Associated Press Larry Bird: Η παντοτινή φανέλα με το #33

Πώς ο θρύλος του μπάσκετ εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από «Great White Hope».

Οι Αμερικανοί, για να κοροϊδέψουν τους λευκούς που έπαιζαν μπάσκετ, τους έλεγαν πως «white men can’t jump». «Οι λευκοί δεν πηδάνε ψηλά» - έγινε μέχρι και ταινία με τον Γούντι Χάρελσον και τον Ουέσλι Σνάιπς. Ο Λάρι Μπερντ είναι αλήθεια ότι δεν πήδαγε «στον Θεό». Δεν έκανε εντυπωσιακά καρφώματα, δεν ήταν «Air», δεν είχε καμιά φοβερή πλαστικότητα στις κινήσεις του, δεν διέσχιζε τα γήπεδο με τα 206 εκατοστά του με τη χάρη και την ταχύτητα που το έκανε ο Μάτζικ. Είχε όμως τσαγανό. Και προσωπικότητα. Δεν μάσησε ποτέ σε κανέναν τσαμπουκά και κανέναν «τραμπούκο» που πήγε να τον ψαρώσει. Κυρίως, είχε ένα από τα μεγαλύτερα «βρωμόχερα» στην ιστορία του ΝΒΑ. Κι αν ήταν να σουτάρει, δεν τον ένοιαζε αν ήταν το νικητήριο σουτ, πόσο ζύγιζε η μπάλα ή πόσο «έκαιγε». Ζητούσε τη μπάλα, το μπουμπούναγε και συνήθως το «έσταζε». Τόσο απλά.

Το νούμερο «33» λέμε συνήθως πως είναι τα χρόνια του Χριστού και του Μέγα Αλέξανδρου. Είναι επίσης και το νούμερο που τίμησε όσο κανείς άλλος ο Λάρι Μπερντ. Το τίμησε μάλιστα τόσο πολύ, που το 2015, ο Έρικ Τζέιμς Τόρπι από την Οκλαχόμα, ο οποίος καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκισης για δολοφονία από πρόθεση και ληστεία, ζήτησε η ποινή του να αυξηθεί στα 33 χρόνια, με αφορμή τον αριθμό που φορούσε ο Λάρι Μπερντ. Αίτημα που έγινε τελικά δεκτό. Μιλάμε για τρέλα κανονική – όπως ήταν και η καριέρα του Μπέρντ.

 

 

Ο Ντένις Ρόντμαν και ο Αϊζέια Τόμας, είπαν πριν μερικά χρόνια πως ο Λάρι Μπερντ είναι μάλλον υπερτιμημένος και πήρε τρία βραβεία MVP επειδή είναι λευκός. Πως αν ήταν μαύρος, όλοι θα τον θεωρούσαν ως ακόμη έναν απλά καλό παίκτη. Άποψή τους και φυσικά σεβαστή, αλλά όσοι τον είχαν δει να παίζει, όσοι τον γνώρισαν όχι από βιντέακια στο youtube και αφιερώματα αλλά από τους αγώνες με τους Μπόστον Σέλτικς, όσοι τον είδαν να οδηγεί τους Σέλτικς στα πρωταθλήματα του 1981, του 1984 και του 1986, παρέα με τον Μακχέιλ, τον Πάρις και τους άλλους «Κέλτες», θα διαφωνήσουν: ο Μπερντ, ήταν ηγέτης. Ήταν «clutch». Είχε την προσωπικότητα και την ευφυία να «μασκαρεύει» τα σωματικά του «μειονεκτήματα», το γεγονός ότι δεν είχε ένα κορμί γεμάτο μούσκουλα και ένα άλμα δυο μέτρα, περνώντας τη μπάλα ανάμεσα από τις μασχάλες των αντιπάλων. Ή στέλνοντάς τους «μια βόλτα στο πάρκο» με μια προσποίηση. Ή πασάροντας πίσω από την πλάτη όταν τον έκλειναν δυο. Σούταρε από ψηλά ακόμα και πάνω σε άμυνα και σου έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να το βάλει ακόμα και με κλειστά μάτια. Ή και με το «κακό του χέρι», το αριστερό – για την ακρίβεια δεν σου έδινε απλά την εντύπωση, το έχει κάνει κιόλας.

