Μαζί με το Νίκο Γκάλη γεννήθηκε και το ομορφότερο ελληνικό μπάσκετ

64 χρόνια και ακόμη μονολογούμε το «Τι την έκανε την μπάλα ο θεός;».

Αυτές τις μέρες, που ένας Έλληνας κατέκτησε την κορυφή του ΝΒΑ, που με τη σκληρή δουλειά του, την ταπεινότητά του και τη δίψα του να διακριθεί χάρισε το πρωτάθλημα στους Μπακς μετά από μισό αιώνα, είναι παράλληλα τα γενέθλια του ανθρώπου που άλλαξε για πάντα τη μοίρα του ελληνικού μπάσκετ. 
 
Πολλά – πολλά χρόνια πριν γεννηθεί ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, γεννήθηκε ο Νίκος Γκάλης. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός – 183 πόντους μπόι είχε, δεν είχε τεράστιο άνοιγμα χεριών, δεν κάρφωνε πάνω από τους αντιπάλους του. Δεν κατάφερε να αφήσει το στίγμα του στο ΝΒΑ, ούτε να πάρει κάποιο πρωτάθλημα εκεί. Αλλά όταν μιλάμε για εργατικότητα, για θέληση, για σκληρή προπόνηση, μιλάμε για το Νίκο Γκάλη. Τον άνθρωπο με το τόσο «παγωμένο» βλέμμα στο γήπεδο, που σχεδόν σε τρόμαζε: τέτοια συγκέντρωση, δεν πρέπει να έχει ούτε χειρουργός που κάνει την πιο «λεπτή» και δύσκολη επέμβαση. 
 
 
 
 
 
Για όποιον έχει «ζήσει» το Νίκο Γκάλη, με τη φανέλα του Άρη, της Εθνικής, του Παναθηναϊκού, δεν χρειάζεται να πει πολλά: τα πράγματα που έκανε στο γήπεδο, ήταν κυριολεκτικά αδιανόητα. Δεν υπήρξε αντίπαλος που να μην τον νίκησε, δεν υπήρξε άμυνα που να μην την έκανε σμπαράλια, δεν υπήρχε «ψηλός» που να μην έμεινε με την απορία πώς στην ευχή του έβαλε καλάθι «μέσα στα μούτρα του». Δεν υπήρξε αμυντικό πλάνο αντιμετώπισής του που να μην πήγε περίπατο, δεν υπήρξε άνθρωπος που να μην πει «πώς γίνεται να περπατάει στον αέρα»; Διότι ο Νικ, με το γερό πάτημα και το δυνατό άλμα, με το «διπλό σπάσιμο μέσης», έμοιαζε πραγματικά σαν να περπατάει στον αέρα. Σαν να μένει λίγα δέκατα του δευτερολέπτου στον αέρα παραπάνω από τους αντιπαλους του – όσο του χρειαζόταν για να φτάσει μέχρι το αντίπαλο καλάθι. 
 
Ο Νίκος Γκάλης δούλεψε στη ζωή του όσο ελάχιστοι αθλητές. Θυμάμαι τις παραμονές του Ευρωμπάσκετ του ‘87, που μάζευα αποκόμματα εφημερίδων, να διαβάζω γι’ αυτόν τον τύπο που κάθε πρωί φόραγε ένα γιλέκο με βάρη και έτρεχε μόνος του στην αμμουδιά. Και μετά πήγαινε στο γυμναστήριο και σήκωνε καμιά 300ριά κιλά στο σκουότ, για να φτιάξει ατσάλινους τετρακέφαλους, για να δυναμώσει τη μέση του, για να πατάει γερά στο παρκέ, για να «περπατάει στον αέρα». Ήταν ο ίδιος τύπος που πήρε την Εθνική Ελλάδας από το χέρι και την έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης, κόντρα στην πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση και την πανίσχυρη (ενωμένη τότε) Γιουγκοσλαβία. 
 
 
 

Ήταν, είναι και θα είναι ο «τι την έκανε τη μπάλα ο θεός;» Ο «κι εσύ Γιαννάκη πάρτους τα μυαλά, κι εσύ Γκάλη ρίξτους στο κεφάλι». Ο «Γκάνγκστερ», ο «Νικ δε Γκρικ», ο Νίκος Γεωργαλής που ήρθε από τις ΗΠΑ για να αλλάξει για πάντα τη μοίρα του ελληνικού μπάσκετ, για να σπρώξει εκατοντάδες χιλιάδες παιδάκια στα γήπεδα «για να γίνουν Γκάληδες», για να εμπνεύσει τους επόμενους σπουδαίους, το Διαμαντίδη, το Σπανούλη, το Ζήση, το Μπουρούση, το Φώτση και τα άλλα παιδιά να αγαπήσουν το μπάσκετ και να συνεχίσουν την κληρονομιά του. Ήταν, είναι και θα είναι ένας άνθρωπος που αγαπάμε πολύ και σεβόμαστε άπειρα – κι ας μην ήταν ποτέ «δημοσιογραφικός», εξωστρεφής, «έξω καρδιά» και ιδιαίτερα κοινωνικός. Ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του τι μπορείς να γίνεις όταν προσπαθείς και πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν δουλεύεις σκληρά.
 
Νίκο Γκάλη, χρόνια σου πολλά. Σε ευχαριστούμε από καρδιάς για όλα αυτά που μας έχεις χαρίσει. 


382 SHARES