Πριν το MCU γίνει θρησκεία, πριν καν έρθει ο Iron Man και οι αίθουσες γεμίσουν με στολές, σφυριά και post-credits scenes, υπήρξε μια στιγμή που οι ήρωες της Marvel φόρεσαν κάτι πιο βαρύ από spandex: μπήκαν σε 3D combat arena και έπαιξαν ξύλο σαν να μην υπάρχει αύριο.
Και το… Battleworld τους; Marvel Nemesis: Rise of the Imperfects.
Το πιο ενοχλητικό trend είναι τα ΑΙ leaks από το σετ των Avengers
Πρόκειται για εκείνο το videogame, κυκλοφόρησε το 2005, πολύ πριν το Marvel: Ultimate Alliance και έτη φωτός πριν το Marvel's Avengers προσπαθήσουν να χωρέσουν το cinematic σύμπαν σε live service καλούπια. Και μπορεί να μην τρέλανε κριτικούς και Metacritic, αλλά είχε κάτι που ακόμα και σήμερα μοιάζει μπροστά από την εποχή του.
Generation X: Η πρώτη ταινία X-Men δεν είναι αυτή που θυμάσαι
3D combat, όχι αστεία
Η βασική του ιδέα ήταν απλή και ταυτόχρονα τολμηρή: πάρε ήρωες όπως ο Spider-Man, ο Wolverine, ο Iron Man, ρίξ’ τους σε fully 3D arenas και άσε τους παίκτες να κινηθούν ελεύθερα, να πετάνε αυτοκίνητα, να κοπανάνε αντιπάλους σε τοίχους και να ενεργοποιούν finishing moves που θύμιζαν κάτι από… Mortal Kombat σε superhero εκδοχή.
Δεν ήταν button-masher της κακιάς ώρας, αλλά brawler arena με ταυτότητα. Κάτι ανάμεσα σε κόμικ και industrial εφιάλτη, και κυρίως σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό για Marvel, στα όρια του άβολου.

Το Nemesis δεν είχε τη χαριτωμένη λάμψη που θα βλέπαμε λίγα χρόνια μετά στο MCU. Είχε ελέγχους μυαλού, alien συσκευές καρφωμένες στον σβέρκο ηρώων και μια γενικότερη διάθεση “όλοι μπορούν να πέσουν”. Ακόμα και ο Daredevil ξεκινούσε το παιχνίδι ως πιόνι.
6 πράγματα που θα κάνουν το φινάλε του Daredevil: Born Again πραγματικά επικό
Απέναντι στους κλασικούς ήρωες, μια ολοκαίνουργια υπερ-ομάδα ονόματι Imperfects. Πρωτότυποι χαρακτήρες, φτιαγμένοι ειδικά για το game, με δική τους μυθολογία, βγαλμένοι από έναν alien scientist, ονόματι Niles Van Roekel. Ανάμεσά τους η Paragon (aka Maya), ίσως το πιο ενδιαφέρον narrative χαρτί του τίτλου, μια πολεμίστρια που ξεκινά ως δημιούργημα ενός εξωγήινου mastermind και καταλήγει να αμφισβητεί τον ίδιο της τον ρόλο.
Για Marvel game του 2005; Τολμηρό.
Η ιδέα που ακόμα δεν έχει αξιοποιηθεί σωστά
Αν αφήσουμε στην άκρη τα προβλήματα του κάπως ελλιπούς story mode και το κάπως άνισο AI (ναι, όλοι θυμόμαστε projectile spam και “φάε fatality γιατί έτσι”), αυτό που μένει είναι η κεντρική ιδέα. Superheroes σε ελεύθερο 3D combat περιβάλλον, με βαρύτητα, καταστροφή και finishing moves που σε έκαναν να νιώθεις ότι παίζεις κόμικ και όχι απλώς licensed product.

Ακόμα και σήμερα, λίγα Marvel games τόλμησαν να μπουν τόσο βαθιά στο competitive arena brawler μοντέλο με τέτοια ένταση. Και ναι, ήταν πιο dark από τα Injustice Games της DC, αν και το Nemesis δεν ήθελε να σου πει μια ιστορία, αλλά να σε τοποθετήσει μέσα στη σύγκρουση.
Και αυτό, για την εποχή του PlayStation 2 και του πρώτου Xbox, ήταν κάτι το phenomenal, που δυστυχώς δεν αναγνωρίστηκε ποτέ.
Το PlayStation 2 αναδείχθηκε κορυφαία κονσόλα ever στις ΗΠΑ. Διαφωνεί κανείς;
Βγήκε σε λάθος εποχή;
Ίσως. Το 2005 ο κόσμος δεν είχε ακόμα «εκπαιδευτεί» να βλέπει όλους αυτούς τους ήρωες ως ένα ενιαίο, pop culture υπερ-σύμπαν. Σε μια εποχή που το MCU δεν υπήρχε ακόμα, η ιδέα ότι Spider-Man, Iron Man και Magneto μπορούσαν να συνυπάρξουν σε mainstream αφήγηση χωρίς να φαίνεται χαοτικό, δεν ήταν αυτονόητη.
Και κάπου έτσι, το Nemesis έμεινε στη μέση, με το sequel που είχε ανακοινωθεί -λεγόταν Marvel Chaos- δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Η συνεργασία Marvel–EA τελείωσε και οι Imperfects ακόμα περιμένουν να εμφανιστούν στο ευρύτερο multiverse.
Το videogame John Wick θέλει να γίνει το καινούργιο Max Payne
Το Marvel Nemesis: Rise of the Imperfects σαφέστατα δεν ήταν αψεγάδιαστο, ούτε και ήταν καθολικά αγαπητό. Ήταν όμως μια γενναία απόπειρα να μεταφερθεί η βία, το βάρος και η ωμότητα ενός superhero conflict σε 3D combat φόρμα που ακόμα και σήμερα μοιάζει ανεκμετάλλευτη.

Σε μια εποχή που τα περισσότερα licensed games έμοιαζαν με βιαστικές μεταφορές, το Nemesis τόλμησε να έχει άποψη. Ίσως τελικά να μην ήταν το παιχνίδι που άξιζε η Marvel, όμως να ήταν το παιχνίδι που προετοίμασε, σιωπηλά, το έδαφος για όλα όσα απολαύσαμε λίγα χρόνια μετά στις αίθουσες.
Και αν μη τι άλλο, μας έδωσε την ικανοποίηση να πετάμε έναν αντίπαλο πάνω σε ταξί στη μέση της πόλης με τον πιο brutal τρόπο.