«Στην Ελλάδα πρέπει να μετατρέψουμε το "ΩΧ" της απόγνωσης σε "ΑΧ" της απόλαυσης»

Μπουκάραμε στο στούντιο του Γιάννη Ζουγανέλη, λίγο πριν μπουκάρει ο ίδιος στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης για την μουσική παράσταση «Φρούτα Εποχής».

Κείμενο: Χρήστος Μπαρούνης
Φωτογραφίες: Νικόλας Κόνφορντ


«Έχω πολλά αρνητικά. Πάρα πολλά»... Και κάπου εκεί, αφού σκουπίσεις τα μούτρα σου από τα σκάγια της εσωτερικής συστολής, και όχι της μετριοπάθειας, σαν μιουταρισμένες συγχορδίες από ολάκερη Fender Stratocaster, καταλαβαίνεις καλά ότι ο τύπος που έχεις απέναντί σου δεν περιμένει να τον στολίσεις με δάφνες και φωτοστέφανα, ούτε και έχει ανάγκη την αγιογραφία σου.

Μία από τις πιο κλισεδιάρικες εισαγωγές στην παρουσίαση μίας προσωπικότητας ή συνέντευξης είναι αυτή που λέει ότι στην προκειμένη -πάντα- περίπτωση του συνεντευξιαζόμενου, οι συστάσεις περιττεύουν. Στη συγκεκριμένη πάντως, όχι απλά δεν περιττεύουν, αλλά δεν μας φτάνουν, ούτε και μας περισσεύουν οι ώρες και οι σελίδες, για να το κάνουμε ολοκληρωμένα, χωρίς παράλειψη.

Δυστυχώς, στην περίπτωση του Γιάννη Ζουγανέλη, οι συστάσεις είναι απαραίτητες. Γιατί πίσω από τον πολυτάλαντο και πολυπράγμονα Ζουγανέλη, πίσω από το πρόσωπο του αστείου, το προσωπείο του κωμικού και το φετίχ του μόνιμα σαρκαστικού Γιάννη, κρύβονται πολλά, μα πάρα πολλά κρυφά ή και φανερά ταλέντα. Μαζί και ένα μακροσκελέστατο βιογραφικό.

Ποιος είναι αλήθεια ο Γιάννης Ζουγανέλης; Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες από καλά διασταυρωμένο ρεπορτάζ και καταμέτρηση χιλιάδων προσφωνήσεων του μέσου Έλληνα θεατή, είναι απλά «ο Γιάννης Ζουγανέλης». Ο άνθρωπος που είτε τραγουδά, είτε μιλά, είτε υποδύεται ρόλους, με ή χωρίς κιθάρα, έχει τον τρόπο να μας κάνει να γελάμε. Ή και να χαμογελάμε. Ο Ζουγανέλης που μας ψυχαγωγεί, ο Γιάννης που μας φτιάχνει το κέφι. Κωμικός αφού.

Ναι, ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι και αυτά. Δεν το αρνείται και δεν τα απαρνείται. Έτσι ξεκίνησε άλλωστε να κερδίζει παρέες και στο σχολείο του, συστήνοντας τη μουσική του στους συμμαθητές του, αφού πρώτα είχε φροντίσει να τους μαζέψει γύρω του με «δόλωμα» ένα-δυο αστεία.

Όχι, ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν είναι μόνον αυτά. Είναι πολλά και συγκεκριμένα πράγματα. Μουσικός, ηθοποιός, καθηγητής, αρχιτέκτονας, όλα με πτυχία, με βραβεία (τα οποία σιχαίνεται) και με κρυφές, λεπτές, ευαίσθητες χορδές, που σπάνε εύκολα όταν θα τις τραβήξει απότομα η σκληρή πραγματικότητα της ακόμη πιο σκληρής ζωής, που σε κάποιους ανθρώπους δεν φέρθηκε το ίδιο καλά, όπως στους κωφάλαλους γονείς του. Εμπειρία που σκληραγώγησε το μυαλό του, αλλά και μαλάκωσε την καρδιά του, τόσο, που θα χρειαστούμε άλλο τόσο για να αναπτύξουμε το βιογραφικό της ψυχής του, απέναντι σε ευπαθείς ομάδες. Θα σεβαστούμε, όμως, την απαρέγκλιτη αρχή του να πράττει και όχι να λέει... 

