«Ο δικός μου Diego Maradona»
Ο Κώστας Βαϊμάκης αποχαιρετά το «στρογγυλό θεό» της «στρογγυλής θεάς». 
Ο δικός μου Ντιέγκο δεν μπήκε ποτέ στο ντιμπέιτ «Πελέ ή Μαραντόνα»: η δική μου γενιά τον Ντιέγκο έζησε, με αυτόν μεγάλωσε, εκείνος μας έμαθε μπάλα. Ο Πελέ ήταν «ασπρόμαυρα στιγμιότυπα», ήταν ένα ανάποδο ψαλίδι στη «Μεγάλη Απόδραση των 11», ήταν ηθική και καθωσπρεπισμός «σε καλή τιμή». Ο δικός μου Ντιέγκο, ήταν ο μοναδικός αθλητής στην παγκόσμια ιστορία, που μπόρεσε να κάνει το αδιανόητο: σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, στη Νάπολι, ανάμεσα σε Ιταλία και Αργεντινή, οι Ναπολιτάνοι «ξέχασαν» για 90 λεπτά ότι είναι Ιταλοί και στήριξαν με όλη τους την ψυχή τον άνθρωπο που τους έδωσε ελπίδα. Εκείνον που έκανε τα όνειρά τους πραγματικότητα. Που τους έδωσε πολλούς καλούς λόγους να χαμογελάνε και να βγάζουν τη γλώσσα στον πλούσιο ιταλικό βορρά. Ούτε ξανάγινε, ούτε θα ξαναγίνει κάτι παρόμοιο ποτέ. 
 

 
Ο δικός μου Ντιέγκο δεν ήταν ο εθισμένος στις καταχρήσεις τύπος, που τα τελευταία χρόνια απαθανατιζόταν σε βίντεο και φωτογραφίες να κοιμάται στο γήπεδο, να τρεκλίζει ή να χαμογελάει σαν χαμένος. Διότι το πώς επέλεξε να ζήσει ή να πεθάνει, είναι κάτι που αφορά στον ίδιο - εμένα με νοιάζει πώς επέλεξε να παίξει μπάλα. Με τα όσα έκανε στο γήπεδο ενέπνευσε τον κόσμο, έκανε παιδιά να θέλουν να παίξουν σαν κι αυτόν, έκανε λαούς ολόκληρους να πιστέψουν ότι το απίθανο μπορεί να πραγματοποιηθεί. Τα όσα έκανε εκτός γηπέδου ούτε τα διαφήμισε, ούτε τα ηρωοποίησε, ούτε τα πρόβαλε ποτέ ως μαγκιά ή «πρότυπο». Ήταν δικοί του Δαίμονες και έζησε μαζί τους, μόνος του, μέχρι την τελευταία του ανάσα. Ο δικός μου Ντιέγκο ήταν μάλλον ο τελευταίος ποδοσφαιριστής που απέδειξε ότι ένα ομαδικό σπορ, όπως είναι το ποδόσφαιρο, μπορεί να το καθορίσει τόσο απόλυτα, τόσο αποφασιστικά, τόσο καταλυτικά, ένας και μόνο ποδοσφαιριστής. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, είναι η μια και μοναδική αμφισβήτηση του «ο ένας, δεν μπορεί να τους κερδίσει όλους». Έχοντας δίπλα του μέτριους ως καλούς συμπαίκτες, πήρε την Εθνική από το χέρι και την οδήγησε στην κορυφή, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που πέρασε τη μισή Εθνική Αγγλίας για να σκοράρει: μόνος μου και όλοι σας.
 
 
 
Ο δικός μου Ντιέγκο δεν δίστασε να τα βάλει με την «Παπική υποκρισία» με την περιβόητη ατάκα για τις χρυσές στέγες. Δεν δίστασε να τα βάλει με τον ιδιοκτήτη της Νάπολι και με την ασφαλιστική εταιρεία «Λόιντς», που δεν τον άφηναν να πάει να παίξει ένα φιλικό παιχνίδι σε ένα γήπεδο - βούρκο, για να μαζευτούν χρήματα για ένα παιδάκι που κινδύνευε να πεθάνει. Και ξέρω πολύ καλά μέσα μου, πως εννοούσε μέχρι τελευταίας λέξης εκείνο που είπε κάποτε, ότι «αν είμαι σε μια εκδήλωση με λευκό κοστούμι και έρθει μια λασπωμένη μπάλα κατά πάνω μου, θα κάνω κοντρόλ με το στήθος». Ο δικός μου Ντιέγκο ήταν ένας άνθρωπος παραδομένος στα πάθη του. Τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τις γυναίκες, το φαγητό, την καλοπέραση. Ευτυχώς όμως, ένα από τα πάθη του στο οποίο παραδόθηκε άνευ όρων, ήταν το ποδόσφαιρο. 
 
Ο δικός μου Ντιέγκο σήκωσε το Παγκόσμιο του 1986, όταν εγώ ήμουν 13 ετών. Και παρότι ήμουν «Βραζιλιάνος», με έκανε με τον τρόπο του να καταλάβω πόσο υπέροχο πράγμα είναι το ποδόσφαιρο. Νοσταλγώ εκείνη την εποχή, που δεν είχε σόσιαλ μίντια και ψηφιακές αναλύσεις των φάσεων, που οι ποδοσφαιριστές δεν ήταν «υπεράνθρωποι» που τρέχουν και μαρκάρουν και πηδάνε ψηλά. Νοσταλγώ την εποχή που έπαιζε μπάλα το ταλέντο μόνο του και όχι η τεχνολογία, η επιστήμη, η διατροφή, τα συμπληρώματα και οι υπολογιστές. Τότε που η φανέλα ήταν έξω από το σορτσάκι για να κρύβει την κοιλιά και οι κάλτσες ήταν κατεβασμένες, «έτσι, για την αλητεία». Ο δικός μου Ντιέγκο, άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Νοεμβρίου, την ίδια ημέρα που «έφυγε» ο Τζορτζ Μπεστ και ο Φιντέλ Κάστρο. Και παρότι η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει, θα μείνει στην Ιστορία ως ένας από τους λιγοστούς σπουδαίους ανθρώπους που άλλαξαν τον κόσμο - καθένας με τον τρόπο του. Που έγινε γνωστός μέχρι την τελευταία γειτονιά του πιο απομακρυσμένου χωριού «επειδή κλώτσαγε το τόπι».
 
 
Το κλώτσαγε όμως με τέτοια αγάπη  και τέτοια χάρη, του έκανε έρωτα τόσο παθιασμένα ξανά και ξανά, από το ζέσταμα μέχρι το πιο σημαντικό παιχνίδι, που το τόπι δεν θα τον ξεχάσει ποτέ. Όπως και όλοι εμείς.