Στάθης Παναγιωτόπουλος: Πλέον κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί

Από τη μέρα που η Σοφία Μπεκατώρου μίλησε, ο τοίχος της συγκάλυψης, της υποκρισίας και ατιμωρησίας, ράγισε οριστικά.

Ένα ή δυο χρόνια πριν, η κοπέλα που κατήγγειλε τον Στάθη Παναγιωτόπουλο για τα βίντεο και τις φωτογραφίες που εκείνος ανέβασε και τα οποία αφορούσαν στις προσωπικές, ερωτικές τους στιγμές, θα κρυβόταν. Θα ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Θα ντρεπόταν, θα ήταν «στιγματισμένη». Ίσως να είχε κατάθλιψη ή να έπαιρνε φάρμακα. Μπορεί να σκεφτόταν να βλάψει τον εαυτό της ή και να το είχε κάνει. Ένα ή δυο χρόνια πριν, οι δυο ακόμα κοπέλες, που βγήκαν επώνυμα και μίλησαν – έγραψαν για τη σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκαν από τον Στάθη Παναγιωτόπουλο όταν ήταν ανήλικες, θα παρακολουθούσαν σιωπηλές τα τεκταινόμενα.

 

 

Θα είχαν θάψει το περιστατικό στα κάτω – κάτω υπόγεια του μυαλού τους και θα προσπαθούσαν να το ξεχάσουν. Πώς να τα βάλεις με κάποιον «επώνυμο»; Με κάποιον διάσημο, που συμμετέχει σε μια επιτυχημένη τηλεοπτική εκπομπή; Ποιος να σε πιστέψει και να σε πάρει στα σοβαρά; Θα ήταν ο λόγος τους απέναντι στον δικό του. Και απέναντι στον τοίχο της ανοησίας, που γράφει πάνω του «γιατί τώρα;» και «τι περίμενες τόσα χρόνια και δεν το έλεγες;» και «ποιος ξέρει πώς τον προκάλεσες» και «φαντάσου πώς ήταν ντυμένη αυτή». Θα τις έλεγαν «attention whores» και ότι προσπαθούν να κερδίσουν δημοσιότητα ή χρήματα ή και τα δυο.

 

 

Ένα ή δυο χρόνια πριν, στην π. Μ. Εποχή (προ Μπεκατώρου), οι γυναίκες αλλά και οι άντρες, που είχαν υποστεί βία, λεκτική ή σωματική, κακοποίηση, παρενόχληση, που είχαν πέσει θύματα βιασμού, ήταν καταδικασμένες και καταδικασμένοι να σιωπούν. Να βγάζουν τον σκασμό. Ένα ολόκληρο σύστημα θα απαιτούσε τη σιωπή τους. Κι αν κάποια ή κάποιος τολμούσε να μιλήσει, θα τον στόλιζαν με τόνους λάσπης. Είναι αναξιόπιστη. Συναίνεσε. Εκδιδόταν. Είχε πιει και δεν θυμάται καλά. Έκανε ό,τι έκανε αλλά μετά μετάνιωσε και είπε ψέματα. Θέλει να κερδίσει προβολή για να εξυπηρετήσει μελλοντικά σχέδια. Ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, συγκάλυψης, τραμπουκισμού, ισχύος, θα φώναζε πιο δυνατά απ’ αυτήν ή αυτόν που προσπαθούσε κάτι να καταγγείλει, ώστε οι κραυγές να σκεπάσουν την τρεμάμενη φωνή που κάτι προσπαθούσε να πει.

 

Σήμερα, τα πράγματα είναι αλλιώς

Η γενναία απόφαση της Σοφίας Μπεκατώρου να μιλήσει, λειτούργησε σαν ενισχυτής, που δυνάμωσε τον ήχο. Και τα ντεσιμπέλ πια είναι τόσο πολλά, που η αδύναμη φωνή δεν είναι πια αδύναμη – είναι στεντόρεια. Όχι μόνο αθλητές και αθλήτριες αλλά και ηθοποιοί και τραγουδιστές και καλλιτέχνες και «καθημερινοί άνθρωποι» βγαίνουν και μιλούν. Για κάτι που συνέβη πρόσφατα ή που συνέβη πριν χρόνια. Για κάτι που τους έκαναν όταν ήταν ενήλικοι ή ανήλικοι. Για κάτι που θάφτηκε κάτω από το χαλί κάποτε, αλλά ήρθε πλέον η ώρα να σηκωθεί το χαλί και να καθαριστεί το πάτωμα. Διότι η βρωμιά και οι ακαθαρσίες είναι τόσο πολλές, που το χαλί δεν μπορεί πια να τις κρύψει. Διότι αυτοί που έκαναν κάτι κάποτε, κάτι που έμεινε κρυφό και ατιμώρητο, είναι πολύ πιθανόν να συνέχισαν να το κάνουν ξανά και ξανά, από τότε μέχρι και τώρα. Και θα το ξανακάνουν αν βρουν την ευκαιρία. Εκτός αν κάποιος τους σταματήσει.

 

 

Αυτός που θα τους σταματήσει, είναι ο Ανακριτής, ο Εισαγγελέας, οι Διωκτικές Αρχές και τα Δικαστήρια. Ό,τι ακριβώς προβλέπει ο Νόμος, τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά, πρέπει να σπάσει η σιωπή, πρέπει τα θύματα να βρουν τη δύναμη να μιλήσουν, να καταγγείλουν, να αποκαλύψουν. Η Σοφία Μπεκατώρου το τόλμησε, τόσο γενναία, τόσο αποφασιστικά, τόσο ανιδιοτελώς, άνοιξε μια μικρή ρωγμή στον τοίχο που ούτε και η ίδια φανταζόταν ότι μήνα με το μήνα θα γινόταν μια όλο και μεγαλύτερη τρύπα, που απειλεί να γκρεμίσει τον τοίχο της συγκάλυψης, της κακοποίησης, της βίας, της υποκρισίας. Θυμίζω εδώ, ότι «ακούσαμε» όσα είχε να πει η Σοφία Μπεκατώρου με τη δεύτερη προσπάθεια – λίγο καιρό πριν η κοινωνία μας ασχοληθεί σοβαρά με την καταγγελία της, τα είχε ξαναπεί αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία.

 

 

Τώρα, δίνουμε σημασία. Τώρα ακούμε. Τώρα δεν αμφισβητούμε αυτόν που καταγγέλει, ούτε υπερασπιζόμαστε αυτόν που καταγγέλεται επειδή είναι «καλό παιδί», επειδή «δεν είχε δώσει δικαιώματα», επειδή «είναι διάσημος» ή «βρίσκεται σε θέση εξουσίας». Ακούμε, αξιολογούμε, συμπαραστεκόμαστε, στηρίζουμε. Και παροτρύνουμε κάθε άνθρωπο που έχει περάσει μια ανάλογη δύσκολη κατάσταση να μιλήσει. Διότι τώρα, επιτέλους, είμαστε εκεί. Όχι για να τον κρίνουμε, να τον κατακρίνουμε, να τον χλευάσουμε ή να τον αμφισβητήσουμε, αλλά για να του πούμε ότι είμαστε δίπλα του. Όπως οφείλαμε να κάνουμε πάντα, αλλά κάλλιο αργά, παρά ποτέ.

 



275 SHARES