InTime Do you feel devotion?

Καμία ομάδα δεν πήγε final 4 από τον Οκτώβρη και καμία δεν αποκλείστηκε από τον Νοέμβριο.

Όσο και να τρώνε τα μουστάκια τους στο πρωτάθλημα και το κύπελλο ο μπασκετικός Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός, το «ιερό δισκοπότηρο» πάντα θα είναι η Ευρωλίγκα – η πρόκριση στο final four, ο ημιτελικός, ο μικρός τελικός, ακόμα και η δεύτερη θέση στο τέλος της ημέρας δεν θα λένε κάτι. Το αστέρι που ράβεις στη φανέλα και το λάβαρο που κρέμεται στην οροφή του γηπέδου είναι αυτό που μένει για πάντα. Γι’ αυτό ζουν και αναπνέουν οι οπαδοί, αυτό ονειρεύονται οι διοικητικοί ηγέτες των ομάδων, γι’ αυτό προετοιμάζονται και δουλεύουν οι προπονητές, οι συνεργάτες τους, οι παίκτες – από τον πιο μεγάλο και έμπειρο, μέχρι τον πιο φιλόδοξο πιτσιρικά. Είναι τυχαίο ότι ο Λάνγκφορντ έκανε σαν τρελός στα 35 του να παίξει στον Παναθηναϊκό; Πιστεύει κανείς πως ο Μπλατ ήρθε στον Ολυμπιακό με στόχο απλά να σπάσει το σερί του Παναθηναϊκού στο πρωτάθλημα; Έχει κανείς αντίρρηση ότι ο Τσάβι Πασκουάλ ονειρεύεται μια ακόμα Ευρωλίγκα στην καριέρα του; Ή δεν καταλαβαίνει κάποιος ότι ο Σπανούλης, βαδίζοντας προς τη δύση της σπουδαίας καριέρας του, θα δώσει ό,τι έχει και δεν έχει για μια ακόμα μεγάλη παράσταση;

Για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός εκκινούν από τη γραμμή της αφετηρίας ως υπολογίσιμοι αντίπαλοι, ως ομάδες με παράδοση και ιστορία, ως καυτές έδρες, αλλά όχι ως φαβορί. Καμία από τις δυο ελληνικές ομάδες, που έχουν προσαρμόσει τα μπάτζετ τους στις απαιτήσεις της εποχής, τις υπάρχουσες δύσκολες φορολογικές συνθήκες και τα «συγκρατημένα έσοδα» που οδηγούν σε «λελογισμένα έξοδα» δεν συγκαταλέγεται στα φαβορί. Όχι απαραίτητα κακό θα έλεγα εγώ: το αχανές μπάτζετ και η ταμπέλα του φαβορί, γεννά υψηλές προσδοκίες και τεράστια «πρέπει», οι κρίσεις, τα ντεφορμαρίσματα και τα κακά φεγγάρια δημιουργούν κλυδωνισμούς και γκρίνιες, η «υποχρέωση» να νικάς πάντα και παντού φέρνουν εσωστρέφεια και συζητήσεις επί συζητήσεων μετά από δυο – τρεις κολλητές ήττες.

 

 

Εμείς και οι άλλοι

Άλλοι τις διαχειρίζονται με υπομονή και σύνεση, όπως έκανε πέρυσι η Ρεάλ, φορτσάροντας στο τέλος και παίρνοντας την κούπα, άλλοι ανοίγουν ακόμα περισσότερο το πορτοφόλι και προσπαθούν να «αγοράσουν» ποιότητα και υψηλές μπασκετικές παραστάσεις όπως κάνει η ΤΣΣΚΑ, άλλοι προσπαθούν να καλύψουν τις αποχωρήσεις παικτών προς το ΝΒΑ με αντίστοιχου βεληνεκούς παίκτες όπως κάνει η Φενέρ – καθόλου τυχαία η αναφορά σε αυτές τις τρεις ομάδες με τα μεγάλα μπάτζετ και την ταμπέλα του φαβορί που κουβαλάνε κάθε χρόνο από τη day one. Αντιθέτως, όταν σε φωνάζουν «αουτσάιντερ», μπορείς να διαχειριστείς τις ήττες με ηρεμία, μπορείς να καμαρώσεις την πρόοδό σου βδομάδα με τη βδομάδα, «αντέχεις» μια μικρή περίοδο ντεφορμαρίσματος και προσπαθείς μέσα από τη σκληρή δουλειά να πετύχεις αυτά που δεν «αγόρασες» το καλοκαίρι.