Κατά τα άλλα; Επειδή δεν αντέχει και την πολλή σοβαρότητα, κι ακόμα περισσότερο, επειδή σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, είναι ο Γιάννης και είναι καλά. Αυτό ξεχωρίζει από όλες τις αρετές που απλόχερα του χάρισε ο Θεός, την υγεία του, ζώντας την κάθε μέρα, την κάθε στιγμή, την κάθε απόλαυση σαν μία διαφορετική ζωή. 

Κάπως έτσι θα τη ζήσει και το βράδυ του Σαββάτου όταν θα βρεθεί στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης για την μουσική παράσταση «Φρούτα Εποχής», μαζί με τη Γιώτα Γιάννα, με σπέσιαλ καλεσμένο τον Διονύση Τσακνή και τους με την Τάνια Ρόκκα και Παναγιώτη Αυγερινό να ενώνουν τρεις διαφορετικές γενιές και να γεμίζουν αναμνήσεις, συναισθήματα και ενέργεια τη σκηνή. Μία σειρά παραστάσεων που ξεκίνησε από την Αθήνα και τη «Σφίγγα» και κάνει στάση μίας βραδιάς στη συμπρωτεύουσα για όσους θέλουν να (ξανα)γνωρίσουν τον Ζουγανέλη. Ή απλά τον Γιάννη...   

Γιατί «Φρούτα Εποχής»;

«Ο καθένας από εμάς είναι ένα φρούτο. Από πάσης άποψης. Για ένα ψώνιο ή για κάποιον που γνωρίζουμε λέμε “τι φρούτο είναι αυτός;”. Υπάρχει και η καλή πλευρά του φρούτου. Με τους χυμούς, τα χρώματα, με την τέχνη της φύσης, της ζωντανής και όχι νεκρής φύσης που δεν ξεπερνιέται από την τέχνη και έχει έναν συμβολισμό. Η ζωή είναι πολύ ανώτερης σημασίας από την τέχνη. Η τέχνη έχει σημασία μόνο αν συμβάλει στην εξέλιξη της ζωής. Είμαστε όλοι φρούτα εποχής. Είναι ακόμα άνοιξη, η οποία έχει εκχυμώσεις η ίδια, όχι μόνο τα φρούτα. Κι επίσης επειδή πιστεύω στην έννοια χιούμορ, που παράγεται από τη λέξη χυμός. Πηγαίνουμε, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη για μία μόνο βραδιά, μαζί με τον Διονύση Τσακνή για πρώτη φορά στη σκηνή παρέα, αν και είχαμε συναντηθεί και στον στρατό, ενώ μαζί μας θα είναι και η Γιώτα Γιάννα. Σαν να είμαστε τρεις γενιές».

Και γιατί να ενώσετε τρεις διαφορετικές γενιές;

«Γιατί δεν πιστεύω στο χάσμα των γενεών, αλλά στη συνύπαρξή τους. Πιστεύω στο παρελθόν αλλά δεν θέλω να παρενθοντολογώ. Θέλω να χρησιμοποιώ το παρελθόν και να πηγαίνω στο μέλλον. Το παρόν είναι η σφεντόνα, το μέλλον είναι μπροστά, αλλά το παρελθόν είναι το λάστιχο που τραβάς και όσο πιο πίσω το τραβάς τόσο πιο μακρινό θα είναι το μέλλον».

Εσείς τη μουσική σας την έχετε περάσει στην επόμενη γενιά;

«Από μικρός ένιωθα πως ό,τι μου έχει παραδοθεί θα το εισπράξω για να μπορέσω κι εγώ να αποτελέσω στοιχείο της παράδοσης και να το εκφράσω. Δεν είμαι μικρός. Έχω μία θητεία 40 ετών, έχω κλείσει τα 61. Δεν νιώθω να μεγαλώνω, δεν είναι παλιμπαιδισμός, αλλά επικαλούμαι ό,τι παιδικό έχω στην ψυχή μου για να μπορώ να είμαι αθώος. Εγώ, όμως, είμαι από τους άτυχους γιατί είμαι λίγο δισυπόστατος και το έχω πληρώσει. Είμαι μουσικός, έχω σπουδάσει μουσική, είμαι καθηγητής στην Ακαδημία του Μονάχου και είμαι και ηθοποιός…» 

Και Αρχιτέκτονας. Μην ξεχνάμε την επιστήμη. Αλήθεια, θα μπορούσατε να είστε πίσω από ένα γραφείο;

«Μου αρέσει πολύ η Αρχιτεκτονική, ωστόσο εγώ μπήκα και λίγο από τύχη. Ο Βίλι Μπραντ, ο οποίος ήταν ένας αστός αλλά πολύ καλός πολιτικός και επειδή ένιωσε -όπως έχει γράψει- την αδικία που υπέστη η Ελλάδα, αυτή η μικρή χώρα η οποία έχασε ένα εκατομμύριο από τον φασισμό, έδωσε κάποιες υποτροφίες. Μια δραχμή δεν έβαλα, ούτε τα εισιτήρια μου για να πάω. Δεν ήξερα τι τρωγόταν το 1977-78 που πήγα εγώ. Έδωσα εξετάσεις κι ευτυχώς ήμουν καλός. Κι έτσι μπήκα στην Αρχιτεκτονική. Το 1973 δεν είχα κλείσει καν τα 18».

Σας ενοχλεί παρ’ όλα αυτά ως καλλιτέχνη ότι ενώ έχετε κάνει τόσα πράγματα σε μουσική και θέατρο, έχετε μείνει ως ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο άνθρωπος που μάς κάνει να γελάμε;

«Όχι, με εξαιρέσεις μερικές φορές που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο και στις πρώτες επαφές ακούω μειδιάματα από κάτω. Πρέπει να πείσω με την έκφραση του λόγου ότι είμαι δάσκαλος και η διδασκαλία είναι κάτι ιερό. Θα ήταν όμως πολύ πιο άνετο για την προσωπικότητα του καλλιτέχνη να ξέρει ο άλλος την ψυχή του. Η ζωή δεν πάει μπροστά με τις μαζικές λογικές, πάει με τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Πέρυσι πήγαμε κάπου να παίξουμε με τον Λαυρέντη και ο κόσμος δεν ήρθε γιατί έβρεχε. Λέω “παιδιά, μην σας απασχολεί, ήρθαν κάποιοι, στον κάθε έναν ξεχωριστά απευθυνόμαστε. Είμαι, όμως, δισυπόστατος ή και τρισυπόστατος. Κι επειδή έχω γίνει ας πούμε γνωστός, ή δημοφιλής καλύτερα, γιατί δεν πιστεύω στη δημοσιοποίηση, η εικόνα του κωμικού το έχει παραχαράξει όλο αυτό. Εγώ πάντως πιστεύω πολύ στην κωμικότητα. Πιστεύω πως είναι ό,τι πιο ωραίο και πιο σοβαρό υπάρχει στη ζωή».

Στη δική σας συνείδηση τι είστε περισσότερο; Μουσικός; Ηθοποιός; Κωμικός; Αρχιτέκτονας; Τι; 

«Είμαι όλο αυτό το πράγμα μαζί. Ένας πατέρας αν έχει πέντε παιδιά και ξεχωρίζει κάποιο από αυτά, δεν είναι πατέρας. Για να τα βάλουμε σε τάξη όμως. Ήρθα πρώτα σε επαφή με τη μουσική από τη σιωπή στο σπίτι μου γιατί οι γονείς μου δεν άκουγαν. Με απασχόλησε πολύ ο ήχος. Μπήκα στη διαδικασία να τους εξηγήσω τι είναι ήχος. Ήταν το πρώτο που με απασχόλησε. Μετά η μουσική. Έφτιαχνα τραγούδια και για τα παιδιά στο σχολείο. Τον πρώτο μου δίσκο τον έκανα 15 ετών. Μετά σπουδάζοντας στη Γερμανία έκανα όπερα. Όπερα δεν περνάς χωρίς υποκριτική. Εγώ χρειάστηκε να μεγαλώσω μικρός γιατί ενώ είχαμε λεφτά στο σπίτι κάποια στιγμή έπαθε ένα πρόβλημα υγείας ο πατέρας μου και μπήκα στη διαδικασία να εργαστώ. Η πρώτη μου συνεργασία ήταν με τον Νικόλα τον Άσιμο, χωρίς να έχω τελειώσει ακόμα σχολή. Εκεί, λοιπόν, θέλαμε να βάλουμε και λίγο χιούμορ. Οπότε άρχισα και έμπαινα στην υποκριτική. Χαίρομαι που ο κόσμος γελάει μαζί μου. Ελπίζω να μη χαχανίζει». 

«Το χιούμορ είναι για τους σοβαρούς»

Άνοιξη, φρούτα εποχής, χυμός, χιούμορ... Η αγάπη του για την ελληνική γλώσσα έσμιξε με την άλλη άκρη ενός ετυμολογικού γενεαλογικού δέντρου. Εκεί, ξεφυτρώνει αυτό που για τον Γιάννη Ζουγανέλη αποτελεί στάση ζωής: Το χιούμορ.

Το χιούμορ είναι ένα πολύ καλό εργαλείο για έναν καλλιτέχνη ώστε να βγεί μπροστά; 

«Εννοείται. Ξέχνα τον καλλιτέχνη. Κοπέλα έχεις; Όχι. Είχες; Ναι. Γι' αυτό χωρίσατε. Γιατί δεν είχε χιούμορ η σχέση σας. Όταν υπάρχει χιούμορ, όλα πάνε καλά. Σκέψου αυτό που σου έλεγα για τον χυμό. Πρέπει να μάθουμε να απολαμβάνουμε. Σαν να πίνουμε νερό για να ξεδιψάσουμε. Εγώ έχω μια άλλη αρχή: Το μέλλον μας είναι η καθημερινότητα. Πρέπει να μετατρέψουμε το "ωχ" σε "αχ". Αυτό είναι χιούμορ. Οι Έλληνες λέμε ωχ βροχή, ωχ ζέστη, ωχ κρύο, ωχ χιόνι. Αχ ρε μαλάκα! Αχ!»

Οι γυναίκες τι κοιτάνε; Την εμφάνιση ή το χιούμορ; 

«Όλα τα κοιτάνε οι γυναίκες. Είναι πιο έξυπνες από εμάς. Δεν έχουμε δικαίωμα να λέμε άσχημα για τις γυναίκες. Είμαστε περισσότεροι στον κόσμο και έχουμε τον φαλλό. Ο φαλλός δημιουργεί την φαλλοκρατία. Η φαλλοκρατία είναι δύσκολη συνθήκη. Ακόμα και για εμάς. Σε μια φαλλοκρατική κοινωνία οι γυναίκες θέλουν προστασία. Πρέπει να τις τιμούμε τις γυναίκες».

Πόσο ανάγκη έχουμε το χιούμορ σαν λαός;

«Κοίταξε να σου πω. Έχουμε χιούμορ σαν λαός. Αυτοί που δεν έχουν χιούμορ είναι οι σοβαροφανείς. Οι δήθεν επιστήμονες που πας στον γιατρό και σε κοιτάζει και σου λέει περάστε μέσα κλπ. Οι πολιτικοί οι οποίοι νομίζουν ότι το κύρος τους είναι συνέπεια της σοβαροφάνειας τους. Οι σοβαροί έχουν χιούμορ».

Έχουμε κάνει κακή διαχείριση του χιούμορ;

«Έχουμε κάνει, όπως έχουμε κάνει σε όλα. Διότι μιλάμε συνεχώς γα την κρίση. Δεν έχουμε κρίση, παρακμή έχουμε.

Οικονομική ή κοινωνική;

«Η παρακμή τα έχει όλα. Αξίες δεν υπάρχουν, ούτε γνώση. Μόνο ισοπέδωση. "Έλα μωρέ τώρα, υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν πάει ποτέ στο θέατρο, δεν έχουν διαβάσει ποτέ ένα βιβλίο". Μπορούν να είναι κι αυτοί ανάμεσά μας. Άνθρωποι είναι. "Αχ μωρέ τώρα η Πάολα". Κάνε ρε συ την δουλειά σου κι άσε την Πάολα. Τι σου φταίει η Πάολα; Πρέπει να πεις για την Πάολα για να δείξεις εσύ ότι έχεις κουλτούρα; Ποια κουλτούρα; Ποια Πάολα; Εγώ δεν έχω αισθητική συγγένεια μαζί της. Αλλά απαντάω με τον τρόπο μου. Με τη στάση μας και το εκτόπισμά μας πρέπει να απαντάμε». 

Έχετε κλίση στην τέχνη. Απ' όλα αυτά τα χαρίσματα που έχετε για ποιο νιώθετε περισσότερο ευλογημένος; Και για ποιο θα στεναχωριόσασταν περισσότερο αν το χάνατε;

«Από όλα αυτά διαλέγω την υγεία. Του πνεύματος, γι' αυτό ευχαριστώ τον Θεό. Όλα τα άλλα έρχονται. Κι επίσης, τον ευχαριστώ γιατί με έκανε να νιώσω τι σημαίνει άδικο, το γνώρισα από πολύ μικρός και έχω μπει στο ευ αγωνίζεσθαι».

Πιστεύετε δηλαδή στον Θεό;

«Αυτό θα έλειπε να μην πιστεύω. Έχει κάποιος άνθρωπος της τέχνης ξεπεράσει τον Θεό; Κανείς δεν είναι παντογνώστης. Έπειτα είναι και λίγο μόδα. Όποιος θεάζεται έχει μέσα του τον Θεό. Τι θα ήταν η Ελλάδα χωρίς το εορτολόγιο; Ο Σεφέρης έλεγε, η πιο ωραία εποχή της άνοιξης είναι το ελληνικό Πάσχα. Παρ’ όλα αυτά δεν πιστεύω στη θρησκοληψία. Μπορεί να μην ταυτίζομαι με τις τελετές, τους παπάδες, το πνευματικό έργο της εκκλησίας, αλλά πιστεύω. Έχουμε μπερδέψει το μοντέρνο με τη μοντερνιά. Τα παιδιά επηρεάζονται από κάποιον Αμβρόσιο και από κάποιους ιεράρχες που έχουν κάνει αίσχη, όπως και τον σκοταδισμό που κρατά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και δεν έχει σχέση με τον Χριστό. Η μάνα μου, η οποία κλείνει 9 χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, με είχε ρωτήσει στη νοηματική “τι λες; επειδή δεν είμαι καλά, να πεθάνω;”. Και της είπα ναι. Δεν πρέπει να αγαπάμε εγωιστικά».

Κάποτε, μιλώντας για τον Σάκη Μπουλά, είχατε πει: «Δεν είναι ωραίο να ζουν οι άλλοι για τον δικό μας εγωισμό. Κλαίμε γι’ αυτούς που χάνουμε αντί να κλαίμε γι’ αυτόν που φεύγει». Αυτό εννοούσατε; 

«Ακριβώς αυτό. Κλαίμε γι’ αυτό που χάνουμε. Η αγάπη αν δεν είσαι ταπεινός είναι εγωιστική. Το ίδιο και ο έρωτας. Γι’ αυτό οι αρχαίοι τον είχαν θεό. Για να μην τον αγγίζει κανείς».

«Η τηλεόραση είναι η αντανάκλαση της κοινωνίας»

Προσφάτως αποφάσισε να επιστρέψει στο γυαλί, με την εκπομπή "Φόρτσα Πατρίδα". Σε άλλους αρέσει, σε άλλους όχι. Ο ίδιος πάντως το απολαμβάνει, είναι ανοιχτός σε κριτικές, ακόμη και στις κακοπροαίρετες, που έσπευσαν να του γίνουν όταν δίπλα από το όνομά του μπήκε το σήμα της ΕΡΤ, άρα και η ταμπέλα του «συστημικού».

