Οι διακοπές στο χωριό είναι το αυθεντικό ελληνικό καλοκαίρι

Παγωτά, ποδήλατα, μπάλα και κορίτσια. Είναι Αύγουστος και η νοσταλγία έχει χτυπήσει κόκκινο.

Ήσουν δεν ήσουν δεκατεσσάρων χρονών τότε αλλά φυσικά νόμιζες πως είσαι ο βασιλιάς του κόσμου και πως όλοι υπήρχαν για να σε υπηρετούν και να σε φροντίζουν, να σου κάνουν όλα τα χατίρια και να σ’ έχουν σαν πρίγκιπα.

Οι διακοπές του χωριού και συγκεκριμένα στο χωριό της μάνας, κρατούσαν ολόκληρους μήνες, πήγαινες με το που έκλειναν τα σχολεία, δηλαδή κάπου τον Ιούνιο και γυρνούσες, κατράμι μαύρος και με σπασμένα τα γόνατα απ’ τη μπάλα στο χαλίκι, το Σεπτέμβρη και με βαριά καρδιά.

Η απόλυτη ελευθερία του να κοιμάσαι γυμνός το καλοκαίρι

 

Η γιαγιά μου, η μάνα της μάνας μου, με περίμενε πως και πως κάθε χρόνο, να με ντύσει, να με ταΐσει και να με κοιμίσει. Ο παππούς μου ήταν πάντα έτοιμος να μου μάθει να παίζω πρέφα (ποτέ δεν τα κατάφερα να μάθω), να με πάρει στο κυνήγι της τσίχλας και να μου μάθει να οδηγώ το αγροτικό του.

Για μένα οι διακοπές του θέρους στο χωριό ήταν κάτι παραπάνω από διασκέδαση, κάτι παραπάνω από διακοπές, ήταν ένα θρήσκευμα πολύ προσωπικό, κάτι εντελώς δικό μου, γεμάτο σπόρους χαράς και ιδεών.

Κάθε καλοκαίρι ήμουν πάντα σίγουρος πως είχα αποκτήσει αρκετή γνώση και «μαγκιά» το χειμώνα στην πόλη που τελικά θα κατατρόπωνα όλους τους θερινούς μου φίλους. Έτσι πάντα το έπαιζα μούρη και «ιστορία» στους φίλους μου στο χωριό και κάθε μα κάθε φορά αποδεικνυόμουν εντελώς αμαθής και φλώρος μπροστά τους.

Πώς η βιβλιοθήκη του σπιτιού έγινε το προσωπικό μου καταφύγιο

 

Τα πρώτα μου τσιγάρα τα κάπνισα εκεί, με τη συνοδεία παγωτών από το ψυγείο του μπακάλη στο πλάτανο, στο κέντρο του χωριού – κανένα Rocket ΕΒΓΑ και καμιά πατούσα, κανένα πύραυλο ξεγυρισμένο, κανά κυπελάκι Καϊμάκι, με την απαραίτητη συνοδεία των πρώτων δυνατών καφέδων που μου κάνανε τα νεύρα λουρίδες, κοκα κόλες, λουκοζέηντ στη γέφυρα τις νύχτες με τα τριζόνια και τα νυχτολούλουδα να μας κεντάνε αυτιά και μύτες απνευστί με το βελονάκι της εφηβικής προσμονής.

Μετά ήταν η καθιερωμένη, εβδομαδιάτικη μπάλα με το διπλανό χωριό – θανάσιμοι οχτροί εκ γενετής και εξ ανάγκης λόγω αιώνιων τουριστικών συμφερόντων – εκατοντάδες παιδιά μαζευόμασταν στο Παλιό Σχολείον στο Πάνω Χωριό και φτιάχναμε ασυνάρτητες εντεκάδες περιμένοντας τους «αποπάνω» να σκάσουνε με τ' αγροτικά για να παίξουμε το ματς που θα μας έκανε ήρωες, αθώα παιχνίδια ποδοσφαίρου που πάντα καταλήγανε να μετατρέπονται σ' αγώνες μποξ και ξύλου μέσα στα χωράφια που χώριζαν τα δυο χωριά μας.

