Δεν είναι ζήτημα σεξ ή βίας, είναι ζήτημα εξουσίας

Με τον κίνδυνο να εκφυλιστεί η όλη συζήτηση στο επίπεδο της κλειδαρότρυπας, ας μην ξεχάσουμε τι αφορά ακριβώς.

Ζούμε σε μία χώρα η οποία επηρεάζεται από ό,τι συμβαίνει στη Δύση, αλλά επειδή ζούμε και στο μεταίχμιο της Ανατολής, συνηθίζουμε να διυλίζουμε τα ερεθίσματά μας μέσα από ένα δικό μας φίλτρο. Όταν έσκασε η βόμβα του #metoo στην Αμερική όλοι μας στιγμιαία αναρωτηθήκαμε αν θα μπορούσε να σκάσει κάτι παρόμοιο και στην Ελλάδα και με ποιους όρους. Οι πιθανότητες να συνέβαινε κάτι παρόμοιο δεν φάνταζαν πολλές.

Η «πιάτσα» είναι πολύ μικρή στην Ελλάδα, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους. Η θεωρία των κοινών μυστικών υπερίσχυσε ακόμα μία φορά έναντι των δημόσιων αποκαλύψεων και όλοι πιστέψαμε πως αυτή η «μόδα», όπως άστοχα χαρακτηρίστηκε, δεν θα ερχόταν ποτέ στην Ελλάδα. Να που ήρθε όμως, και με έναν τυπικά ελληνικό τρόπο ήταν αρκετή η πρώτη καταγγελία ώστε να ακολουθήσει ένα ντόμινο συσσωρευμένης κακοποιητικής συμπεριφοράς. Τις βαριές περιπτώσεις βιασμών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων, που είναι ζήτημα δικαστικής διερεύνησης ως ποινικά κολάσιμες πράξεις, ακολούθησαν κι άλλες καταγγελίες που αφορούν άλλου είδους κακές συμπεριφορές που μπορεί να μην είναι απαραίτητα παράνομες.

 

 

Αναμφισβήτητα οι βρισιές και οι προσβολές στον επαγγελματικό χώρο δεν μπορούν να μπουν στο ίδιο ζύγι με τη σεξουαλική κακοποίηση, αλλά το ότι ταυτόχρονα αυτές οι καταγγελίες είναι μια καλή αφορμή να εστιάσουμε σε αυτό που κρύβεται πίσω από αυτές τις πράξεις και τελικά είναι κάτι κοινό. Ορισμένοι άνδρες σε θέσεις εξουσίας κάνοντας κατάχρηση των προνομίων που τους δίνει η θέση αυτή, αντιμετωπίζουν τους υφισταμένους τους ώς άψυχα αντικείμενα με μοναδικό σκοπό να επιβεβαιώνουν την εξουσιαστική τους εικόνα. Ας μη γελιόμαστε δεν είναι καθόλου δύσκολο για έναν άνδρα σε θέση κύρους και εξουσίας να βρει σεξουαλική σύντροφο. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα επιδιώξει να το κάνει σε μια γυναίκα (ή και σε έναν άνδρα) παρά τη θέλησή της είναι για να επιβεβαιώσει το εξουσιαστικό υπερεγώ του. Θα μπορεί μετά να ισχυρίζεται ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα αν δεν περνούσε πρώτα από το κρεβάτι του και ύπο όρους να το παίξει ακόμα και θύμα εκβιάζοντας ακόμα περισσότερο, αυτή τη φορά ψυχολογικά το θύμα του. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις περιπτώσεις λεκτικής βίας και bullying.