Επιστρέψατε στην τηλεόραση. Για ποιο λόγο;

«Αγαπώ το μέσο, αγαπώ την τηλεόραση. Δεν υπάρχει χρόνος που να μην έχω κάνει τηλεόραση. Οπότε δεν έχω φύγει για να επιστρέψω. Πριν από το "Φόρτσα Πατρίδα" έκανα το "Hot Seat". Μετά από αυτό έπαιξα σε κάποια σίριαλ αλλά δεν μου αρέσουν πολύ τα σίριαλ. Από το 1983 ήμουν ο πρώτος που έκανε σάτιρα στην τηλεόραση. Μετά ήρθε ο Χάρι Κλύνν, ο Λαζόπουλος , οι Αμαν και άλλοι. Τώρα κάνω το "Φόρτσα Πατρίδα" και το αγαπώ πάρα πολύ, είναι πολύ ωραία εκπομπή με τα λάθη της μεν, αλλά είμαστε και τα λάθη μας. Μου αρέσει επίσης να δίνω βήμα σε νέους ανθρώπους, να παίξουν καινούριοι ηθοποιοί, νέα παιδιά. Έχω τεράστια υποχρέωση σε όλους αυτούς που μας βλέπουν».

Έχετε κατηγορηθεί, όμως, για την τηλεόραση...

«Πρέπει να μπούμε στη διαδικασία της αλήθειας και όχι της πραγματικότητας. Γιατί η πραγματικότητα είναι ένα χυδαίο πράγμα που βασίζεται στο ψεύτικο. Νομίζει ο κόσμος ότι υπάρχει ό,τι παρουσιάζει η τηλεόραση. Λέμε ότι η τηλεόραση είναι χυδαία. Μα, ο κόσμος είναι χυδαίος που την παρακολουθεί και το λέω με αγάπη για τον κόσμο. Να φύγουμε από αυτή την πραγματικότητα και να πάμε στην αλήθεια. Η μάζα, η παγκοσμιοποίηση και το lifestyle είναι χυδαία. Κάθε γνώμη είναι σεβαστή αλλά η Ελλάδα είναι πάνω από αυτά. Εγώ υβρίζομαι στο διαδίκτυο επειδή κάνω μία εκπομπή στην ΕΡΤ η οποία πάει εξαιρετικά. Επειδή είμαι στην ΕΡΤ κάποιοι με λένε Συριζαίο. Εγώ είμαι στην ΕΡΤ γιατί ξεκίνησα από την ΕΡΤ, την αγαπώ περισσότερο από όλα τα κανάλια, αλλά έχω κι άλλες προτάσεις. Το τι παίρνω πάντως μπορούν να το δουν».

Βλέπουμε τον Ζουγανέλη, τον Μητσικώστα, τον Λαζόπουλο ξανά στην τηλεόραση. Το ότι, όμως, έπρεπε να γυρίσουμε πάλι στο παλιό για να γελάσουμε, κάνει ακόμα πιο αισθητή την ανυπαρξία της τηλεόρασης σήμερα; 

«Η τηλεόραση είναι αντανάκλαση της κοινωνίας. Με όλο τον σεβασμό στην κοινωνία, πολλές φορές είναι χειρότερη. Δεν μου αρέσουν τα αναμασήματά της, αλλά δεν μπορώ να κλείσω και τα μάτια στην τηλεόραση. Για μένα ό,τι πιο καλό υπάρχει, είναι η λαϊκότητα της τέχνης. Ο Μπαχ είναι μεγάλος γιατί οι αποδέκτες τον αντιλήφθηκαν ως λαϊκό. Ο Χατζιδάκις ήταν μεγάλος διανοούμενος εκτός από μουσικός. Τον έχω μέντορα τον Χατζιδάκι, τον Σαββόπουλο που με ώθησε και ξεκίνησα. Τον Θεοδωράκη, τον Λοΐζο, τον Τσιτσάνη και άλλους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν σοφοί, αλλά ήταν και λαϊκοί».

