Όταν ο Ντάισελμπλουμ συνάντησε τον Ζορμπά

Μια φανταστική συζήτηση γύρω από τη γυναίκα, το κρασί κι όλα εκείνα που δυσκολεύεται να καταλάβει ο Ολλανδός. 

Έγω από πολιτική και τέτοια πράγματα δεν ξέρω.

Μου 'πανε, όμως, πως είσαι μεγάλο κεφάλι, σπουδαγμένος. Κάνεις κουμάντα, λέει, σε μια κυβέρνηση που είναι πιο πάνω και από την ελληνική, αλλά αυτά εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω έτσι όπως τα έχετε κάνει σήμερα. Είδα και μια φωτογραφία σου. Με τα γυαλιά σου και με το κουστουμάκι σου, μου θύμισες έναν καλαμαρά που δουλέψαμε κάποτε μαζί στον Πραστοβά, στην Μάνη.

Φτυστοί είστε. Μόνο που αυτός είχε ψυχή. 

Μη στραβώνεις τη μουτσούνα σου κι άκου τι έχω να σου πω. Κι αυτός όταν τον πρωτογνώρισα μουντός και μονόχνωτος σαν κι εσένα ήταν. Δεν ήξερε από γυναίκες και από κρασί ζήτημα να χε πιει δυο νταμιτζάνες σε όλη του τη ζωή. Μόνο χανότανε μέσα στα μελάνια και στις σελίδες που τις γέμιζε τα βράδια αφού πρώτα έκλεβε ιδέες από τους μεγάλους φιλοσόφους. Σωστός χαρτοπόντικας. «Τι να τους κάνεις όλους αυτούς όταν έχεις δίπλα σου το Διόνυσο;» τον ρώτησα μια φορά ξαπλωμένοι όπως ήμασταν στην παραλία, αλλά αυτός εκεί. Χαμένος. Να νομίζει πως η ζωή είναι μόνο όσα του λένε τα βιβλία. Κι όταν εγώ του μίλαγα για αυτό που πιάνουν τα χέρια και για εκείνο που θωρούν τα μάτια, εκείνος έλεγε πράγματα ακαταλαβίστικα για το πνέμα. «Κάνε» του λεγα, «σκέψου», μου απαντούσε.

Μόνο όταν ξέσφιξε τη γραβάτα για να κόψει μαζί μου δέντρα, μόνο όταν σήκωσε μανίκια για να σκάψει δίπλα μου τη γης, αλλά και τότε που γέμισε την κούπα του με κρασί χωρίς να του το πω εγώ. Μονάχα τότε είδα να βγαίνει από μέσα του ο Άνθρωπος. Ο ήλιος, ο άερας, η θάλασσα, όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά, έκαναν σιγά σιγά τη δουλειά τους: του έδωσαν όσα του στέρησε η σκέψη και το διάβασμα. 

download

Μιλούσαμε μέρες και νύχτες, σκαλίζοντας τις αλήθειες του κόσμου και ξέρεις κάτι; Είδα ότι ο καλαμαράς είχε αυτιά για να ακούσει όσα είχα να του πω. Εσύ θα με ακούσεις;

Εντάξει, το λοιπόν, αφού το θες θα σου τα πω.

Εσύ κι εγώ έχουμε ένα κοινό: Έχουμε ταξιδέψει πολύ κι έχουμε γνωρίσει ράτσες από πολλές μεριές της γης. Κατά πως φαίνεται, εγώ τριγυρνούσα κρατώντας στο ένα μου χέρι μια κανάτα με κρασί όσο με το άλλο χάιδευα το στήθος μιας γυναίκας. Με τα χέρια να 'χουν βρει δουλειά, με τα μάτια και τα αυτιά μου ανοιχτά, γνώρισα σιγά σιγά τους ανθρώπους τους ξενομερίτες. Εσύ, από την άλλη, βλέπω πως στα ταξίδια δεν κρατάς τίποτε άλλο από έναν χαρτοφύλακα κάτω από τη μασχάλη. Ίσως γι' αυτό να μην έμαθες ποτέ τι σημαίνει κρασί, τι σημαίνει γυναίκα, δεν έμαθες τους ανθρώπους στα ταξίδια σου, μόνο μένεις με όσα σου λένε τα βιβλία και τα μαθηματικά. Ίσως γι' αυτό να σου αρέσει να κρίνεις τόσο εύκολα τους ανθρώπους που έχουν την ευλογία να τους χτυπά στα πλευρά η Μεσόγειος. 

Σε αφήνω τώρα. Έχω να πάω στον αμπελώνα.

Κι αφού σ' αρέσουν τα διαβάσματα, να, πάρε αυτό το κομμάτι χαρτί. Κι αφού το διαβάσεις προσεχτικά, βάλ' το μέσα στο χαρτοφύλακά σου να το χεις μαζί όταν ταξιδεύεις.

 

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, από τον Νίκο Καζαντζάκη: 

«Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο!» 

«Αν υπάρχει Κόλαση, θα πάω στην Κόλαση, κι αυτό θα 'ναι η αιτία. Όχι γιατί έκλεψα, σκότωσα, μοίχεψα· όχι, όχι! Αυτά δεν είναι τίποτα· ο Θεός τα σχωρνάει. Μα θα πάω στην Κόλαση, γιατί τη νύχτα εκείνη μια γυναίκα με περίμενε στο στρώμα της κι εγώ δεν πήγα…» 
 
«Και κατέβαινα τώρα στην Κρήτη, να ζήσω με απλούς ανθρώπους,
εργάτες, χωριάτες, μακριά από τη συνομοταξία των χαρτοπόντικων.
Ετοιμάστηκα να φύγω και ήμουν πολύ συγκινημένος, σα νά 'χε κάποιο πολύ
κρυφό νόημα το ταξίδι μου ετούτο· μέσα μου είχα πάρει απόφαση ν'αλλάξω
στράτα. Ως τώρα, ψυχή μου, έλεγα, έβλεπες τον ίσκιο και χόρταινες, τώρα
σε πάω στο κρέας.»