Πώς θα είναι ο άντρας της επόμενης 20ετίας;

Ό,τι και να φέρουν οι επόμενες δύο δεκαετίες είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε, για την ακρίβεια είμαστε πιο έτοιμοι από ποτέ.

Αν έκανε κάποιος πρόβλεψη πριν από δύο χρόνια για αυτά που ζούμε σήμερα, σίγουρα δεν είδε τίποτα από όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που ζούμε με τον εφιάλτη της πανδημίας και όλα όσα αυτή έφερε μαζί της. Τέτοια αναπάντεχα γεγονότα κάνουν ακόμα πιο δύσκολη δουλειά την πρόβλεψη σε τόσο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, όμως δεν είναι εντελώς αδύνατό. Ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός, ο σύγχρονος άντρας βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, ακροβατεί μεταξύ των παλαιότερων εικόνων και της νέας που πασχίζει να γεννηθεί, έτσι μπορούμε να δούμε κάποια στοιχεία από το μέλλον, το οποίο δεν είναι και τόσο αβέβαιο όσο φοβούνται κάποιοι.

Η ταυτότητα της αρρενωπότητας της εκάστοτε εποχής, ως μία ακόμα πολιτιστική ταυτότητα, δεν διαφέρει σε τίποτα άλλο από το πως διαμορφώνεται κάθε άλλη. Είναι μια ταυτότητα η οποία σφυρηλατείται μέσα από τις δυσκολίες, αλλά και τα όποια καλά έχει η κάθε εποχή, από την τεχνολογική πρόοδο και κάθε άλλο ερέθισμα. Μιλώντας για δυσκολίες οι νέοι άντρες της εποχής γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στην κρίση. Μια κρίση η οποία για πρώτη φορά μετά από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έδωσε μια γενιά που θα ζήσει με λιγότερα από τις προηγούμενες, μια ανοδική πορεία ενός roller coaster που έφτασε στο peak της κάπου στα μέσα των 00s για να ακολουθήσει μια δύσκολη κάθοδος. 

Το αναγκαίο χάσμα των γενεών

Λένε πως οι δύσκολες εποχές φτιάχνουν δυνατούς άντρες, ενώ οι εύκολες μαλθακούς. Δεν είμαστε σίγουροι για το δεύτερο σκέλος της φράσης, αλλά για το πρώτο είμαστε σίγουροι και υπάρχουν κυριολεκτικά εκατομμύρια άντρες εκεί έξω που το επιβεβαιώνουν καθημερινά με τον αγώνα τους για επιβίωση. Ένας αγώνας που δίνεται όχι μόνο για τη δική τους επιβίωση, αλλά και της οικογένειάς τους και όσων νοιάζονται. 

 

 

Μπορεί οι boomers λίγο πριν αφήσουν για πάντα τα σκήπτρα της εξουσίας στην επόμενη γενιά να γκρινιάζουν για τις μαλθακές γενιές που έρχονται, όμως όπως συνήθως συμβαίνει με όσους γκρινιάζουν για τη νεολαία, έχουν και εδώ άδικο και μάλιστα μεγάλο. 

Το μεταίχμιο στο οποίο διαμορφώνεται ο άντρας της επόμενης 20ετίας, παρά τη δύσκολη κληρονομιά της οικονομικής κρίσης έχει και πάρα πολλά θετικά στο CV του. Έχοντας ζήσει τον επιθανάτιο ρόγχο της εποχής της επίπλαστης ευμάρειας, κατάφερε να φτιάξει ένα πολύ καλό πραγματικό CV. Κατάφερε να συνδυάσει τις σπουδές του στην περίοδο της μεγάλης ψηφιακής άνθησης πατώντας με αριστοτεχνική μαεστρία τόσο στην αναλογική, όσο και στην ψηφιακή εποχή. Αυτό δίνει στον άντρα του σήμερα, αλλά και του προσεχούς μέλλοντος μια τρομερή αντιληπτική ικανότητα που ζηλεύουν οι μεγαλύτεροι και θα ζηλέψουν οι νεότερες γενιές μετά από πολλές δεκαετίες.

