Eurokinissi Ο Σάκης Μπουλάς έσπασε πλάκα ακόμη και στην κηδεία του

Ο Νίκος Συρίγος γράφει για τα 5 χρόνια χωρίς τον φωνακλά, τον τραχύ, τον τσαμπουκά, τον πλακατζή, τον μουσάτο.

Στις 21 Φεβρουαρίου του 2014, στον Παράδεισο έγινε γλέντι. Μεγάλο. Από αυτά που έστηνε ο τύπος που λεγόταν Σάκης Μπουλάς. Αυτός ο φωνακλάς, ο τραχύς, ο τσαμπουκάς, ο πλακατζής, ο μουσάτος. Αυτός ο πιτσιρίκος ετών 59. Για την ακρίβεια 60 παρά κάτι μέρες. Ο καλύτερος «κολλητός» που θα μπορούσες να έχεις. Όχι απλά «έξω καρδιά» αλλά… έξω όλα.

Ο Σάκης Μπουλάς γεννήθηκε στις 11 Μαρίου του 1954 στον Πειραιά. Και από πολύ μικρός μπορούσε να πουλήσει πάγο σε εσκιμώο. Καταφερτζής. Σε όλα. Κυρίως με τις γυναίκες. Γύπας όπως λένε οι πιτσιρικάδες. Γι’ αυτό και παρότι δεν ήταν και ο πιο όμορφος του κόσμου, οι γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του ήταν... «κάτσε καλά».

  

 

Ο Σάκης έκανε πλάκα σε όλα. Ακόμη και σε όσους πήγαν στην… κηδεία του, το τραπέζι της οποίας είχε πληρώσει καιρό πριν, όταν είχε πάει στο Νεκροταφείο για τα γυρίσματα της σειράς «50-50». Κάπως έτσι, όταν οι συγγενείς και οι φίλοι αναρωτήθηκαν ποιος είχε πληρώσει το τραπέζι ο μαγαζάτορας έδειξε προς τον ουρανό, δίνοντας το δικαίωμα στον Σάκη να τους αφήσει για μια ακόμη φορά μαλάκες. Και να σκάσει στα γέλια.

Οι μόνες φορές που ο Μπουλάς δεν γέλαγε, ήταν στους… ρόλους του. Από το «Αχ Μαρία» και τα «Κουφώματα» μέχρι το «Απίστευτα κι όμως Ελληνικά» και το «50-50»!

 

 

Τα σκετσάκια του με τον «κολλητό» του, Γιάννη Ζουγανέλη, είτε επί σκηνής, είτε στην οθόνη, άφησαν εποχή… Ο Γιάννης ήταν και ο αποδέκτης των στίχων που έγραφε ο φίλος του. Πότε χιουμοριστικούς και πότε συγκλονιστικά ευαίσθητους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πλάκας το «Γιατί μου φέρθηκες/σαν να `μουνα αράπης/δεν δικαιώμουνα και γω/λίγης αγάπης»

 

 

και αυτής της απαράμιλλης ευαισθησίας το περίφημο: «Φύλλο και φτερό, στο μυαλό σου χιόνι/που τη σκέψη σου παγώνει, βρε παιδί μου αμάν/Στην καρδιά βάλε πατίνια και δυο ρουλεμάν».

 

 

Ο Σάκης που πάλεψε γενναία με το θηρίο που λέγεται καρκίνος. Που το κόντραρε για καιρό κι ας ήξερε ότι ο πόλεμος ήταν χαμένος. Ήθελε όμως να του κάνει πλάκα. Να τον γλεντήσει, όσο μπορούσε… Όπως τότε που στο «Σούσουρο», το πρώτο μουσικό καφενείο, έστηνε γλέντια παρέα με τον Νικόλα Άσιμο… Μ’αυτόν που έχουν ξεσηκώσει τώρα τον Παράδεισο.

 



518 SHARES
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies