The Hand of God: Ο Paolo Sorrentino αυτοβιογραφείται σε μια Νάπολη που ενηλικιώνεται

Στην τελευταία του ταινία ο Ιταλός σκηνοθέτης ρίχνει μια, καθόλου νοσταλγική, κλεφτή ματιά στα τελευταία χρόνια της εφηβείας του.

Η νοσταλγία είναι περίεργο συναίσθημα. Θέλουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να ζήσουμε ξανά ωραίες στιγμές; Μήπως θέλουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να ζήσουμε στιγμές οι οποίες είναι απλά λιγότερο κακές από αυτές που ζούμε τώρα; Θέλουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να αλλάξουμε τις κρίσιμες αποφάσεις που καθόρισαν τη ζωή μας, τις οποίες πήραμε χωρίς καθαρό μυαλό με τις ορμόνες να κάνουν πάρτι;

Ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους να νιώθει νοσταλγία για συγκεκριμένες περιόδους της νεότητάς του, όμως σπάνια η εφηβεία είναι μία από αυτές. Τα χρόνια της αθωότητας, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό δεν υπάρχουν πια, τα καλύτερα και πιο δημιουργικά χρόνια είναι μπροστά. Ας μη μιλήσουμε για τους έρωτες, το κακό ή καθόλου σεξ, κανείς δεν ξέρει τι από τα δύο είναι χειρότερο με το πλέγμα της αβολοσύνης και της αμηχανίας να σκεπάζει τα πάντα. 

 

 

Ίσως αυτή η γενικά παραδοχή ότι τελικά είναι οκ να έχεις κακή εφηβεία να είναι αυτή που έχει πυροδοτήσει αυτό νέο είδος σινεμά των τελευταίων ετών. Οι περιπέτειες των «λίγο πριν τα 18», αν έχει και το επίμαχο καλοκαίρι της ενηλικίωσης στο τέλος του ακόμα καλύτερα, είναι πρόσφορο έδαφος για κινηματογραφικό δράμα, με όποια ανάγνωση κι αν διαλέξει κανείς. Η ωρίμασνη του πρωταγωνιστή δεν απαιτεί κανένα τρικ ανάπτυξης χαρακτήρα, απλά συμβαίνει και αρκεί μια ντοκιμαντερίστικη, αν όχι κλειδαρότρυπας προσέγγιση καταγραφής της μετάλλαξης του εφήβου σε ενήλικα.

Το The hand of God, È Stata la Mano di Dio για τους ιταλομαθείς, δεν ξεφεύγει από τη νόρμα αυτή, αν και υπάρχει ένα μικρό ερωτηματικό για το αν τελικά αυτή ήταν και η πρόθεση του σκηνοθέτη. Ο Sorrentino δεν έκρυψε ότι αυτή η ταινία έχει πολλά στοιχεία αυτοβιογραφίας. Αλλά δεν είναι σίγουρο αν τελικά ήθελε να μιλήσει γι’αυτή.

 

 

Η μοίρα έφερε τον πρωταγωνιστή, τον Fabbieto να φτάνει στην κορύφωση της εφηβείας του σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία ολόκληρη η πόλη του περνούσε τη δική της εφηβεία. Ήταν η εποχή που η Νάπολη ζούσε το όνειρο του Diego Maradona. 

Η ίδια η οικογένεια του πρωταγωνιστή δεν είναι με τίποτα η τυπική ναπολιτάνικη οικογένεια. Μια μεσοαστική οικογένεια, ο Toni Servillo είναι κάτι παραπάνω από απλός ταμίας στην Τράπεζα της Νάπολης, με συμπάθειες στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, κάτι ακόμα πιο σπάνιο για τη συντηρητική και θρησκευόμενη Νάπολη και ένα ετερόκλητο στίφος συγγενών ως τελευταία υπενθύμιση ότι ίσως τελικά να είναι ναπολιτάνικη αυτή η οικογένεια.

 

 

Άρα ο Fabbieto δεν είναι ξένος στην οικογένειά του, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά ξένος στην πόλη του και αυτό θα το καταλάβει με το βίαιο κόψιμο της εφηβείας που θα του δώσει το άκομψο δώρο της οικογενειακής του τραγωδίας. 

Γύρω του όλοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από μια ενηλικίωση, από τη θεία Patrizia, μέχρι την ξεπεσμένη βαρώνη Focale και από τον αιθεροβάμονα αδερφό του, μέχρι τον ανέλπιστο φίλο που κάνει λαθρεμπόριο τσιγάρων ως περήφανος και στερεοτυπικός Ναπολιτάνος. Όμως περισσότερο από όλους έχει ανάγκη από ενηλικίωση η ίδια του η πόλη την οποία άργησε να καταλάβει ο ίδιος, αν την κατάλαβε και ποτέ.

Τα χρόνια του Maradona στην Νάπολη ήταν τα χρόνια μιας ομαδικής άρνησης της πραγματικότητας. Ο κατά τα λοιπά σοβαρός θείος Alfredo, o “avvocato” σέρνει τον χορό της παράκρουσης. Όλη η πόλη για μερικά χρόνια ξεχνάει το πώς της συμπεριφέρεται ο ανεπτυγμένος βορράς, ξεχνάει τη διαφθορά, ξεχνάει την Camorra, ξεχνάει τα Le Vele της Scampia, την ηρωίνη και τη φτώχεια. 

 

 

Δύο Πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ κι ένας Ευρωπαϊκός τίτλος δεν ήταν αρκετά για να λουστράρουν μια πόλη με βαθιές πληγές. Η ενηλικίωση της Νάπολης έγινε κι αυτή απότομα στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 μαζί με την υπόλοιπη χώρα. Η έξοδος του Maradona συνέπεσε με το ξέσπασμα του μεγαλύτερο σκανδάλου και την υπόθεση Mani Pulite. Για πρώτη φορά σαν ενωμένο έθνος η Ιταλία αντιμετώπισε τη δική της τραγωδία.

Ο Sorrentino άφησε πίσω του τη Νάπολη και όλα τα βαρίδια της έγκαιρα. Στη Ρώμη έγινε ο σκηνοθέτης που μας έδωσε τις πιο σκληρές και διεισδυτικές ματιές της ιταλικής πραγματικότητας μέσα από ένα ωμό φίλτρο επιτηδευμένης ιταλικότητας. Το The Hand of God δεν θα μπορέσει να αποφύγει το ζύγι και να συγκριθεί με La Grande Bellezza, όμως οι δύο αυτές ταινίες αλληλοσυμπληρώνονται με κάποιο τρόπο. Ιδανικά θα θέλαμε πρώτα να δούμε πρώτα το Χέρι του Θεού και μετά την Τέλεια Ομορφιά, ίσως εμβόλιμα να στριμώχναμε το Il Divo, εκεί που ο Toni Servillo γίνεται η τέλεια μαριονέτα στα χέρια, όχι της μαφίας, αλλά στα χέρια του Paolo Sorrentino. Να τις δείτε και τις τρεις σαν τριλογία, είναι ιδανική η εποχή για binge watching. 

 



16 SHARES