Γιατί θέλουμε τα παιδιά μας να μεγαλώσουν με Μότσαρτ

Το πρώτο τους μουσικό ταξίδι, ας δώσει έμφαση στην τελειότητα και την ανθρώπινη ευπρέπεια.

Πέρα από το γεγονός ότι οι έρευνες θέλουν τα μωρά που μεγαλώνουν με κλασσική μουσική να αυξάνουν τον δείκτη νοημοσύνης τους, η αποθέωση του Μότσαρτ ως μεγάλου κλασσικού θα ξεκινήσει σίγουρα μετά τα 25 χρόνια. Δηλαδή, ακόμη και αν βάλεις ένα παιδί στο ωδείο για να ακολουθήσει κλασσική μουσική και πιάνο από μικρή ηλικία, θα πρέπει να ακούσει δεκάδες συνθέτες για να μπορέσει να βάλει τον Μότσαρτ στο θρόνο του. Όπως και σε άλλα πράγματα στη ζωή, η ενθρόνιση κάποιων στοιχείων που μας κάνει αυτό που είμαστε σήμερα έρχεται με την ώριμη σκέψη και την απόλαυση στην κατάλληλη θέση-ηλικία. Γιατί όμως ο Μότσαρτ είναι τόσο σημαντικός;

 

 

Για τους περισσότερους κριτικούς και μουσικούς, ο Μότσαρτ έφτασε σε ένα σημείο τελειότητας που κανείς άλλος δεν τα κατάφερε. Ο μεγάλος Τσαϊκόφσκι αναφερόταν σε εκείνον ως ότι η μουσική του ήταν η μόνη Θεία που δεν προερχόταν από τον ίδιο Τον Θεό, ενώ ο Μπέρναρντ Σω είχε δηλώσει πως χάρη στην μουσική του Μότσαρτ «έμαθα να λέω σημαντικά πράγματα σε μία συζήτηση». Ο Μότσαρτ επηρέασε γενιές και γενιές και τα κατάφερε μέσα σε 30 χρόνια μιας και θεωρήθηκε εξαρχής παίδι-θαύμα στο κομμάτι της σύνθεσης. Το βλέπεις άλλωστε. Οι μελωδίες του είναι τέλειες, δεν έχουν ψεγάδια σε σημεία που να μην ταιριάζουν μεταξύ τους, ενώ το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η συνεχής ροή που σε διακατέχει ασταμάτητα. Όπως κάθε μεγάλος, δεν υπήρξε προφήτης στον τόπο του μιας και οι ομότιμοί του -αν μπορείς να τους χαρακτηρίσεις έτσι- στο Σάλτζμπουργκ, ακριβώς επειδή έβλεπαν το ταλέντο και την επιρροή του, προσπάθησαν πολλές φορές να τον κρατήσουν μακριά και απομονωμένο.

 

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ίσως και να το κατάφεραν. Ο Μότσαρτ παρότι βρισκόταν σε κορυφαίο σημείο καριέρας για την ηλικία του, έφτασε στο σημείο να νιώθει σαν τον Αινστάιν όταν απευθυνόταν στους φυσικούς που αδυνατούσαν να καταλάβουν τις έννοιες του για τον χώρο και τον χρόνο. Προβληματιζόταν με το γεγονός ότι ο κόσμος έδειχνε να προτιμά τα ίδια βαρετά μοτίβα στη μουσική και γινόταν έξω φρενών όταν ο κόσμος προτιμούσε τις τυποποιημένες μελωδίες από τις δικές του συνθέσεις. Σε κάποια στιγμή στις αρχές του 1780 φαίνεται πως είχε απηυδήσει με την κοινωνία της εποχής, καθότι τα γεμάτα οργή γράμματα που έστελνε στον πατέρα του, τον έδειχναν να έχει κουραστεί να προσπαθεί να αποδείξει όχι τόσο την αξία, αλλά την υπεροχή του. Σε ένα από αυτά είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Η χρυσή επεξήγηση της αλήθειας για όλα τα πράγματα στη ζωή, δείχνει να μην εκτιμάται πια από το κοινό. Για να μπορέσεις πλέον να κερδίσεις το χειροκρότημα του κόσμου πρέπει να γράφεις πράγματα που να είναι ή βαρετά ή τόσο ακατάληπτα που προκαλούν ευχαρίστηση γιατί κανείς δεν έχει τη νόηση να τα αντιληφθεί».

 

 

Η μοίρα ωστόσο είναι για τους ανθρώπους. Στα 35 του, ο Μότσαρτ βρισκόταν κάτω από το χώμα στα 35 του χρόνια σε ανώνυμο τάφο και η επανεκτίμηση του άργησε τόσο πολύ να έρθει, σε σημείο που θύμισε την δική μας εποχή με την δουλειά που άφησε πίσω του ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Έπρεπε να έρθουν άνθρωποι σαν τον Ροσίνι που ξεκίνησαν να υπερασπίζονται το έργο του δημόσια, με τον τελευταίο να αναφέρει πως δεν υπήρξε κανείς τελειότερος στις οπερέτες, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον Μπετόβεν ως «λίγο» μπροστά στην μουσική ιδιοφυΐα του Μότσαρτ. Να σκεφτεί κανείς ότι κατά την περίοδο της Ρομαντικής μουσικής περιόδου, οι συνθέτες που την εκπροσώπησαν είδαν τον Μότσαρτ ως έναν φάρο κάθαρσης της παλιάς μουσικής σχολής, πρωτοπόρο στο είδος του που ο κόσμος αδυνατούσε να καταλάβει λόγω της νωθρότητας από την οποία διακατεχόταν η κοινωνία της εποχής. Οι σουίτες και κυρίως οι σονάτες του, υπήρξαν μανιφέστο για τις συνθέσεις της ρομαντικής περιόδου, για να καταλήξουν άνθρωποι σαν τον μεγάλο Σοπέν να δηλώνουν «όταν πεθάνω να παίζετε Μότσαρτ και να με θυμάστε».

 

 

Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό στην τεράστια μουσική ανθρώπινη κουλτούρα, είναι ότι ο Μότσαρτ δεν κατάφερε ποτέ να αντιγραφεί. Υπήρξε ένας μουσικός που μπορούσε να εκτελέσει με μαθηματική ακρίβεια την οποιαδήποτε σύνθεση και δεν είναι λίγες οι φορές που οι συνθέσεις του συγκρίνονται με τις τέλειες μαθηματικές λύσεις. Περισσότερο από όλα όμως, η μουσική του Μότσαρτ είναι ένα ταξίδι στην ανθρώπινη ευπρέπεια. Είναι η μουσική που δείχνει την καλή πλευρά της ανθρωπότητας, της εκλεπτυσμένης, της πλευράς εκείνης που θα έπρεπε να βγαίνει περισσότερο προς τα έξω και να μην αυτοαναιρείται από μικρότητες και δήθεν καθωσπρεπισμούς. Ποιος ξέρει, ίσως ο Μότσαρτ να έγραφε τόσο σπουδαία μουσική επειδή ακριβώς θεωρούσε σπουδαία και την ανθρώπινη ύπαρξη. Σε κάθε περίπτωση είναι μία καθαρά νοητική εμπειρία που διεγείρει το πνεύμα και βγάζει στο προσκήνιο την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

 

Ας ξεκινήσουν τα παιδιά μας το ταξίδι τους με κάτι καθάριο. Υπάρχει άλλωστε αρκετός χρόνος στο μέλλον για να απογοητευτούν με την ανθρωπότητα.