Ο Χρήστος Λούλης δεν θέλησε ποτέ να τα πηγαίνει καλά με όλους

Ο ηθοποιός μιλάει για το επίπεδο των ελληνικών παραγωγών, το κίνημα #metoo, την συνεργασία του με τον Κώστα Γαβρά αλλά και γιατί οι ιδέες γεννήθηκαν για να καταρρίπτονται. 

146 SHARES

Επιμέλεια: Χρήστος Κάβουρας
Φωτογραφίες-βίντεο: Γιώργος Αποστολόπουλος

Κάθε άντρας έχει διαφορετικές απόψεις και φιλοσοφία. Αρκετοί επιλέγουν την ασφαλή-σιωπηλή οδό, άλλοι όμως ξεχωρίζουν εκφράζοντας τις απόψεις τους έξω από τα δόντια, ακόμα και αν αυτό προκαλεί αναταράξεις στο ούτως ή άλλως «εύφλεκτο» κοινό των social media και της ελληνικής κοινωνίας. Η δεύτερη κατάσταση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια εκδοχή που χαρακτηρίζει τον ηθοποιό, Χρήστο Λούλη.

Πολλοί τον έχουν συνδέσει με τις τηλεοπτικές σειρές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη (Η ζωή μας μια βόλτα, Κλείσε τα Μάτια, Δυο Μέρες Μόνο, Τέσσερις), άλλοι για το ρόλο του Γιάνη Βαρουφάκη στο «Ενήλικοι στην Αίθουσα» του Κώστα Γαβρά, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που έχουν μείνει στο σποτάκι της Πολιτικής Προστασίας που πέρασε από χίλια κύματα στην εποχή της πρώτης καραντίνας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Χρήστος Λούλης δεν περιορίζεται μόνο σε ό,τι έχει να επιδείξει στις ταινίες-σειρές, το θέατρο ή τα τηλεοπτικά σποτ.

Και είτε συμφωνείς, είτε όχι με τις ιδέες του δεν έχει καμία σημασία για τον ίδιο. Κυρίως γιατί δεν έχει ο ίδιος την απαίτηση να τις σέβεσαι.

«Στην Ελλάδα γίνεσαι ηθοποιός μετά τα 40 σου...»


Υπάρχουν συνεντεύξεις που χρειάζεται να τις «ντύσεις» με έξτρα περιεχόμενο για να τις ομορφύνεις, άλλες πάλι που η ροή και η κουβέντα σε απορροφούν, σε τέτοιο βαθμό που αισθάνεσαι το ειδικό βάρος των απαντήσεων του συνομιλητή σου.

Και κάθε λέξη του Χρήστου Λούλη επιβεβαιώνει τον παραπάνω ισχυρισμό.

-Κοιτάζοντας τη διαδρομή σου μέχρι σήμερα υπάρχει κάτι που θα ήθελες να έχεις κάνει αλλιώς;

Πάντα θες να κάνεις κάτι παραπάνω. Σκέφτεσαι επίσης «μήπως έκανα ήδη πολλά;». Υπάρχει μόνο το μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά μας κόβοντας με το μαχαίρι τα φύλλα που στέκονται εμπόδιο. Ενδεχομένως αν ξεκινούσα τη δουλειά μου σε μια άλλη ηλικία ή σε μια άλλη χώρα να μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα διαφορετικά. Είναι σαν το νερό που κυλάει αλλά δεν μπορεί να παίρνει συνέχεια την ίδια ρότα. Το σωστό είναι λάθος και το λάθος είναι σωστό. Όταν κάνεις καμιά φορά λάθη είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Μπορείς να μαθαίνεις από αυτά και να μην τα ξανακάνεις, ή αν τα ξανακάνεις να σου λέει κάτι για τον εαυτό σου.

-Σκέφτηκες ποτέ ότι θες να τα παρατήσεις και να ασχοληθείς με κάτι άλλο;

Δεν σκέφτηκα ποτέ κάτι διαφορετικό γιατί πολύ απλά δεν μπορώ κάτι διαφορετικό.Από τη φύση μου. Συνέδεσα από πολύ νωρίς αυτή τη δουλειά με μια βαθιά μου ανεπάρκεια: το  ότι θέλω οι άνθρωποι να έρχονται σε μένα και όχι εγώ στους ανθρώπους. Όταν είσαι για παράδειγμα πωλητής και ανοίγεις ένα μαγαζί πρέπει να κάνεις μάρκετινγκ. Το έχω δοκιμάσει και δεν μου έχει βγει. Δεν μπορώ να βγω έξω να "πιάσω τον πελάτη". Στη δουλειά μου για παράδειγμα η κατάσταση είναι ότι δίνω την ερμηνεία μου και ο κόσμος είτε δέχεται να την παρακολουθήσει είτε όχι. Καταλαβαίνω ότι αυτό έχει τον κίνδυνο να γίνω ελιτιστής,όμως προσπαθώ να τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Και επίσης να μη γίνω ελιτιστής.

Αν ήμουν όμως στην Αμερική όπου υπάρχει παγκόσμιο κοινό δεν σε νοιάζει και πολύ αυτό το «αν θες το βλέπεις» που είναι αυθεντικό. Στην Ελλάδα που είναι μικρή αγορά είναι διαφορετικά. Γίνεσαι ελιτιστής, τουλάχιστον τα έχεις καλά με τον εαυτό σου.

-Τι μπορούν να προσφέρουν οι ελληνικές παραγωγές της τηλεόρασης για να προσελκύσουν πιο νεανικό κοινό;

Δεν ξέρω αν οι καθημερινές σειρές αναφέρονται αποκλειστικά σε μεγαλύτερες ηλικίες, παρά το γεγονός ότι πλέον το νεανικό κοινό έχει απαιτήσεις τύπου Netflix. Οι καθημερινές σειρές έχουν μικρότερη σημασία στη σκηνοθεσία και τα σενάρια καθώς πρέπει να βγαίνουν αρκετά επεισόδια σε μικρό χρονικό διάστημα και στόχος τους είναι ο τηλεθεατής που 2-3 φορές τη βδομάδα βρίσκεται σπίτι του σταθερά και απασχολείται βλέποντας το πρόγραμμά του στην τηλεόραση.

Σίγουρα το πιο προσεγμένο «προϊόν» βοηθάει πολύ στο να τραβήξεις τον νέο ο οποίος είναι συνηθισμένος στις streaming πλατφόρμες αλλά και για να σε παρακολουθήσει και κάποιος εκτός χώρας. Επομένως παραγωγές όπως ο «Σιωπηλός Δρόμος» και το «42 Βαθμοί» είναι mini series που μπορούν να βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς κάθε μέρα αντί να κάνεις 15 σκηνές κάνεις 3 ή 4. Στην προκειμένη περίπτωση για αυτό αυτές οι δύο σειρές είχαν αισθητική.



Αν θες να κάνεις κάτι κατά τη γνώμη μου πρέπει να το κάνεις καλά. Έχουμε εκπαιδευτεί πλέον με τόσες πολλές σειρές και έχουμε ανάγκη να δούμε κάτι καλύτερο. Εγώ ας πούμε δεν το κάνω για να βγάλω λεφτά, θέλω να βλέπω ένα ωραίο αποτέλεσμα. Να είναι κάτι που ήθελα να το δω εγώ ο ίδιος.

-Ας μιλήσουμε λίγο για τη σειρά «Σιωπηλός Δρόμος» του Βαρδή Μαρινάκη. Ήξερες από την αρχή το σενάριο και πού θα καταλήξει ο χαρακτήρας σου;

Εννοείται ότι ήξερα το σενάριο, δεν ισχύει αυτό που βγαίνουν πολλοί και λένε ότι δεν ξέρουν πού καταλήγει ο χαρακτήρας τους σε περίπτωση plot twist. Ο ηθοποιός πρέπει πάντα να ξέρει το τέλος, είτε παίζει μπροστά στην κάμερα είτε στο θέατρο, ειδικά αν πρόκειται να υπάρξει μια τεράστια ανατροπή ή ο χαρακτήρας του κρύβει κάτι. Για να κάνεις τον ανήξερο, πρέπει να τα ξέρεις όλα.

Για παράδειγμα στο «Σιωπηλό Δρόμο» όταν κοίταζα τη μικρή Αριστέα στο πρώτο επεισόδιο που μπαίνει στο σχολικό και ύστερα γίνεται η απαγωγή, έπρεπε να ξέρω ως Ιάσωνας ότι αποχαιρετώ την παλιά μου ζωή για να μην καρφωθώ.



