. Οι πρώτες τους ταινίες οδήγησαν και στις πρώτες συνεντεύξεις και η απάντηση στο ερώτημα «ποια ταινία σας έκανε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο;» ήταν ομόφωνη, το Get Carter. Στα video club βγήκε μόλις το 1993 και το ενδιαφέρον συμπαρέσυρε κι ένα εκδοτικό ενδιαφέρον για το αρχικό βιβλίο του Ted Lewis που έζησε μια ακόμα νιότη στις λίστες με τα ευπώλητα. 

Λένε πως ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής για μια ευρωπαϊκή ταινία δεν είναι να σαρώσει στα oscars, αλλά να αποκτήσει ένα ντροπιαστικό αμερικάνικο remake. Το Get Carter τότε μάλλον δικαίως φέρει τον τίτλο της καλύτερης βρετανικής ταινίας όλων των εποχών σύμφωνα με τη λίστα του περιοδικού Total Film. Το remake του 2000 με τον Sylvester Stallone είναι το πιο ντροπιαστικό remake στην ιστορία των πιο ντροπιαστικών remake του Hollywood.



6 SHARES