ΛΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΝΤΙΜΕ Κακοκαιρία Ελπίδα: Το πέρασμα από την οργή στην παραίτηση

Μην μπερδεύεστε, για το αίσθημα της δικής μας παραίτησης λέμε.

Βαλκάνιοι, Μεσογειακοί, βράζει το αίμα μας και άλλα τέτοια κλισέ υπαγόρευαν για χρόνια ένα ιδιαίτερο ταμπεραμέντο στην ετικέτα αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών. Κι όμως τα τελευταία χρόνια κάτι άρχισε να αλλάζει και δεν ευθύνονται οι μνημονιακές μεταρρυθμίσεις που μας έφεραν πιο κοντά στην Ευρώπη. 

 Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τα επιτόπου ρεπορτάζ προφορικής καταγραφής της νεότερης ιστορίας του τόπου με αναθέματα και σπαρακτικές κατάρες. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν αυτές με τα πλημμυρισμένα ημιυπόγεια μετά από κάποια όχι και τόσο απρόσμενη νεροποντή. Η αδιόρατη ταξικότητα η οποία έντυνε τα ρεπορτάζ με την υποβλητική μουσική δεν ήταν κάτι περισσότερο από μία συνέχεια του σεναρίου του «Καλημέρα Ζωή» με όλα τα κακά της μοίρας να συνοψίζονται στο «όπου φτωχός κι η μοίρα του». 

Αυτή η απόλυτα δικαιολογημένη προσέγγιση που ήθελε τους φτωχούς να πληρώνουν την απληστία των πλουσίων σε κάποια μεγάλη καταστροφή έχει αρκετά βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία με πιθανότερη αφετηρία το ναυάγιο του πλοίου «Ηράκλειον» το 1966 στη Φαλκονέρα. Παρά το μέγεθος των τραγωδιών που έκαναν μεγάλους τίτλους, οι αναδυόμενοι μικροαστοί, η μεσαία τάξη και οι πιο ευκατάστατοι δεν ζούσαν και τόσο πολύ στο πετσί τους την κατάσταση. Από τη Ρικομέξ, μέχρι το Σάμινα, τα πάθη και η οργή ήταν κάτι που δεν άγγιζε τα ανώτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

 

 

Αυτή η καναλαζιρισμένη διαχείριση της οργής μέσα από τον τύπο την περιόρισε σαν μια ακόμα επίπτωση της τραγωδίας του να είναι κανείς μη-προνομιούχος, πως είναι το χιόνι που γίνεται πάγος πριν λιώσει; Το ίδιο πράγμα ακριβώς, ένα τελευταίο δυσάρεστο στάδιο πριν κλωτσήσουμε λίγα μέτρα παρακάτω το τενεκεδάκι της επικαιρότητας, και της λαϊκής οργής φυσικά. Αλλά κάτι έχει αλλάξει σε αυτό το μοτίβο, δεν νομίζετε;

Η οργή δίνει με σταθερό βήμα τη θέση της στην παραίτηση. Στην αρχή με πολύ αργό ρυθμό και στη συνέχεια με πολύ πιο γρήγορο. Όσα είδαμε και ακούσαμε στον απόηχο της «Ελπίδας», και κυρίως όσα δεν ακούσαμε ίσως να σηματοδοτούν και το οριστικό τέλος της λαϊκής οργής. Το πότε ακριβώς άρχισε να συμβαίνει αυτό ίσως να μην είναι πολύ εύκολο να προσδιοριστεί σαν χρονική στιγμή, αλλά ως μεταβατικό στάδιο μπορεί να οριστεί από τρεις στιγμές που το πλαισίωσαν. Οι 163 νεκροί στην Ηλεία και το Μάτι, με μια καταστροφική οικονομική κρίση στο μεσοδιάστημα, έκλεισαν την κάνουλα της οργής. 

 

 

Αυτή η συμπαγής και περιορισμένη κοινωνικά οργή μπήκε ανάμεσα στις μυλόπετρες της απώλειας ζωών και της οικονομικής συντριβής για να κονιορτοποιηθεί και να γίνει μια σκόνη θλίψης και τελικά παραίτησης. Τώρα πια οι καταστροφές δεν αφορούν κάποια συγκεκριμένη ομάδα, ούτε με κοινωνικά, αλλά ούτε με γεωγραφικά κριτήρια. Ο εφιαλτικά τέλειος συνδυασμός της όξυνσης των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης και της οικονομικής κρίσης με μεγάλους χαμένους αναλογικά τα μεσαία στρώματα, θα περίμενε κανείς να σπάσει τους ταξικούς φραγμούς της οργής, αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο.

Κάποιος θα πει ότι η οργή εκφράζεται ακόμα, ίσως και πιο έντονα από ότι παλιότερα. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε, οι live υβριστικές παρεμβάσεις, οι οποίες εσχάτως πήραν τη μορφή του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου, είναι περισσότερο ο σοσιαλιμιντιακός χαβαλές που δραπέτευσε από στα όρια του διαδικτύου και παρείσφρησε στον χώρο της τηλεόρασης και απέχει πάρα πολύ από το συναίσθημα της οργής. Όσοι είδαμε τους χιλιάδες (μοιάζει απίστευτο αλλά ήταν κυριολεκτικά χιλιάδες) αποκλεισμένους οδηγούς στον πιο σύγχρονο αυτοκινητόδρομο της χώρας, και μέχρι πρότινος πετράδι στο στέμμα της άλλοτε ισχυρής Ελλάδας, το νιώσαμε αμέσως. 

 

 

Εκεί που κάποτε βλέπαμε οργισμένους οδηγούς να μένουν αποκλεισμένοι στη Μαλακάσα για 2-3 ώρες τώρα βλέπουμε εξαντλημένους που έκλεισαν σχεδόν 24 ώρες εκεί. Ναι, η σωματική κόπωση έπαιξε κι αυτή τον ρόλο της, αλλά η παραίτηση στην κοινωνία φαίνεται και από τις αντιδράσεις των υπολοίπων. Παρά την επικινδυνότητα της κατάστασης το χιούμορ είχε και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένας ολόκληρος λαός στον ρόλο του θλιμμένου κλόουν που προσπαθεί να διασκεδάσει τον διπλανό του επειδή δεν μπορεί να θεραπεύσει ούτε τον ίδιο. 

Κατά τη διάρκεια της «Ελπίδας» η  ιαχή «πού είναι το κράτος;» ακούστηκε λιγότερο από κάθε άλλη φορά κι ας ήταν αυτή η πιο εκκωφαντική απουσία που έχει σημειωθεί τον τελευταίο καιρό. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν είχε καμία ιδιαίτερη προσδοκία να εμφανιστεί. Το σόου ετοιμότητας των ημερών που προηγούνται μιας εν αναμονή καταστροφής γίνεται για καθαρά εθιμοτυπικούς λόγους, ακόμα και οι ίδιοι οι ιθύνοντες μοιάζουν βαριεστημένοι με τον ρόλο τους που δεν βλέπουν την ώρα να τελειώσει η τηλεοπτική σύνδεση και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Μόλις λιώσουν τα χιόνια αυτό ακριβώς θα κάνουμε κι εμείς θα συνεχίσουμε τη ζωή μας.

Πώς το έλεγε εκείνο το παλιό σοβιετικό ανένδοτο επι περεστρόικας; «Εμείς παριστάνουμε ότι δουλεύουμε, κι αυτοί παριστάνουν ότι μας πληρώνουν».



75 SHARES