Προφανώς και μετά την παραλία πας ταβέρνα

Το αγνό ελληνικό καλοκαίρι μπορεί να ξεκινάει με μπάνια, αλλά πρέπει να τελειώνει με μπίρες με θέα τη θάλασσα.

Αλίμονο στον δύστυχο που θα τολμήσει να πιάσει στο στόμα του το αγνό ελληνικό καλοκαίρι. Αυτό που θέλει ράδιο ή mp3 κομμάτια στο αμάξι πηγαίνοντας στην παραλία, με καφέδες και ομπρέλες στα χέρια και τα καθίσματα να μυρίζουν αντηλιακό. Χωρίς αυτό, η κατάσταση αυτή τη στιγμή στη χώρα θα ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Γιατί τι έχει το εξωτερικό το καλοκαίρι; Λίμνες. Με κάτι ασπρουλιάρηδες που προσπαθούν να πάρουν χρώμα και παθαίνουν έγκαυμα και στη χειρότερη, βροχή Ιούλιο μήνα – ειδικά αν μιλάμε για Μεγάλη Βρετανία.

Όταν όμως έχεις ελληνικό ήλιο και ατελείωτα νησιά για να τον απολαύσεις, τίποτα δεν πρόκειται να πάει στραβά. Γιατί ο Έλληνας θέλει όλο αυτό το μικρό γαλατικό χωριό που εξελίσσεται στην παραλία. Θέλει τις ξάπλες του, τις μουσικές του και τις ρακέτες του. Θέλει τον μπάρμπα να μοιράζει καρπούζια και λουκουμάδες. Θέλει ψυγειάκι με μπίρες, πέντε κιλά λάδι στο σώμα και να βουτάς στη θάλασσα ζαλισμένος από τον ήλιο σε φάση που βγαίνει από πάνω συννεφάκι με ατμούς. Και ξέρεις καλά τι συμβαίνει μετά. Αν είσαι μίζερος πας σπίτι και τρως φασολάκια. Φακές. Κάποιο άλλο λαδερό. Αλλιώς η παρέα το ξέρει καλά. Μετά την παραλία, θέλεις ΤΑΒΕΡΝΑ.

 

 

Γιατί δόξα τω Θεώ, είμαστε σε μία χώρα που έχει ταβέρνες και ταβέρνες. Για όλα τα γούστα και για όλες τις τσέπες. Με ψάρι, με κρέας, ακριβές, φτηνές, για τσίπουρα και για κρασιά, για μπίρες και για μεζέδες. Έστω σουβλατζίδικο. «Για κάθε Έλληνα» έλεγε ο Μάρκος ο Βαμβακάρης, «υπάρχει ένα κουτούκι για κρασί και μεζέ για να ηρεμήσει το κεφαλάκι του». Και πολύ καλά τα έλεγε ο μπάρμπα-Μάρκος γιατί δεν νοείται να μην φας τον περίδρομο μετά το μπάνιο. Είναι η νοοτροπία μας και η πείνα μας τέτοια. Ο Έλληνας είναι γλεντζές. Γεννήθηκε γλεντζές και θα πεθαίνει γλεντζές. Προφανώς και δεν είμαστε άριστοι. Την έχουμε την υπερβολή μας. Την στιγμή που ο τουρίστας ζητάει κατάλογο και κάθεται μισή ώρα από πάνω για να καταλάβει τα πιάτα και να ζυγίσει με πόσα θα χορτάσει και τι θερμίδες έχουν, ο Έλληνας θα αρκεστεί σε μία μόνο κουβέντα. «Φέρε!». Θα υπάρξουν κάνα-δυό στην παρέα που θα πετάξουν την ατάκα -που ούτε οι ίδιοι δεν την πιστεύουν- «μήπως έχουμε πάρει πολλά;», αλλά συνήθως τρώνε τέτοια μούντζα και γιουχάρισμα που υποχωρούν. Και ξεκινάει το πανηγύρι.

Η ψαροταβέρνα έχει σίγουρα το δικό της χαρακτήρα. Έχει το καλαμαράκι το τηγανητό που δεν λείπει από κανένα πιάτο, το ψάρι το φρέσκο που στα κάρβουνα με λάδι και λεμόνι είναι ίσως το καλύτερο πιάτο στο κόσμο, έχει τα χταπόδια και τα τζατζίκια και φυσικά το κρασί. Ξέρεις τι άλλο είναι Ελλάδα; Να χορεύουν πιρούνια. Να γίνεται χαμός, να τρώνε όλοι τα πάντα, να ξαναπαραγγέλνεις, να κάνεις σκηνή ότι ξέχασε το γκαρσόνι μία μερίδα κολοκυθάκια τηγανητά και να μην μένει ψίχουλο σε κανένα πιάτο. Αυτοί είμαστε. Και καθόλου δεν μας νοιάζει γιατί την ταβέρνα πρέπει να την χαίρεσαι. Η ηρεμία στην ταβέρνα λες και βρίσκεσαι σε δείπνο σε πεντάστερο εστιατόριο, δεν ταιριάζει. Θέλει ψωμί μέσα στην χωριάτικη και να πέφτει η πατάτα με το κιλό λες και την πρωτοέφερε ο Καποδίστριας.

 

 

Πέρα ωστόσο από την όλη φάση, αξίζει να πούμε αυτό: Το ότι κάθεσαι σε ένα τραπεζάκι πάνω στην αμμουδιά ή δίπλα στη θάλασσα ακούγοντας ρεμπέτικα και δειπνώντας με φίλους, είναι ένα δώρο για τον Έλληνα που δεν θα το άλλαζε με κανένα άλλο σκηνικό. Είναι αυτό που ψάχνει είτε μετά από μπάνιο σε παραλία της Αττικής και της Χαλκιδικής, είτε αν βρίσκεται διακοπές σε νησί. Ο Ελύτης έλεγε πως «Αν θέλεις να σκοτώσεις έναν Έλληνα, πάρε του τον Ήλιο». Και είχε απόλυτο δίκιο. Ο λόγος για τον οποίο αγαπάμε τόσο πολύ αυτή την ιεροτελεστία της παραλίας και της ταβέρνας, είναι επειδή καταλήγει να τελειώνει με αγαπημένα μας πρόσωπα.

 

tavern2

Εντάξει, και με μερικές μπίρες παραπάνω.