-Για την περίφημη σκηνή όπου έχεις πάρει το όπλο και χορεύεις μόνος σου. Εκεί για να κάνεις αυτή την θεότρελη κίνηση τι σκεφτόσουν;

Ειλικρινά τίποτα απολύτως. Είχα βάλει μια έντονη μουσική να παίζει η οποία όμως λόγω δικαιωμάτων δεν μπορούσε να μπει στην ταινία αλλά ήταν η φάση που ένας ηθοποιός με τα χρόνια και την εμπειρία, βλέποντας τη ζωή να περνάει καθημερινά, έχει την ικανότητα να αδειάσει το μυαλό του και απλώς να εξερευνήσει μια άλλη περιοχή από αυτή που βρίσκεται. Δεν σκέφτεσαι τίποτα σε αυτή τη στιγμή, αλλά εξερευνείς μια περιοχή που δημιουργείς εκείνη τη στιγμή για το ρόλο σου κατά την οποία απλώς ξεσπάς. Άλλωστε όλοι οι άνθρωποι έχουν μέσα τους κάτι που κρατάνε αλλά δεν μπορούν να το βγάλουν προς τα έξω. Όλοι μπορούμε να σκεφτούμε τέτοια πράγματα.

-Τι σου αρέσει να υποδύεσαι περισσότερο; Τον καλό ή τον κακό;

Κοίτα, ο κακός είναι πάντα πιο ωραίος και είναι πολύ ωραίες στιγμές εκείνες που ο villain αγγίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές του και δεν χρειάζεται να κρύβει αυτό που είναι. Οι σκηνές του έχουν τόσο μεγάλη βαρύτητα γιατί πρέπει να είναι ένα σημαντικό αντίβαρο στον πρωταγωνιστή. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μια σκοτεινή πλευρά που μας καταπιέζει και στην προοπτική του χαρακτήρα ο οποίος δεν έχει τους δικούς μας φραγμούς, μας γοητεύει. Είναι πολλές φορές που θες να ξεσπάσεις αλλά η ηθική και η παιδεία σου δεν σε αφήνουν να υποκύψεις στις ορμές σου, ο κακός όμως της ταινίας που δεν τα έχει αυτά ιντριγκάρει το κοινό, μέχρι και τον ίδιο τον  ηθοποιό που τον υποδύεται. Το απαγορευμένο είναι πάντα πιο γοητευτικό.

-Τι θα πει για σένα ηθοποιός; Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας τελικά; Νιώθεις ότι «ξεφεύγεις» από κάτι;

Το να υποδύεσαι ένα ρόλο είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας αλλά όχι επειδή ξεφεύγεις από κάτι. Δηλαδή είσαι εσύ, ο κόσμος και όταν παίζεις όλος ο κόσμος έρχεται μέσα σου. Σε περιτρυγυρίζει αλλά δεν σε γονατίζει. Φαντάσου ένα δοχείο που όταν ανοίξει μπορεί να ρουφήξει τα πάντα μέσα του χωρίς όμως να αλλάξει σχήμα. Μπορείς λοιπόν να μπεις στη θέση ενός άλλου ή στη δική σου όταν όμως δεν είσαι εσύ σε σχέση με αυτό που περιμένει η κοινωνία από σένα να είσαι. Να έχεις το άρωμα της στιγμής. Είναι λοιπόν μια μορφή ψυχοθεραπείας αλλά όχι όπως την έχουμε μάθει εμείς στο δυτικό κόσμο του 21 ου αιώνα, αυτό που ψάχνουμε όλοι για να ξεφύγουμε. Αυτό δεν ισχύει και προσωπικά μου τη σπάει. Δηλαδή και σε ένα βουνό να πας για ένα μήνα δεν θα καταφέρεις να ξεφύγεις ποτέ εφόσον επιστρέψεις μετά. Το θέμα δεν είναι λοιπόν αν θα ξεφύγουμε από τον κόσμο αλλά να καταφέρουμε να τον «απορροφήσουμε».

Πιο πολύ προτιμώ τη λέξη «επισκέπτομαι» από το «ξεφεύγω». Το να μπορέσεις να επισκεφτείς για λίγο μια άλλη περιοχή, είναι κάτι που αρκετοί ηθοποιοί το έχουν καταφέρει και το έχω κάνει και εγώ και δεν φοβάμαι να το παραδεχτώ. Όταν όμως τελειώσω τη δουλειά μου είμαι ξανά ο ίδιος, ποτέ κάποιος άλλος. Ίσως λίγο πιο σοφός αλλά όχι διαφορετικός.


-Ας μιλήσουμε για θέατρο. Μπορεί ο Έλληνας ηθοποιός να αφιερωθεί στην παράστασή του και την επόμενη μέρα να πρέπει να δουλέψει σε μια άλλη παραγωγή και στην ουσία πρέπει να γίνει κάποιος άλλος μέσα σε λίγες ώρες;

Άλλος δεν θα γίνεις ποτέ. Όταν κάνεις βέβαια για παράδειγμα τον Άμλετ θα πρέπει τρεις μήνες πριν και τρεις μήνες μετά να μην δουλέψεις καθόλου. Στη δική μου περίπτωση όταν τον είχα υποδυθεί στο θέατρο για τρεις βδομάδες ένιωθα πως δεν θέλω να ξαναδουλέψω, ήταν τόσο μεγάλη φόρτιση. Το θέμα είναι ουσιαστικά πόσο πολύ επιλέγεις να εμβαθύνεις σε ένα χαρακτήρα στο θέατρο. Υπάρχουν ορισμένοι που υποδύονται για παράδειγμα τον Οιδίποδα στη σκηνή και την επόμενη μέρα παίζουν σε καθημερινή σειρά. Άμα θες να εμβαθύνεις πρέπει να παίζεις μονάχα ένα ρόλο, αλλά τότε πρέπει να μην έχεις και ζωή. Δηλαδή θέλω να πω αν έχεις οικογένεια και υποχρεώσεις τι θα κάνεις; Θα τους κάνεις όλους πέρα για να παίξεις τον Οιδίποδα ή θα γίνει και αυτό ένα μέρος της ζωής σου που θα μάθεις να το απορροφάς;

Λόγω της φύσης της δουλειάς στην Ελλάδα όπου ένας ρόλος μόνο δεν σου φτάνει για να βιοποριστείς, έχω καταλάβει ότι ο πιο έξυπνος τρόπος είναι ότι όλοι οι ρόλοι τους οποίους παίζουμε είναι κομμάτια ενός ενιαίου πράγματος. Μιας ουσίας. Μιας ύπαρξης. Άλλοι το αποκαλούν Θεό, άλλοι «εγώ», άλλοι κάτι άλλο. Υπάρχει μία ουσία, ένας πυρήνας που έχεις δημιουργήσει με βάση το ταλέντο, τη δουλειά και την εμπειρία σου και να μπορείς να το επισκέπτεσαι. Όταν είσαι μέσα σε αυτόν τον πυρήνα δεν χρειάζεται να μετατρέπεσαι σε κάτι άλλο κάθε φορά. Για μένα ηθοποιός γίνεσαι μετά τα 40. Όταν θα έχεις καταλάβει, λόγω εμπειρίας ζωής, ότι όλα είναι ρευστά και ισχύουν εξίσου. Μέχρι τότε απλώς δουλεύεις στο θέατρο.

-Τελικά τι είναι αυτό που κάνει τις ελληνικές παραγωγές να έχουν απόσταση επιπέδου από τις αντίστοιχες επιτυχημένες του εξωτερικού;

Στην Ελλάδα δεν έχουμε μάθει να δουλεύουμε σωστά ούτε στο σινεμά, ούτε στην τηλεόραση. Μπορείς να κάνεις αριστούργημα στο σινεμά, το ίδιο και στην τηλεόραση. Δες για παράδειγμα το «Breaking Bad», είναι πραγματικό αριστούργημα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση, γνώση και μέθοδο να δουλεύουμε σε βάθος, ούτε στην ταινία, ούτε στην τηλεόραση. Κυρίως όμως δεν έχουμε τις κατάλληλες συνθήκες, δηλαδή λεφτά.

H διαφορά σε σχέση με τις σειρές στην Ελλάδα και το εξωτερικό έχει να κάνει με το οικονομικό έσοδο κάθε παραγωγής. Αν ήξεραν οι παραγωγοί ότι ένα σίριαλ είχε προοπτικές να το παρακολουθήσει κόσμος πέρα από την Ελλάδα τότε θα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Μια αμερικάνικη σειρά, ακόμα και αν δεν κυκλοφορήσει παγκοσμίως αλλά τη δει μόνο το κοινό των ΗΠΑ αυτομάτως βγάζει τα λεφτά της. Για να το καταφέρουν αυτό οι ελληνικές θα πρέπει να μπουν στο Netflix ή σε άλλη διάσημη streaming υπηρεσία, όμως για να γίνει αυτό θα πρέπει να παρουσιάσουν πρωτότυπο περιεχόμενο και ταυτόχρονα να ανταγωνιστούν τις κορεάτικες, τις ισπανικές ή οποιαδήποτε άλλη παραγωγή υπάρχει. Αυτό θέλει χρόνο για γίνει. Αυτό που κάνει τώρα η Ελλάδα όπου ανοίγει την αγορά της, η Κορέα το έχει κάνει εδώ και 15 χρόνια, το ίδιο και η Τουρκία. Και την ίδια στιγμή προστάτεψαν την εγχώρια παραγωγή. Αγάπησαν και καλλιέργησαν το εγχώριο δυναμικό.

Έρχονται ένα σωρό σειρές ή ταινίες από το εξωτερικό να γυριστούν στην Ελλάδα αλλά δεν υπάρχει πολύ υλικό Ελλήνων για να συμμετέχουν. Ο Έλληνας ηθοποιός είναι καλός, αλλά δεν είναι αρκετός ποσοτικά. Δεν έχουμε δυστυχώς ακόμα Σχολές που να βγάλουν την επόμενη αξιόλογη φουρνιά ηθοποιών, τεχνικών, σκηνοθετών ή σεναριογράφων που να διαπρέψουν στο αύριο.


«Δεν είμαι σε θέση να υποδείξω σε κανέναν τι να κάνει και τι όχι»

Αναμφίβολα ο «Σιωπηλός Δρόμος» και οι «42 Βαθμοί» είναι εκ των πλέον ποιοτικών και προσεγμένων παραγωγών που έχουν γυριστεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια και το γεγονός ότι ο Χρήστος είχε βασική συμμετοχή σε αμφότερες δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση σε κανέναν. Οι συγκεκριμένες δουλειές αποτελούν σημαντικά παράσημα στο ράφι των επιτευγμάτων του, ωστόσο κατά τον ίδιο έφτασε άλλη ήταν η πρόταση που δεν μπορούσε με τίποτα να αρνηθεί. Το project είχε τίτλο «Ενήλικοι στην Αίθουσα» και o ρόλος αφορούσε τον τότε Υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη. Το μεγαλύτερο ατού όμως άκουγε στο όνομα, Κώστας Γαβράς.

-Έχεις πει ότι ανέκαθεν ήθελες να παίξεις σε ταινία του Κώστα Γαβρά και σου δόθηκε η ευκαιρία με το «Ενήλικοι στην Αίθουσα». Περιγραψέ μου το πώς αισθανόσουν όταν υποδύθηκες τον Γιάνη Βαρουφάκη, ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόσωπο για την Ελλάδα.

Επειδή έχουμε γνωριστεί με τον Γιάνη μπορώ να πω ότι είναι ένας εξαιρετικός συζητητής, διαφωνώ αλλά και συμφωνώ σε πολλά πράγματα μαζί του. Για μένα βέβαια είναι σημαντικό και μόνο ότι έπαιξα πρώτο ρόλο ταινία του Κώστα Γαβρά. Όταν έρχεται ο Γαβράς και σου λέει να παίξεις σε ταινία του δεν λες ποτέ όχι, πόσο μάλλον όταν σου λέει ότι θα κάνει ταινία για τα γεγονότα που χαρακτήρισαν την Ελλάδα πριν από 4 χρόνια (η ταινία έγινε το 2019 και αφορά τα γεγονότα του Eurogroup του 2015). Το αν συμφωνούσα ή όχι με τον Γιάνη (Βαρουφάκη) όσον αφορά τη διαπραγμάτευση ήρθε πραγματικά σε δεύτερη μοίρα. Όταν τον γνώρισα από κοντά συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για έναν μετριοπαθή άνθρωπο σε αντίθεση με όλα τα ακραία που λέγονται για το άτομό του. Έχει ακρότητες και ελαττώματα όπως έχουμε όλοι μας. Γνωρίζοντάς τον είδα έναν μέσο άνθρωπο με συγκεκριμένες απόψεις. Οπότε είχα μια ανθρώπινη περιέργεια και την προσωπική φιλοδοξία να κάνω αυτή την ταινία.



Στο γύρισμα  του υποτιθέμενου Eurogroup, που ήμασταν με τους άλλους «υπουργούς», έπρεπε να ανταλλάξουμε κουβέντες σχετικά με το θεατρικό μέλλον του καθενός για να επανέλθω στην πραγματικότητα. Να θυμηθώ δηλαδή ότι ήταν όντως απλοί ηθοποιοί. Έστω και μ' αυτούς ωστόσο κατάλαβα πως όσο τεχνοκράτης ή διπλωμάτης και αν είσαι, έχει τεράστια σημασία το ποιος μιλάει και για ποιον, αν θέλουμε να μιλήσουμε για αυτές τις μέρες που διαπραγματεύονται οι Ρώσοι με τους Ουκρανούς και τους Αμερικανούς. Τα μάτια, η κίνηση, η φωνή, τα πάντα. Το ανθρώπινο στοιχείο δηλαδή. Το ότι έκανα αυτήν την ταινία το θεωρώ μεγάλη ευλογία για μένα γιατί είναι σαν να μου άνοιξε το μυαλό σε κάτι άλλο που ούτε καν υποπτευόμουν.

- Ο κόσμος περιμένει πάντα τον αναγνωρίσιμο στη γωνία για να τον κράξει. Για παράδειγμα αυτό συνέβη και με το διαφημιστικό σποτάκι κορονοϊού της Πολιτικής Προστασία όπου γύρισες το οποίο χαρακτηρίστηκε σεξιστικό και κατέβηκε στην περίοδο της καραντίνας. Εν τέλει ο αναγνωρίσιμος άνθρωπος πρέπει να λέει τη γνώμη του στον κόσμο;

Μην το λες διαφήμιση γιατί το μυαλό όλων πάει στο ότι εγώ πληρώθηκα για αυτό, ενώ εγώ απλά το έκανα ως κοινωνική προσφορά. Στις μέρες μας τα δημόσια πρόσωπα σκέφτονται δύο και τρεις φορές για το τι και αν πρέπει να πουν κάτι και το αν θα τους κράξει κανείς. Δεν είμαι σε θέση να υποδείξω σε κανέναν τι πρέπει να κάνει και τι δεν πρέπει να κάνει. Ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που αντέχει και όχι το αντίθετο. Να έχει τις απόψεις του αλλά και την ευθύνη των όσων λέει. Προσωπικά δεν αντέχω τους ανθρώπους που τα έχουν με όλους καλά. Για μένα δεν γίνεται.

Εγώ όταν μιλάω το κάνω στα πλαίσια που εγώ πιστεύω και με γνώμονα να μην προσβάλλω κανέναν προσωπικά. Προσπαθώ όμως να καταρρίπτω ιδέες. Εγώ σέβομαι εσένα και την προσωπικότητά σου. Τις ιδέες σου όμως έχω την υποχρέωση να μην τις σέβομαι. Αν σεβόμαστε τόσο πολύ τις ιδέες των άλλων σε τέτοιο βαθμό που σταματήσουμε να μιλάμε για αυτές ο κόσμος θα σταματήσει να υπάρχει. Ο κόσμος υπάρχει επειδή οι άνθρωποι μιλούν, έχουν απόψεις, διαφωνούν και μέσα από τις διαφορές βρίσκουν λύσεις.

Τα επιχειρήματα που μας μάθαιναν στο σχολείο ότι χρησιμοποιούσαν ο Περικλής, ο Θουκυδίδης ή ο Θεμιστοκλής οι οποίοι ουσιαστικά συνεχώς επιτίθονταν στις ιδέες του αλλουνού, είναι το Α και το Ω της δημοκρατίας, της συμπερίληψης και της συνύπαρξης. Όταν αρχίσουμε να σεβόμαστε υπέρ του δέοντος τις απόψεις του αλλουνού το έχουμε χάσει το παιχνίδι. Όταν λοιπόν βλέπω ανθρώπους να αποδέχονται γνώμες και να έχουν τόσο στρογγυλεμένη άποψη για να τα έχουν με όλους καλά πραγματικά βγάζω «σπυριά».