 

 

Ο Παναθηναϊκός στέκεται στην αφετηρία με «παλιό» προπονητή, με κορμό που γνωρίζεται καλά ή πολύ καλά (Καλάθης, Λεκαβίτσιους, Παππάς, Λοτζέσκι, Θανάσης Αντετοκούνμπο, Γκιστ, Μήτογλου, Βουγιούκας, Παπαγιάννης, Λάσμε) και προσθήκες που «νιώθουν» τι εστί Ευρωλίγκα (Παπαπέτρου, Ντεσόν Τόμας, Λάνγκφορντ). Με μπόλικη αθλητικότητα και πολλές δυνατότητες για διαφορετικά σχήματα. Με έναν ηγέτη σε ιδανική ηλικία (Καλάθης στα 29), με πολλά κορμιά στο «4» και το «5» για να μην ξεμείνει ποτέ ο Πασκουάλ από λύσεις και με τον κόσμο στο πλευρό της ομάδας, σπάζοντας το ρεκόρ στα διαρκείας. Ο Ολυμπιακός, έχει καινούργιο προπονητή, αλλά (πλην Παπαπέτρου) αναλλοίωτο ελληνικό κορμό (Σπανούλης, Πρίντεζης, Μάντζαρης, Παπανικολάου, Μπόγρης, Αγραβάνης), πρόσθεσε ακόμα έναν (Βεζένκοφ), έχει δυο παλιούς ή παλιότερους ξένους (Στρέλνιεκς και Μιλουτίνοφ) και έχει μερικούς καινούργιους ξένους που θα τους δούμε εν δράσει (Τίμα, Τουπάν, Λι Ντέι και Γκος). Μεγαλύτερο ερωτηματικό ο «άγνωστος» Ολυμπιακός, ο οποίος ωστόσο καθοδηγείται από τον εξαιρετικό Μπλατ κι αυτό το γεγονός, η παρουσία δηλαδή ενός τόσο αξιόλογου προπονητή, του εξασφαλίζει χρόνο και ηρεμία μέχρι να δέσει η ομάδα.

 

Τι θα δούμε άραγε φέτος από τις δυο ομάδες μας;

Καταρχάς να ξεκινήσουμε με αυτό που δεν θέλουμε να δούμε σε καμία από τις δυο: σοβαρούς τραυματισμούς που θα αναγκάσουν τις ομάδες να βγουν στη γύρα και να ψάχνουν για «λαχεία» για να καλύψουν κάποια απώλεια. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα για μια ομάδα και έναν προπονητή, από το να δει έναν χιαστό ή έναν αχίλλειο να του τινάζει στον αέρα το πλάνο του – δεν συζητάμε καν για την ψυχολογία του ίδιου του άτυχου παίκτη. Αν οι ομάδες είναι υγιείς, αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν, σε μια τόσο μακριά και επίπονη διαδρομή όπως είναι τα τελευταία χρόνια η Ευρωλίγκα των πολλών αγώνων και των μακρινών ταξιδιών, είναι μαχητικότητα και μπασκετικός «τσαμπουκάς», είναι το «refuse-to-lose», είναι η έννοια της Ομάδας που ξεπερνά πρόσωπα και ατομικές διακρίσεις.

Έτσι πορεύτηκε πέρυσι η Ρεάλ των χιλίων προβλημάτων και των αναρίθμητων τραυματισμών, έτσι βαδίζει η Φενέρ που μένει σε τοπ επίπεδο όσοι Μπογκντάνοβιτς, Ούντο και Γουαναμέικερ κι αν φύγουν για Αμερική, έτσι κάνουν οι ομάδες που κατάφεραν να κάνουν την υπέρβαση όπως η Ζαλγκίρις του «Σάρας». Δεν στηρίχτηκαν σε έναν αλλά στο σύνολο. Δεν τα έβαψαν μαύρα μετά από έναν τραυματισμό, αλλά προσπάθησαν λίγο παραπάνω για να παίξουν και γι’ αυτόν που έλειπε. Δεν «μάσησαν» από παιχνίδια που έδειχναν να στραβώνουν ή μειονεκτήματα έδρας, αλλά πάλεψαν για να γυρίσουν την κατάσταση.



120 SHARES
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies