intime Ο πατέρας μου μού έμαθε ότι πατριωτισμός δεν είναι το μίσος για τον άλλον

Εκτός από τους «επαγγελματίες πατριώτες», κάποιοι αφιέρωσαν αφιέρωσαν όντως τη ζωή τους στην υπεράσπιση της πατρίδας και είχα την τύχη να με μεγαλώσει ένας από αυτούς.

Με το που μαθαίνει κάποιος ότι έχεις μεγαλώσει σε μια στρατιωτική οικογένεια, και ειδικά του Πολεμικού Ναυτικού, ξαφνικά είναι σαν να ανοίγει ένας σύρτης και να ξεχύνονται πολλαπλάσιες ερωτήσεις. Η οπτική γωνία με την οποία παρατηρείς τα πράγματα βρίσκεται στους αντίποδες της αντίληψης που έχει το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη, είναι απλά διαφορετική.

«Τι έγινε στα Ίμια;» «Ήσουν στην Κύπρο στα γεγονότα της Δερύνειας;» «Είναι αυστηρός;» «Τι πιστεύει για τα κοινωνικοπολιτικά θέματα;» Είναι μόνο μερικές από τις πιο χιλιοακουσμένες απορίες που έχω ακούσει και δεν έχω βαρεθεί ακόμα να απαντάω. Τα στεγανά μεταξύ στρατιωτικών και της υπόλοιπης κοινωνίας είναι ακόμα σθεναρά. Ούτε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και η όσμωση που αυτή επιτρέπει, αλλά ούτε και η πολιτειακή και δημοκρατική σταθερότητα που μας έχει κληροδοτήσει η μεταπολίτευση τα έχει εξαλείψει.

Αν έχεις ζήσει τα Ίμια σαν παιδί δημοτικού με τον πατέρα απόντα ξέρεις ότι ένα θερμό επεισόδιο δεν έχει καμία σχέση με τους άκαπνους και πολεμοκάπηλους αναλυτές των τηλεοπτικών παραθύρων. Στη θέση των Καραθανάση, Βλαχάκου και Γιαλοψού θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άνδρας ή γυναίκα του ΠΝ, ακόμα και ο πατέρας μου. Είναι η κρίσιμη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι ο πόλεμος απέχει παρασάγγας από τους ηρωικούς παιάνες που ηχούν δυνατά για να κρύψουν πολλές μικρές τραγωδίες. 

 

 

Ο πατέρας μου φρόντισε να μου μάθει από πολύ μικρή ηλικία ότι δουλειά του στρατιωτικού δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η ειρήνη. Για αυτή θα κάνει τα πάντα και θα δώσει ακόμα και τη ζωή του αν χρειαστεί. Όμως πάνω από όλα μου έμαθε ότι όποιος φωνάζει το πόσο πατριώτης είναι, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Βλέπετε σε αντίθεση με όσους φέρουν περήφανα περγαμηνές πατριωτισμού, όταν δεν κοκκινίζει ο λαιμός τους από τους λαρυγγισμούς που υπόσχονται κάλπικα μεγαλεία, η φάμπρικα που έχουν στήσει τους φέρνει πολλά λεφτά από την πίσω πόρτα. 

Η ιστορία έχει δείξει πως είναι πολύ εύκολο να την πατήσει κάποιος από τις «πατριωτικές» αρλούμπες του κάθε πολιτικάντη και κάθε δημαγωγού. Η ιστορία έχει επίσης δείξει ότι οι Σειρήνες αυτές μπορούν να παρασύρουν ανθρώπους από κάθε κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο. Μαθήματα ιστορίας που αρνούμαστε να κατανοήσουμε σε έναν αυτοκαταστροφικό κύκλο επανάληψης εθνικών λαθών. 

Η τύχη που είχα ήταν να μάθω από πολύ μικρός της διαφορά ενός πατριώτη από έναν «πατριώτη». Όπως μου έλεγε ο πατέρας ο πρώτος θα σου μιλήσει για την πατρίδα που αγαπάει και όλα όσα σημαίνει γι’αυτόν. Ακόμα κι αν δεν είναι τα ίδια πράγματα για όλους. Για κάποιους η πατρίδα είναι τα παιδικά τους καλοκαίρια στο χωριό, οι διακοπές τους, η φέτα με καρπούζι, η οικογένεια, η γλώσσα, το Πάσχα, πραγματικά ό,τι μα ό,τι νιώθει ο καθένας ως το σύνολο των πραγμάτων που τον ορίζουν σαν Έλληνα πολίτη. 

Στην αντίπερα όχθη θα ακούσεις μόνο για το μίσος. Καμία αναφορά σε ότι αγαπούν γιατί δεν έμαθαν να αγαπούν. Δεν αγαπούν την ελληνική γλώσσα, γιατί μισούν τις υπόλοιπες. Έτσι κι αλλιώς αν την αγαπούσαν θα τη μιλούσαν και θα την έγραφαν καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και όλα τα άλλα που θεωρητικά υποστηρίζει ένας «πατριώτης».

 

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την εθνική ντροπή στη Νέα Μηχανιώνα όταν μια αγέλη, γιατί πλήθος ανθρώπων δεν ήταν, που ήθελαν να αρπάξουν τη σημαία από τα χέρια του Οδυσσέα Τσενάι. Για μένα ήταν μία ακόμα αφορμή για να μου εξηγήσει ο πατέρας μου τι δεν είναι πατριωτισμός. Μια εξήγηση που δυστυχώς δεν άκουσαν οι περισσότεροι Έλληνες σε μια υπόθεση που αντί να μας κάνει καλύτερους, μας έκανε χειρότερους μέσα από τη μετατροπή της υπόθεσης αυτής σε ένα κανιβαλιστικό θέαμα τσίρκου με θύμα ένα παιδί. Η ιστορία για το ότι ο Τσενάι θα γύριζε να φτιάξει κόμμα και άλλα τέτοια φαιδρά, θα ήταν πραγματικά αστεία, αν δεν ήταν καθαρό απόσταγμα μίσους που δηλητηρίασε εκατοντάδες χιλιάδες ‘Έλληνες τα επόμενα χρόνια.   

Στις συζητήσεις που κάναμε πάντα, και ελπίζω να συνεχίσουμε να κάνουμε για πολλά ακόμα χρόνια, δεν σταματάει να ανατρέχει σε όλα όσα έμαθε αυτά τα 36 χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό. Η φωνή του δεν είναι δυνατή γιατί δεν έμαθε ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής του. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν θα κουραστώ ποτέ να λέω για όλα αυτά που μου έμαθε. Για την αντιδικτατορική δράση του Κινήματος του Ναυτικού, για την ελληνική συμμετοχή στην απόβαση στη Νορμανδία, για την Κύπρο, για κάθε μία από τις λαμπρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που μένει στην αφάνεια επειδή δεν έχουμε μάθει να αγαπάμε την πατρίδα μας.