 

 

Στις 14/2/1986, οι Σέλτικς φιλοξενήθηκαν από τους Μπλέιζερς και ο Μπερντ είχε αποφασίσει να σουτάρει με το αριστερό κάθε φορά που θα είχε την ευκαιρία, διότι ήθελε να είναι «φρέσκος» για τους Λέικερς που θα ακολουθούσαν σε 2 ημέρες. Κέρδισαν τελικά στην παράταση με 119-120, με τον Μπερντ να βάζει 47 πόντους (18/31 δίποντα, 3/3 τρίποντα, 2/3 βολές), 14 ριμπάουντ, 11 ασίστ και 2 μπλοκς σε 49′, βάζοντας και το καλάθι που έστειλε το ματς στην παράταση και το νικητήριο. Πόσους έβαλε με το αριστερό; 22 ποντάκια… Η κόντρα του με τον Μάτζικ, επική. Ξεκίνησε από τα κολλεγιακά χρόνια και μεταφέρθηκε στο ΝΒΑ, όταν και οι δυο τους έγιναν ντραφτ. Λέικερς ο ένας, Σέλτικς ο άλλος. Ο Μάτζικ μαύρος, εξωστρεφής, επικοινωνιακός, γελαστός. Ο Μπερντ λευκός,  «ατσούμπαλος», αγέλαστος, ένα παιδί με κόκκινα μάγουλα από την επαρχία της Ιντιάνα. Τα μίντια, ο κόσμος όλος τροφοδότησε μια κόντρα που πούλαγε πολύ εκείνη την εποχή και οι μάχες τους στα παρκέ άφησαν ιστορία. Μέχρι που για τις ανάγκες ενός διαφημιστικού, βρέθηκαν μια μέρα στο πατρικό του Μπέρντ και ο Μάτζικ κάθισε στο οικογενειακό τραπέζι και έφαγε «μαμαδίστικο φαγητό» από τα χεράκια της μαμάς – Μπερντ. Από εκείνη τη μέρα και μετά, τους ένωσε μια σχέση γεμάτη σεβασμό και φιλία πραγματική – ο Μπερντ ήταν από τους ανθρώπους που στάθηκε με πολλή ανθρωπιά και αγάπη στο πλευρό του Μάτζικ, όταν εκείνος διαγνώστηκε με AIDS. Η ιστορία τους έχει αποτυπωθεί σε ένα υπέροχο «30 for 30» του ESPN.

 

 

Όσο για τον Μάικλ Τζόρνταν; Ο Μπερντ τον κατάλαβε από την πρώτη φορά που τον αντιμετώπισε στο παρκέ: «Tο παιδί αυτό θα γίνει ο σπουδαιότερος παίκτης που θα έχει παίξει ποτέ μπάσκετ», είχε πει στον δημοσιογράφο Νταν Σόνεσι. Οι τρεις τους, Μάτζικ, Μπερντ και Τζόρνταν, ήταν μέλη της σπουδαιότερης ομάδας που πάτησε ποτέ το πόδι της στα παρκέ, της μιας και μοναδικής «Dream Team» του 1992. Ήταν η τελευταία μεγάλη παράσταση του Μπερντ, καθώς αποσύρθηκε εκείνη τη χρονιά. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ με την πλάτη του, παίζοντας για χρόνια με σχεδόν αφόρητους πόνους.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες για τον Λάρι Μπερντ, που εκτός από παίκτης διετέλεσε και προπονητής και διοικητικός παράγοντας. Μια από τις πιο ωραίες, είναι πως το logo του Twitter, το οποίο απεικονίζει ένα πουλί (bird), ονομάστηκε «Λάρι» προς τιμήν του. Όχι μόνο διότι «έφτιαχνε» ένα ωραίο λογοπαίγνιο αλλά επίσης διότι ένας από τους συνιδρυτές της εταιρείας, ο Μπιζ Στόουν, έχει καταγωγή από τη Βοστώνη.

Όπως και να έχει, εκείνο το «χωριατόπαιδο» από την Ιντιάνα, με τις μπούκλες και τα ροδαλά μάγουλα, κατάφερε να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους στην ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ.



218 SHARES