Μήπως ξεχάσαμε ότι υπάρχει κορονοϊός εκεί έξω;

Σε περίπτωση που δεν το έχετε προσέξει, ο καθένας πλέον κάνει ό,τι γουστάρει.

«Ανοίξαμε και δεν περιμένουμε»: αυτό είναι λίγο – πολύ το σύνθημα των ημερών. Διότι από τη στιγμή που χαλάρωσαν τα μέτρα και το ωράριο πήγε στις 00.30, που άνοιξε ο τουρισμός και επιτράπηκαν οι μετακινήσεις εκτός νομού, η κατάσταση πέρασε σε έναν ατέλειωτο χαβαλέ. Όχι βέβαια ότι τον προηγούμενο καιρό, τηρούνταν οι απαγορεύσεις, όπως μπορούμε να δούμε από τον αριθμό των συμπολιτών μας που «πήγαν να φτιάξουν τα υδραυλικά στο χωριό» το Πάσχα ή από τις παρτάρες στις πλατείες με d.j.’s και ποτά. Αλλά εδώ και λίγες μέρες το YOLO πάει σύννεφο. Και δεν αναφέρομαι στους βλαμμένους συνανθρώπους μας, τους ψεκασμένους και αντικοινωνικούς, σε αυτούς που κοροϊδεύουν τόσο καιρό όλους μας με το «καραντινάκηδες, πονάτε;», διότι αυτοί είναι χαμένες περιπτώσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ούτε σωτηρία, ούτε γιατρειά, ούτε ελπίδα. Η βλάβη υπάρχει και ο κορονοϊός δεν μπορεί να τους προκαλέσει τίποτα χειρότερο.

 

 

Μιλάω για τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους μέσους ανθρώπους, που κλείστηκαν σπίτια τους τόσους μήνες και τώρα κυκλοφορούν έξω σαν ισοβίτες που πήραν χάρη: ούτε μάσκες, ούτε αποστάσεις στις ουρές. Κράνος στο μηχανάκι φοράνε λίγοι, ζώνη στα αυτοκίνητα μερικοί και το κινητό είναι στο αυτί σχεδόν στους μισούς οδηγούς. «Εγώ εμβολιάστηκα, οπότε χέστηκα για τους άλλους» είναι το νόημα και σε ό,τι έχει να κάνει με τα κράνη, τις ζώνες, τα κινητά και τα όσα επικίνδυνα βλέπουμε στους δρόμους, υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση: η Ελληνική Αστυνομία αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί προφανώς και να ζήσει κι αυτή το ανέμελο ελληνικό καλοκαίρι, να μην κάνει ελέγχους, να μην κόβει κλήσεις και να είναι πιο διακριτική κι από γονείς που κοιμάται το παιδί τους και κάνουν ησυχία για να μην ξυπνήσει.

 

 

Κι επειδή μπαίνει σιγά – σιγά το καλοκαίρι και ανεβαίνει και η λίμπιντο και θα ξαμοληθούμε σε παραλίες και μπιτσόμπαρα και θα προσπαθήσουμε να ξεδώσουμε και να περάσουμε καλά, φαντάζομαι ότι καταλαβαίνουμε όλοι τι είδους καταστάσεις θα ζήσουμε: πλήρη ασυδοσία, «ωχ-αδελφισμό», ο καθένας θα κοιτάζει την πάρτη του, τη διασκέδασή του και την καλοπέρασή του κι όποιον πάρει ο Χάρος – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η φράση «ατομική ευθύνη» θα γίνει το πιο σύντομο ανέκδοτο και όποιος παραμένει υπεύθυνος και τηρεί τα μέτρα, θα αντιμετωπίζεται με χλευασμό και χάχανα, σαν να είναι ο βλάκας της παρέας. Σκληρό, αλλά αληθινό.

 

 

Πολύ απλά διότι αυτός που δεν γουστάρει να κάνει το εμβόλιο, αδιαφορούσε και αδιαφορεί για το αν θα κολλήσει και θα σκοτώσει κάποιον άλλον. Αλλά και αυτός που έκανε το εμβόλιο, πιστεύει ότι ξεμπέρδεψε οριστικά με τον ιό και αφού δεν κινδυνεύει να βρεθεί διασωληνωμένος στη ΜΕΘ, μπορεί να ζει τη ζωή του όπως τη ζούσε πριν δυο καλοκαίρια, χωρίς να πολυνοιάζεται για τους γύρω του που δεν το έχουν κάνει ακόμα ή δεν έχουν χτίσει ακόμα επαρκή ανοσία. Ας ξεφαντώσουμε λοιπόν στα νησιά κι ας παρτάρουμε σαν να μην υπάρχει αύριο – μπορεί για κάποιους όντως να μην υπάρχει αύριο δυστυχώς. Σημασία όμως έχει το «σήμερα» και πόσο καλά θα περάσουμε. Αύριο, βλέπουμε.