Καλοκαίρι στο χωριό2

Ο Αύγουστος ήταν ένας παράδεισος στο χωριό. Οι φιλίες που καρποφόρησαν εκεί δεν υπήρξαν ποτέ ξανά και ούτε θα υπάρξουν. Ο ανθός της νιότης σκιαζόταν από τον μεγάλο πλάτανο κι εκεί από κάτω οσμιστήκαμε για πρώτη φορά τα πάντα που θ' ακολουθούσαν πιο μετά στις ζωές μας. Τα μάθαμε όμως γλυκά και με τρόπο καθόλου απότομο, αργά και σταθερά, όπως ένα λουλούδι μεγαλώνει, ανθίζει και μαραίνεται.

Τα γόνατα μονίμως ματωμένα απ’ το χαλίκι και τις «κατασβολωσές» με τα ποδήλατα που δεν είχανε ποτέ φρένα κι έπρεπε να τρώμε τις σόλες των παπουτσιών μας, σφηνωμένα στο πίσω λάστιχο για να σταματάμε και να μην πέφτουμε πάνω στις γριές και στους γέρους που μας κυνηγούσαν με τις μαγκούρες και τις βίτσες γιατί τους χαλνούσαμε τη θερινή τους, ιερή σιέστα.

unnamed

Και μετά ήρθαν τα κορίτσια… εμείς δεν είχαμε ούτε τολμηρά αγγίγματα ούτε φιλιά, τίποτα τέτοιο σε κείνη την ηλικία, είμασταν όλοι φαινομενικά αλάνια αλλά στην ουσία είμασταν κάτι άβγαλτα πουλάκια, αθώα και ξεπουπουλιασμένα κι όταν βλέπαμε ένα κορίτσι που μας άρεσε τότε γινόμασταν κόκκινοι σαν παντζάρια, η γλώσσα διπλωνόταν μέσα στον οισοφάγο κόμπος και το στομάχι γέμιζε πεταλούδες.

Αμέτρητες οι χυλόπιτες που τρώγαμε κάθε εφηβικό θέρος, αλλά τόσο γλυκές ήτανε όλες μία προς μία οι άτιμες που γεύση τέτοια πλέον δεν ξαναδοκίμασα ούτε όταν τελικά, μεταγενεστέρως πια, καταχτούσα μία κοπέλα και γινότανε το δικό μου.

pp570 0

Κι όμως όσο κι αν ακούγεται παράξενο στο χωριό έμαθα τους Metallica και τις Τρύπες και στο χωριό ήταν που βίωσα για πρώτη φορά τι σημαίνει πόνος και θάνατος.

Και πως είναι δυνατόν να ξεχάσω την τσαχπίνα τη Μαρία, τη δεκαεξάχρονη κοπέλα απ’ το Μοσχάτο που 'ριχνε στάχτη στη μπύρα της επίτηδες και μετά την έπινε με το καλαμάκι (γιατί έτσι, έλεγε, την άκουγε καλύτερα και πιο γρήγορα) και την είχαμε για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο ερωτευτεί όλοι μας τελικά, ενώ οι περισσότεροι την κράζαμε μπροστά της.

doc 20160525 1630421 abdoy

Πως είναι δυνατόν να ξεχάσω το παιδικό μου μίσος προς τη γιαγιά μου που μου φώναζε απ’ την άκρη του δρόμου, ενώ εγώ ήμουν στις κούνιες κι έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, να τρέξω γρήγορα να φάω «τ’ αυγό μου»;

Πλέον το ἄστυ μας έχει ρουφήξει για τα καλά αλλά φέτος τον Αύγουστο το ‘χω σκοπό να ξαναπάω, να κάνω ένα γύρο στα παλιά λημέρια μου, που ως εκ θαύματος έχουν μείνει σχεδόν τα ίδια, αν εξαιρέσεις τη γιαγιά που συγχωρέθηκε και τα ποδήλατα που σκούριασαν μέσα στην υγρή δίνη του χρόνου.