Μια κοινωνία σε απόλυτη αναισθησία
Σχεδόν τίποτα δεν μας σοκάρει πια, δεν μας απασχολεί και δεν μας «ταρακουνάει»: βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο.
Οι γυναικοκτονίες δεν έχουν σταματήσει από την αρχή του χρόνου – για την ακρίβεια δεν σταμάτησαν ποτέ. Αλλά αυτό που έχει γίνει μέσα στο 2021 είναι άνευ προηγουμένου. Έχουμε φτάσει στις 14 αν δεν έχω χάσει το μέτρημα. Και δυστυχώς πλέον, στεκόμαστε μόνο για μια στιγμή και την αμέσως επόμενη, πάμε παρακάτω. Σαν ναι είναι «φυσιολογικό», σαν να είναι μια ακόμα είδηση από το αστυνομικό δελτίο που θα τη διαβάσουμε και αμέσως μετά θα δούμε τι καιρό θα κάνει αύριο και μέχρι πότε πρέπει να πληρώσουμε τα τέλη κυκλοφορίας. Σαν να εξατμίστηκε η ευαισθησία μας στη δολοφονία της Καρολάιν ή των άλλων γυναικών που έχασαν τη ζωή τους με φρικτό τρόπο, σαν να μένουμε πια απαθείς όταν μαθαίνουμε ότι κάποιος σκότωσε μια γυναίκα με 20, 25 ή 30 μαχαιριές. 

 
 
 
Μπουκάρει κόσμος στο γήπεδο της Τούμπας, πετάνε αντικείμενα, μπουκάλια, φωτοβολίδες. Ένας αγώνας διακόπτεται, επειδή κάποιοι δεν ανέχονται να χάσουν μέσα στο γήπεδό τους από τον «συμπολίτη». Ποια είναι η αντίδραση της κοινωνίας; «Ε, καλά, αυτά συμβαίνουν στα ελληνικά γήπεδα. Πρώτη φορά είναι;». Φυσικά δεν είναι πρώτη φορά και προφανώς δεν θα είναι η τελευταία. Και δεν μας νοιάζει σε τελική ανάλυση, δεν μας αφορά, δεν μας σοκάρει, τίποτα. Αντί να σταθούμε σε ένα ακόμα επεισόδιο ακραίας οπαδικής βίας, καθόμαστε και συζητάμε αν είχαν ή δεν είχαν πιστοποιητικά εμβολιασμού οι οπαδοί και πώς τους επέτρεψαν να μπουν. Όχι πώς τους επέτρεψαν να μπουν με γυάλινα μπουκάλια, με φωτοβολίδες και βεγγαλικά, όχι πώς τους επέτρεψαν να μπουκάρουν στο γήπεδο, αλλά πώς μπήκαν χωρίς πιστοποιητικά εμβολιασμού. 

Πεθαίνουν κάθε μέρα 70, 80, 90, 100 άνθρωποι από επιπλοκές της Covid-19. Άνθρωποι με οικογένειες, με φίλους, με σχέδια για τη ζωή. Που αυτές τις μέρες θα είχαν στολίσει το δέντρο τους, θα έκαναν ετοιμασίες για το τραπέζι των γιορτών, για το πού θα πάνε, τι δώρα θα πάρουν στους αγαπημένους τους. Και η απόλυτα αναίσθητη – πλέον – κοινωνία  ασχολείται μόνο με τα μέτρα, με τα rapid, με το αν μπορεί κάποιος ή δε μπορεί να πάει στα μπουζούκια, με τα μέτρα και το 100στάρικο πρόστιμο στους ανεμβολίαστους άνω των 60. Πολύ καλά κάνει και ασχολείται και με αυτά και πολύ καλά κάνουμε και συζητάμε για τη συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού, για το αν τα μέτρα της Κυβέρνησης είναι σωστά ή σπασμωδικά, για τα σωστά και τα λάθη. Αλλά «ξεχνάμε» ότι 100 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα – όχι στο Μπέργκαμο, όχι στο Βερολίνο, το Κέιπ – Τάουν ή το Πεκίνο, 100 άνθρωποι κάθε μέρα πεθαίνουν στην Ελλάδα. 

 
 
 
Διαλύεται η οικονομία, κλείνουν επιχειρήσεις, απολύεται κόσμος, χάνονται περιουσίες. Αλλά εμάς μας νοιάζουν οι εκπτώσεις, η Black Friday, η Cyber Monday, εκείνο το ρουχαλάκι που βάλαμε στο μάτι, ένα καινούργιο λάπτοπ, μια μεγαλύτερη τηλεόραση. Βγαίνουν άνθρωποι και καταγγέλουν κακοποίηση πριν από 5 χρόνια ή 10 χρόνια κι εμείς λέμε «Γιατί το λες τώρα; Γιατί δεν το είπες τότε;» και συνεχίζουμε τη ζωή μας σαν να μην τρέχει τίποτα. Βλέπουμε ανθρώπους με αναπηρία να πασχίζουν να διανύσουν 10 μέτρα ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα πάνω ρε ράμπες και τραπεζοκαθίσματα κι εμείς δεν τους κοιτάμε καν – η ματιά μας είναι στα αποτελέσματα του στοιχήματος και τις επόμενες μεταγραφές της ομάδας. 

Δεν έχουμε χάσει απλά την ευαισθησία μας – έχουμε χάσει την ψυχή μας την ίδια. Δεν είναι ότι ιεραρχούμε τα θέματα της ζωής – αδιαφορούμε εντελώς για οτιδήποτε είναι πέρα από το μικρόκοσμό μας και τα προβλήματα της καθημερινότητάς μας. Βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στο πηγάδι της εσωστρέφειας, κοιτάμε «την πάρτη μας», τη ζωή μας – για όλα τα άλλα ας επιληφθεί «το Κράτος», «οι Αρμόδιοι», «η Υπηρεσία». Είναι πλέον επίσημο: Είμαστε μια κοινωνία χοντρόπετσων και παντελώς αναίσθητων ανθρώπων.


113 SHARES