«Βγήκα χθες και είδα πώς θα τα πιούμε φέτος το καλοκαίρι»

Στείλαμε ένα συντάκτη για το πρώτο του ποτό μετά τον εγκλεισμό. Και τα νέα δεν είναι καλά.

Πρεμιέρα χτες για τις καφετέριες και τα μπαρ, αλλά εγώ ως γνωστόν δεν προτιμώ να βγαίνω το πρωί για καφέ μιας κι εργάζομαι οπότε αναγκαστικά πάντα καταλήγω μετά τη δουλειά για ένα «ανασυντακτικό» ποτό σε κάποιο μπαρ της γειτονιάς μου στα Εξάρχεια. Φυσικά αυτό μας το σταμάτησε ο κορονοϊός και η καραντίνα οπότε είχα κάπως καιρό να το βιώσω ξανά.

Στην αρχή μόλις έσκασα στο αγαπημένο μου στέκι στην Ζωοδόχου Πηγής με περίμενε μία έκπληξη: Τα πάντα ήταν γεμάτα, όλα τα τραπεζάκια γεμάτα με κόσμο έξω και μέσα οι μπάρες έρημες σαν ορφανά στην έρημο.

Έρωτας στα χρόνια της καραντίνας.

 

Πραγματικά αυτό το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Έξω δεν το έλεγες και ακριβώς ζέστη, οπότε έβλεπες εκατοντάδες κόσμο να είναι με τα μπουφάν, καθισμένοι στα τραπεζάκια και να γίνεται πανζουρλισμός από φωνές και ομιλίες, γέλια και συζητήσεις. Περίμενα λίγο σε κάποια γωνίτσα, έκανα μερικές βόλτες το τετράγωνο μπας και αδειάσει κανένα τραπεζάκι αλλά τίποτα. Τέτοιο πράγμα έχω να το δω από κάποια Εθνική Εορτή που όλα τα σχολιαρόπαιδια κατεβαίνουν μετά την παρέλαση στις καφετέριες και γίνεται το έλα να δεις. Ήμουν όμως χαρούμενος. Ο κόσμος υπήρχε, ήταν εκεί. Η καραντίνα με είχε κάνει να πιστέψω πως αυτή η πόλη είχε ερημώσει μια και καλή.

Σου έλειψε το πατρικό σου με την καραντίνα;

 

Μετά από κανά μισάωρο περπατήματος σε όλη την περιοχή των Εξαρχείων και αφού είδα πως όλα τα μπαρ και οι καφετέριες ήταν φίσκα στον κόσμο, έφτασα πάλι στο στέκι μου και βρήκα τυχαία ένα μικρό τραπεζάκι στη γωνία όπου και το καπάρωσα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο χώρος μύριζε φρέσκια μπογιά και αλκοόλ. Ότι πρέπει, σκέφτηκα κι άναψα το πρώτο μου «μπαρόβιο» τσιγάρο μετά από καιρό. Τι μπαρόβιο δηλαδή που αισθανόμουν σαν τον παππού μου έξω στο τραπεζάκι, λες και ήμουν σε καφενείο. Στο τέλος θα παράγγελνα και κανέναν γλυκύ βραστό με τρεις φουσκάλες.

Οι υπάλληλοι και ο ιδιοκτήτης ο Νίκος, όλοι με μάσκα, άραζαν κι αυτοί έξω, όρθιοι σαν σκοποί, έτοιμοι πάντα να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που έπινε τον άμπακο.

Προλετάριος: Οι 5 χειρότερες δουλειές που έχω κάνει ποτέ.

 

Στην αρχή αισθάνθηκα λίγο περίεργα η αλήθεια είναι, μετά από τόσο εκτεταμένο social distancing αλλά μετά από λίγο άρχισα πάλι να συνηθίζω την δυνατή μουσική και τις φωνές του κόσμου. Μου είχε λείψει και δεν το είχα καταλάβει.

Μέσα δεν επιτρέπεται κανείς, αλλά μετά από καμιά δεκαριά ποτά και μία ξεγυρισμένη βρόχα που μας έπιασε όλους απροετοίμαστους, βρεθήκαμε μέσα ξανά, για να προστατευτούμε από τη βροχή.

Το σκηνικό ήταν τελείως σουρεαλιστικό μιας και έμοιαζε να έχεις μπει σε κάποια εντατική μονάδα σε νοσοκομείο που όλοι τα πίνανε, έτσι που είμασταν όλοι με τις μάσκες. Όταν κόπασε η βροχή βγήκαμε πάλι όλοι έξω και κάτσαμε πάλι στα τραπέζια μας.

Γιατί πλέον οι νέοι άνθρωποι δεν πίνουν αλκοόλ;

 

Η πρώτη νύχτα, η πρεμιέρα, δεν ήταν καθόλου άσχημη και ήταν ωραία που είδα ξανά κόσμο μαζεμένο να διασκεδάζει και ν’ αφηγείται τις περιπέτειες του της καραντίνας.

Είδα κόσμο που είχα να δω καιρό και η γεύση της μπύρας δεν είναι η ίδια σ’ ένα μπαρ.

Δεν νομίζω πως το να βγαίνεις έξω και να τα πίνεις με τους φίλους μπορεί εύκολα ν’ αντικατασταθεί από μία οθόνη ή από ένα Live stream event.

Άντε καλή αρχή και με το καλό να ξεκινήσουν σιγά σιγά και οι συναυλίες γιατί πραγματικά μου 'χουν λείψει.

Δες το παρακάτω άλμπουμ για να δεις φωτογραφίες από την πρεμιέρα των μπαρ στην Αθήνα:



7 SHARES