Όπως δεν σέβομαι εγώ τις ιδέες σου, περιμένω και από σένα το ίδιο. Οι αντιπαραθέσεις λοιπόν πρέπει να γίνονται στη βάση των ιδεών και όχι των προσωπικοτήτων. Οι άνθρωποι όμως επειδή είναι γεμάτοι μίσος και θυμό και δεν έχουν την ικανότητα να ακούσουν μια διαφορετική ιδέα, προχωράνε σε προσωπική επίθεση. Αν έχει κάτι που μπορεί να μας διδάξει ο δυτικός πολιτισμός, είναι ότι διαχωρίζεις τον εαυτό σου από το κοινωνικό σύνολο. Διαχωρίζεις τον άνθρωπο από αυτά που πιστεύει.

Αυτή είναι άλλωστε και η αξία των Αρχαίων τραγικών στα έργα τους, έβγαζαν τον εαυτό τους στην απ’ εξω και απεικόνιζαν την κοινωνία να επιτίθεται στον έναν, ή τον έναν να κριτικάρει την κοινωνία. Κάνει λάθος δηλαδή ο σπουδαίος μαθηματικός Μπέρτραντ Ράσελ που είπε «δεν θα πεθάνω ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να είναι λάθος»; Στο σύγχρονο κόσμο όλοι φανατιζόμαστε με τις ιδέες μας και δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε ότι μπορεί να κάνουμε λάθος. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να πεθάνω για τις ιδέες μου.

Πλέον με το identity politics που έχουμε στη σύγχρονη κοινωνία, χάνεται η προσωπικότητα και η ατομικότητα του ανθρώπου και κατηγοριοποιούμαστε με βάση το τι λένε οι μάζες. Κάποτε προσπαθούσαμε να μην είμαστε σε κουτάκια, πλέον μπαίνουμε μόνοι μας σε αυτά και νιώθουμε ευχαριστημένοι που ανήκουμε εκεί.


«Ποιος είσαι εσύ που θα κάνεις τους άλλους να μην θέλουν να έρχονται στη δουλειά τους;»

Σε μια Ελλάδα που βλέπει την καθημερινότητά της να μαστίζεται από ειδεχθή εγκλήματα, γυναικοκτονίες και βιασμούς έχει μεγάλη σημασία το αύριο των ανθρώπων της να μεγαλώνει με τα σωστά κριτήρια και πάντα με σεβασμό προς αλλήλους. Τι θα έλεγε όμως ένας γονέας για τον έρωτα, τις σχέσεις και το σεβασμό στα παιδιά του προκειμένου να αποφεύγονται τα φαινόμενα βίας και εγκλήματα; Όντας στον καλλιτεχνικό χώρο επί χρόνια, ο Χρήστος Λούλης έχει ξεκάθαρη άποψη για το πώς πρέπει να μεγαλώνουν τα παιδιά αλλά και κατά πόσο το κίνημα #metoo έχει επηρεάσει το χώρο του θεάτρου και γενικότερα της υποκριτικής.

-Θεωρείς ότι το κίνημα #metoo βοηθάει τον καλλιτεχνικό κλάδο να «καθαρίσει»;

Βοηθάει πάρα πολύ γιατί δεν είναι μόνο ανθρώπινο. Είναι πολύ μεγαλύτερο από το ότι κάποιοι συνάδελφοι, αγόρια/κορίτσια έχουν πέσει θύματα κακοποίησης. Είναι γενικότερα θέμα κουλτούρας. Κάποιοι θεωρούσαν ξαφνικά ότι είναι γκουρού και αυθεντίες, θεωρώντας πως έχουν πολλά παραπάνω δικαιώματα από όσα τους έδιναν οι όλοι οι άλλοι. Κάτι τέτοιο που δεν είναι συμφωνημένο, αυτομάτως κατατάσσεται στη βία. Είναι βία γιατί είναι επιβεβλημένο. Είναι βία γιατί δεν οφείλεται στο δικό τους ταλέντο ή την καταξίωση σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής, πόσο μάλλον στον καλλιτεχνικό που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Επειδή κάποτε είχες παίξει Επίδαυρο δεν σου δίνει το δικαίωμα να χουφτώσεις κάποιον/α, να μιλήσεις άσχημα ή να κάνεις τους άλλους να μη θέλουν να έρχονται στη δουλειά τους.

Πραγματικά σκέφτομαι ότι ο συγκεκριμένος χώρος έχει χάσει τόσα ταλέντα γιατί οι άνθρωποι ήρθαν, είδαν, αποείδαν και εγκατέλειψαν το χώρο. Στο χώρο το δικό μας η καταπίεση από το σκηνοθέτη είναι πολύ συχνό φαινόμενο και τα επίπεδα άγχους φτάνουν σε τεράστια επίπεδα. Εγώ για παράδειγμα επί ένα μήνα είχα βγάλει ένα αυτοάνοσο στο γόνατο και έκανα παρακέντηση κάθε μέρα από το άγχος μου δουλεύοντας με έναν συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Είναι ιστορίες μεν που λέω σε παρέες και γελάμε, αλλά σκέφτομαι συνεχώς πώς θα ήμουν άμα είχα κάνει τη δουλειά μου με μεγαλύτερη όρεξη και λιγότερο τρόμο. Στη δική μου δουλειά για να πεις ότι έχεις βγάλει ένα αποτέλεσμα πρέπει να πιεστείς, αλλά είναι πολύ καλύτερο για εκείνον που έχει αναλάβει το καθήκον να σε πιέσει να νιώθεις ότι σε σέβεται και δεν σου πετάει τασάκια στο παραμικρό λάθος. Να σε φέρνει στα όριά σου, χωρίς να σε κάνει να αισθάνεσαι «σκουπίδι».


-Έχεις δύο παιδιά. Τι θα πεις στην κόρη (6μιση ετών) και το γιο (10 ετών) σου αντίστοιχα για τον έρωτα και τις σχέσεις, βλέποντας όλα αυτά που ακούμε γύρω περί βιασμών και παρενοχλήσεων;

Νομίζω ότι η διαπαιδαγώγηση ξεκινάει πριν τη λεκτική επικοινωνία σε αυτές τις περιπτώσεις. Ο αυτοσεβασμός αρχίζει από την εποχή που τα παιδιά είναι πολύ μικρά, έχει να κάνει με τον τρόπο που τα πιάνεις, την προσοχή που τους δίνεις, το πώς παίζεις μαζί τους, που τα γαργαλάς, που τα προσέχεις. Πρέπει να ασχολείσαι και να εξηγείς στο παιδί τι να κάνει και το λόγο που κάνει το καθετί. Επομένως πρέπει να έχεις όρεξη να ασχοληθείς αλλά και να ακούσεις το παιδί σου, προκειμένου το ίδιο να αρχίσει να αποκτάει σεβασμό στους γύρω του αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Όταν μεγαλώσει λίγο παραπάνω θα αρχίσουν και οι κουβέντες να γίνονται πιο ώριμες και πιο άμεσες. Τότε για παράδειγμα θα μάθει πως όταν γίνεται κάτι που δεν του αρέσει ή που το κάνει να νιώθει άβολα να σηκώνεται να φεύγει, να διαμαρτυρηθεί ή να το σταματήσει.

Εφόσον ένα παιδί καταλαβαίνει τι είναι αυτό που δεν του αρέσει, με την ίδια λογική καταλαβαίνει και από κάποιον άλλον όταν του λέει ότι δεν του αρέσει αυτό που του κάνει.

Όλοι αυτοί που κάνουν τις παρενοχλήσεις, τα μπούλινγκ στα σχολεία κλπ., είναι αυτοί που κανείς δεν έχει ασχοληθεί μαζί τους ή είδαν λάθος πρότυπα από το σπίτι τους.

-Τι ετοιμάζεις αυτόν τον καιρό;

Γυρίζω αυτόν τον καιρό μια νέα σειρά στον Alpha που λέγεται «Ψέματα» και έχει να κάνει με μια υπόθεση βιασμού που όμως κανείς δεν ξέρει τι ισχύει. Ύστερα θα κάνουμε τους «Πέρσες» στην Επίδαυρο όπου θα παίξω τον Αγγελιαφόρο, ενώ έχω και μια ταινία που έχω στα σκαριά για το καλοκαίρι Αμερικανικής, Ελληνικής και Ισπανικής παραγωγής η οποία θα γυριστεί εδώ στην Ελλάδα. Γενικά έχω γεμάτο πρόγραμμα…


*Eυχαριστούμε πολύ το Hachiko Κηφισιάς για τη φιλοξενία και τη Σαμάνθα Αποστολοπούλου για τη βοήθεια στην επικοινωνία.

146 SHARES