Οι δυσκολίες που φτιάχνουν τους άντρες σήμερα μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που μας έδωσε την τελευταία μεγάλη γενιά αντρών, όμως έχουν κι αυτές τη σημασία τους. Η προσπάθεια για επιβίωση μέσα από τις προκλήσεις της κρίσης ήταν μια ευκαιρία αναστοχασμού για όλα όσα αποτελούσαν την ταυτότητα του άντρα στα παρελθόντα έτη. 

 

Ήταν μια ευκαιρία για ξεφόρτωμα σαβούρας και το βάρος του ξεφορτώματος ήταν ένα πρόσθετο για τη γενιά της κρίσης, όμως η γενιά που έρχεται μπαίνει στο προσκήνιο ξαλαφρωμένη από πολλές, πάρα πολλές αμαρτίες του παρελθόντος. Κυρίως γιατί οι νέοι άντρες που έρχονται δεν νιώθουν ότι χρωστάνε τίποτα για όσα καταφέρνουν και όσα θα καταφέρουν, και μπράβο τους.

Το γκρέμισμα των στερεότυπων

Λόγω των αλλαγών που έχουν γίνει στα εργασιακά και στα οικονομικά, ο νέος άντρας ξέρει ότι τα διαστήματα ανεργίας είναι μέσα στο παιχνίδι. Δεν περιμένει να βγει στη σύνταξη από την πρώτη του δουλειά και φυσικά έμαθε ότι δεν είναι ντροπή να βγάζει λιγότερα λεφτά από τη σύντροφο ή τη γυναίκα του. Αυτό είναι και ένα στοιχείο που έρχεται να καθορίσει από την αρχή τις σχέσεις των δύο φύλων και να διαλύσει στερεότυπα δεκαετιών, κλείνοντας τον κύκλο που άνοιξε με τις πρώτες γυναίκες που μπήκαν στην αγορά εργασίας στην ύστερη βιομηχανική εποχή.

Ξεκινώντας από το οικονομικό και εργασιακό, η νέα ταυτότητα του άντρα θα αρχίσει να χτίζεται πάνω σε όσα κάνει ο ίδιος και όχι σε όσα δεν κάνει, κυρίως θα πάψει να ετεροπροσδιορίζεται. Αντιλήψεις του στυλ «οι άντρες δεν κλαίνε» και όλα όσα συμπεριλαμβάνει αυτή η φράση και οι παραφυάδες πολύ σύντομα θα αποτελέσουν μια μακρινή ανάμνηση περασμένων γενεών. Γιατί δεν είναι μόνο το κλάμα, αλλά και όλα όσα κρύβονται πίσω από αυτή τη φράση.

 

 

Τα τελευταία χρόνια με διάφορες αφορμές ο άντρας άρχισε να «κλαίει» και αυτό σε ένα μεγάλο μέρος οφείλεται στην οικονομική κρίση. Τα εισαγωγικά έχουν να κάνουν με όλα όσα ένας άντρας δεν έπρεπε να κάνει, να μιλάει για την υγεία του, σωματική και ψυχική, να μην νιώθει γενικά, να μοιάζει άτρωτος. Η συντήρηση της εικόνας του άτρωτου άντρα μόνο πιο τρωτό τον έκανε. Οι άντρες ζουν λιγότερα χρόνια από τις γυναίκες και αυτό οφείλεται στο ότι ο άντρας δεν πρέπει να φαίνεται αδύναμος. 

Ο άντρας του μέλλοντος δεν θα φοβάται να μιλήσει για ό,τι τον απασχολεί, οι άντρες θα πάψουν να αποτελούν το 75% όσων αυτοκτονούν ή να αγνοούν βασικές εξετάσεις που θα τους σώσουν τη ζωή όπως του προστάτη. Η κατάθλιψη μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σχεδόν γυναικεία ψυχική νόσος, τώρα πια όχι και στο μέλλον θα θεραπεύεται σε τέτοιο βαθμό που ούτε καν θα θυμόμαστε το λανθασμένο αντρικό πρότυπο που κράταγε αυτό στίγμα.

Όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι αλλαγή της στιγμής. Έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια, θα συνεχιστεί και στα επόμενα και στο τέλος της 20ετία θα μπορούμε να μιλάμε για έναν νέο καλύτερο άντρα. Επειδή ακριβώς η εποχή που ζούμε είναι μεταβατική, δεν λείπουν κι εκείνες οι φωνές που βλέπουν κάτι κακό να έρχεται. Είναι φυσιολογικό σε κάποιο βαθμό να το νιώθουμε όλοι, κάποιοι περισσότερο, κάποιοι λιγότερο. 

 Οι πρώτες εικόνες της νέας αρρενωπότητας

Η συντήρηση είναι ένα αντανακλαστικό, αλλά μόνο ως τέτοιο λειτουργεί τελικά, σαν πόνος τοκετού αυτού που έρχεται. Το είδαμε ανάγλυφα με την τελευταία ταινία του James Bond, ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς εξελίσσεται το ζηλευτό αντρικό πρότυπο. 

Στο No Time to Die είδαμε έναν Bond που ήταν πολύ πιο ευάλωτος και ευαίσθητος από τον Sean Connery ή τον Roger Moore, όμως ποιος ήταν πιο αληθινός τελικά; Δεν ήταν λίγοι αυτοί που με το που είδαν την ταινία έφυγαν εξοργισμένοι από την αίθουσα από το ότι πέθανε, από το ότι αντικαταστάθηκε από μία γυναίκα, από το ότι φλώρεψε τελικά. Ήταν η ενστικτώδης αντίδρασης της συντήρησης, το αίσθημα του κινδύνου του κεκτημένου. 

Η ταινία ωρίμασε μέσα σε όλους μας, ακόμα και σε όσους έφυγαν με καπνούς από τα αυτιά, το πένθος πέρασε μέσα από απαιτούμενα 5 στάδια της διαχείρισής του για να αποδεχτούν τελικά όλοι πως αυτός ήταν ένας καλός Bond της εποχής που έρχεται. 

 

 

Αυτή η διαδικασία για το πένθος ενός role model που αργοπεθαίνει θα είναι λίγο πιο μακρά από τον χρόνο που απαιτήθηκε για να εκτιμηθεί το No Time to Die. Το να αποδέχεσαι έναν νέο Bond είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία από το να αποδεχθείς τον νέο σου εαυτό. 

Αυτή η νέα αντρική ταυτότητα που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα σπάργανα δέχεται ήδη μεγάλη επίθεση, ότι θα είναι μια νερωμένη αρρενωπότητα, ακόμα και εκθυλυκοποιημένη θα πουν κάποιοι, λιγότερο αντρική. Κι όμως παρά την επιδερμική αυτή ανάγνωση, ο άντρας της επόμενης 20ετίας θα έχει πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και περηφάνια για την αρρενωπότητά του. 

Μια περηφάνια η οποία θα πηγάζει όχι από το τυχαίο εκείνο γεγονός που καθόρισε το φύλο του από έναν χρωμοσωμικό συνδυασμό, αλλά μια περηφάνια που θα πηγάζει από όλα εκείνα που κάνει ως άντρας και τη θέση του στην κοινωνία.  

O άντρας της επόμενης 20ετίας θα πάρει όλες εκείνες τις αξίες του παρελθόντος που έχει νόημα να διατηρηθούν, θα τις ραφινάρει, θα τις προσαρμόσει και θα είναι σίγουρα ένας καλύτερος άντρας από τις γενιές που φεύγουν, όπως περίπου θα είναι και ο νέος Bond που πάντα είναι καλύτερος από τον προηγούμενο...



3 SHARES