Ο λόγος που δεν μιλούσε κανείς γι’αυτά είναι γιατί έχει περάσει σαν κανονικότητα ότι το μαστίγιο είναι ένας καλός τρόπος διοικήσεις κάτι, είτε αυτό είναι γαλέρα, είτε μια σύγχρονη εταιρία. Ήταν πρακτικά ένα μίγμα προτεσταντικής ηθικής ότι ο πόνος και η ταπείνωση σε κάνει καλύτερο, σε συνδυασμό με ένα «σπάσιμο» του ηθικού βγαλμένου από εγχειρίδιο εκπαίδευσης ανορθόδοξου πολέμου. Το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να ηγηθεί και χωρίς όλη αυτή την τοξικότητα είναι και απόδειξη ότι όχι μόνο δεν είναι απαραίτητη αυτή η συμπεριφορά, αλλά και ότι είναι μία φενάκη. Η κακοποίηση είναι αυτοσκοπός για αυτούς τους ανθρώπους και δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τον τρόπο που εργάζονται. Αντλούν ηδονή με σαδιστικό τρόπο, βλέποντας ανθρώπους να τσακίζονται και να κλαίνε. Δηλαδή δεν εκμεταλλεύονται αυτή τη συμπεριφορά για να ηγηθούν, αλλά διάλεξαν να ηγηθούν γιατί αυτός είναι μοναδικός τρόπος ώστε να κανονικοποιήσουν την τοξική τους συμπεριφορά.

 

 

Τη γραμμή άμυνας αυτών των ανθρώπων την είδαμε και στην Αμερική και φανερώνει την προβληματική οπτική που έχουν και στα πράγματα. Ακόμα και στη στιγμή της αποκάλυψης δεν νιώθουν καμία ανάγκη να ζητήσουν έστω και μία ψεύτικη συγγνώμη για τα μάτια της κοινής γνώμης ως μία ελάχιστη κίνηση damage control για αμιγώς λόγους PR. Είναι τόσο βαθιά η σήψη της αντιληπτικής τους ικανότητας που νομίζουν ότι θα θύματά τους έχουν απωλέσει κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Υποβιβασμένα στην κατηγορία του άψυχου αντικειμένου δεν αξίζουν καμία δήλωση μεταμέλειας ή ενσυναίσθησης. 

Δυστυχώς μεγάλη μερίδα των media δεν θα εστιάσουν σε αυτό και θα παρασυρθούν σε ένα ανελέητο namedropping με όρους κλειδαρότρυπας. Όσο θα γίνονται γνωστές όλο και περισσότερες υποθέσεις, τόσο κάποιοι θα περιοριστούν στον ρόλο του να κρατάνε το σκορ της χυδαιότητας. 

Μπορεί κάποια ονόματα να είναι ηχηρά και να απασχολούν έτσι κι αλλιώς τα μέσα ως κομμάτι της showbiz, αλλά χρειάζεται προσοχή. Εκεί έξω υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις τέτοιες περιπτώσεις μεταξύ προϊσταμένου και υφισταμένου που δεν είναι τόσο διάσημοι. Από τη μία υπάρχει ο κίνδυνος να επιβληθεί στην κοινή γνώμη ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε ορισμένους  μόνο χώρους, όπως το θέατρο ή τον αθλητισμό. Από την άλλη υπάρχει ένας άλλος κίνδυνος, ακόμα πιο σοβαρός, ότι η καταγγελία ενός άσημου θύματος δεν είναι άξια προσοχής και σεβασμού. Οι επόμενες μέρες θα είναι κρίσιμες και είναι αυτές που θα καθορίσουν την πορεία του ίδιου του φαινομένου, αλλά της αλλαγής που μπορεί να φέρει. Η περιπτωσιολογία έχει κοντά ποδάρια, η παροχή «λαμπερών ονομάτων» κάποτε θα στερέψει και αυτό θα οδηγήσει τη σκανδαλοθηρικού τύπου προσέγγιση στο επόμενο ζουμερό θέμα εγκαταλείποντάς το. Όλες οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές επιτεύχθηκαν όταν εστιάσαμε στο πρόβλημα, και όχι στα πρόσωπα. Είχε σημασία ποια ήταν η Rosa Parks όταν αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε κάποιον λευκό; Όχι, σημασία είχε η πράξη της και τα πρόσωπα είναι αυτά που ακολουθούν τη φήμη των πράξεών τους. 

 



18 SHARES