Γιατί να έχει ένας νέος τηλεόραση αυτή την περίοδο;

«Για να βλέπει λίγο. Εγώ πάντως λίγο βλέπω. Βλέπω για να δω τι συμβαίνει. Το αναμάσημα. Υπάρχουν, όμως, και καλά προγράμματα αν θες να δεις, ντοκιμαντέρ κλπ».

Πώς μπορείτε να αποτραβήξετε τη νέα γενιά από το YouΤube και να την μπάσετε στα θέατρα;

«Το έχουμε προσπαθήσει. Το κακό είναι ότι για να "ξεαπευθυνθείς" πρέπει πρώτα να απευθυνθείς μέσω YouΤube. Nα η μεγάλη αντίφαση. Πρέπει να προκαλέσουμε τους νέους στα θέατρα». 


Γνωρίζοντας τον Γιάννη...

Ενδιαφέρον το βιογραφικό του, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η προσωπικότητά του. Λάτρης της κοινωνικοποίησης, εχθρός της μοναξιάς, πατριώτης, για το οποίο επίσης έχει κατηγορηθεί, πιστός ακόλουθος και υποστηρικτής της ιερής αυτής έννοιας που λέγεται «αντρική φιλία».  

Αν η μοναξιά ήταν γυναίκα θα τη φλερτάρατε;

«Όχι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα μόνος μου. Ούτε για καφέ δεν έχω πάει μόνος μου. Το καλύτερο πράγμα είναι όταν έχω ελεύθερο χρόνο να βρεθώ με φίλους και να πάμε να φάμε και να πιούμε. Πηγαίνω στην εκκλησία για να προσεύχομαι. Είναι το μόνο που θα κάνω μόνος. Είναι ένας ωραίος χώρος για να μπεις στην διαδικασία του διαλογισμού. Να ευχαριστήσω. Δεν πιστεύω καθόλου στην ελπίδα».

Έχετε δηλώσει πολλές φορές πατριώτης, λέγοντας ότι είστε Έλλην. Βρίσκει αντίκρισμα ο πατριωτισμός;  

«Ναι, στην καθημερινότητα μου. Απολαμβάνω τις θάλασσες που είναι οι καλύτερες στον κόσμο, την ομορφιά. Βέβαια αυτό που με καταστρέφει είναι ο τρόπος που την χειρίζονται την πατρίδα. Δεν θέλω να έχω ποτέ σχέση με το κράτος. Ψηφίζω, όμως, συνέχεια».

Πώς θα περιγράφατε την έννοια «ανδρική φιλία»;

«Είναι ένα άσυλο τρομερό. Να ανταλλάξεις πράγματα. Να αγαπηθείς ακόμα και με τις αντιπαραθέσεις».

Έχετε σκεφτεί ποτέ πώς θα ήταν τα πράγματα για εσάς αν ξεκινούσατε τώρα;

«Πολύ πιο δύσκολα. Διότι ότι κάναμε τότε , ήταν ένα γεγονός. Κερδίζαμε πιο εύκολα την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Ο,τι δηλώσεις είσαι . Δεν έχει σημασία το βιογραφικό, σημασία έχει το βίωμα. Εγώ από τα βιώματά μου έχω αποκτήσει και αρκετά κακά. Είμαι αναβλητικός με τον εαυτό μου, πανικοβάλλομαι εύκολα και τώρα τελευταία δεν διαβάζω αρκετά. Το τελευταίο με τρομάζει πιο πολύ απ’ όλα».

Είστε αεικίνητος. Σκέφτεστε ότι μπορεί να έρθει η μέρα που δεν θα κάνετε τίποτα;

«Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να πάρω σύνταξη. Δεν μπορώ να μην κάνω τίποτα».

Σε ποια στιγμή της ημέρας και σε ποιο σημείο νιώθετε 100% ο εαυτός σας;

«Την ώρα που πέφτω να κοιμηθώ κι όταν είμαι στο γραφείο κι έχω τελειώσει τις υποχρεώσεις μου. Και όταν παρακολουθώ την τέχνη».

Πόσες φορές έχετε πάει στο «Στην Υγειά μας»; 

«5 με 6 φορές».

Εσάς πρόλαβε να σας ξεβλαχέψει ο Κωστόπουλος;

«Δεν ντρέπεται λίγο».


«Θέλω να με δείχνουν και να λένε ο πατέρας της Ελεωνόρας»

Η κουβέντα δεν θα μπορούσε να μην πάει στην Ελεωνόρα Ζουγανέλη, η οποία, αν δεν το γνωρίζετε, είναι κόρη του. (Ωραίο χιούμορ). Στα όρια του αστείου μεν, αλλά είναι αλήθεια, η διακριτική και σπάνια για τα ελληνικά πατριαρχικά δεδομένα στάση του -πατέρα- Γιάννη, έχει κάνει πολλούς να το αγνοούν ή ακόμη και να το ξεχνούν. Όπως λέει και ο ίδιος, όμως, «Τα παιδιά δεν είναι ιδιοκτησία μας».

Θα προτιμούσατε την Ελεωνόρα να μην την έλεγαν Ζουγανέλη;

«Όχι. Γιατί η Ελεωνόρα δεν βγήκε σαν Ζουγανέλη, βγήκε σαν Ελωνόρα. Δεν με ενοχλεί. Ίσα-ίσα με τιμάει. Χαίρομαι να με δείχουν και να λένε ο πατέρας της Ζουγανέλη. Τα παιδιά μας δεν είναι ιδιοκτησία μας».  

Έντεχνο τελικά υπάρχει;

«Όχι. Δηλαδή είναι έντεχνος ο Μαχαιρίτσας ή ο Παπακωνσταντίνου και είναι άτεχνος ο Τσιτσάνης; Δεν υπάρχουν αυτά».

Η Ελεωνόρα σε ποιο είδος ανήκει;

«Η Ελεωνόρα τραγουδάει τα πάντα. Γι’ αυτό και τη θαυμάζω και δεν τη βλέπω σαν κόρη μου. Είναι μια Ελληνίδα τραγουδίστρια. Για μένα είναι λάθος όσοι λένε ότι τραγουδάει εντεχνολαϊκό, αλλά ο καθένας έχει τη γνώμη του». 

Τι έχει πάρει από εσάς;  

«Δεν είναι εύκολο παιδί. Από μένα έχει πάρει το άγχος αν αυτό που κάνω είναι καλό ή όχι. Έχει πάρει την ανασφάλεια στις εμφανίσεις. Και δεν πηγαίνει όπου πηγαίνουν τα χρήματα».

Αν δεν τα είχε καταφέρει εδώ, ως πατριώτης αλλά και άνθρωπος που έχει ζήσει έξω, θα τη συμβουλεύατε να φύγει στο εξωτερικό; 

«Όλα τα παιδιά πρέπει να πηγαίνουν έξω, αλλά να επιστρέφουν. Να πηγαίνουν να παίρνουν ιδέες. Για τους μουσικούς πάντως είναι πιο εύκολο να κάνουν καριέρα έξω.

Και τώρα θα σας βάλω μερικά διλήμματα...

Ακούω...

Χέντριξ ή Γκάλαχερ;

Χέντριξ.

Ρονάλντο ή Μέσι;

Δύσκολο, αλλά θα πω Μέσι επειδή μου αρέσει και σαν άνθρωπος περισσότερο.

Τηλεόραση ή θέατρο;

Θέατρο.

Θέατρο ή stage;

Κάπως να συνδυάζονται και τα δύο.

Κωμωδία ή Τραγωδία;

Κωμωδία.

Ρεάλ ή Λίβερπουλ;

Λίβερπουλ.

Ροκ ή εντεχνολαϊκό;

Ροκ.

Ζουγανέλη ή Μποφίλιου;

Ελεωνόρα, αλλά αγαπώ και την Μποφίλιου.


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies