Getty Images | Milos Bicansky Μήπως υπήρξες κι ΕΣΥ ένα Χουλιγκανάκι της Ανάστασης;

Flashback στην εποχή που το Πάσχα μας ήταν αποκλειστικά φτιαγμένο από βαρελότα και δυναμιτάκια.

Το ομολογώ: στα μικράτα μου ήμουν κι εγώ ένα χουλιγκανάκι της Ανάστασης. Γιατί να μην το παραδεχτώ; Στη ΓΑΔΑ είμαστε; Ναι λοιπόν. Ήμουν. Μου έβγαινε το επαναστατικό μου. Και κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, συνειδητοποιώ ένα και μόνο πράγμα: Πόσο φλώρος έχω γίνει τώρα που μεγάλωσα. 

Εμ πώς; Τώρα πάω με το κεράκι μου, με το κουστουμάκι μου, με το σοβαροφανές μου ύφος και παριστάνω τον κυρίλα, ενώ κουβαλάω πίσω μου ένα βαρύ ποινικό μητρώο από εοραστικά μπάχαλα.

Ως εν αποστρατεία χουλιγκάνος της Ανάστασης, αναπολώ εκείνες τις παλιές καλές εποχές όπου ετοιμαζόμασταν μέρες πριν για τον πόλεμο, μαζεύοντας πολεμοφόδια, οργανώνοντας το σχέδιο δράσης (καμιά φορά και απόδρασης) από πού και πώς θα προμηθευτούμε τα εκρηκτικά, πώς θα κινηθούμε ανάμεσα στο πλήθος χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί, πώς θα αποφύγουμε τους τραυματισμούς, πώς θα αντικρύσουμε τον παπά του χωριού την επόμενη μέρα κλπ. 

Οι ετοιμασίες ξεκινούσαν από τις αρχές της Μεγάλης Εβδομάδας. Ψάχναμε μαγαζιά με όλων των ειδών τις κροτίδες, γουρούνες, μινέρβες, σφυρίχτρες, καπνογόνα, από τα πιο βαριά, μέχρι αυτά που ‘χαμε για ζέσταμα: Τα σκορδάκια. ΚΑΜΙΑ 17 Νοέμβρη

 

dinamitakia


Πηγαίναμε θυμάμαι «μιλημένοι» σε διάφορα
ψιλικατζίδικα ή περίπτερα της γειτονιάς με το στυλ του μυστικού πράκτορα και αγοράζαμε στα κρυφά από γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, ενώ και οι ίδιοι οι ψιλικατζήδες μάς τα έδιναν στη ζούλα. Άλλες φορές, πήγαινα και έκλεβα από τον μεγαλύτερο ξάδερφό μου που είχε κούτες ολόκληρες γεμάτες γουρούνες. Εγκληματική οργάνωση, όχι αστεία. 

Θυμάμαι, επίσης, να κάνουμε διάφορα πειράματα με τους άλλους χουλιγκάνους φίλους μου, ανάβοντας και βάζοντας σφυρίχτρες μέσα σε μακρόστενους σωλήνες για να τις βλέπουμε να πετάνε ψηλά, ή να σφηνώνουμε μπαλάκια του τένις τα οποία εκσφενδονίζονταν από την γουρούνα που είχαμε τοποθετήσει στον πάτο του σωλήνα. Χούλιγκανς της Λαμπρής...

Η πιο μεγάλη ώρα, βέβαια, ήταν το βράδυ της Ανάστασης. Περιμέναμε με μια τρελή ανυπομονησία το «Χριστός Ανέστη» κι όταν το ακούγαμε, λες και μπήκε γκολ, λες και ακουγόταν πολεμικό εμβατήριο, ξεκινούσε με μανία ο... βομβαρδισμός. Μπαμ! Μπουμ! Όχι προς τα ‘δω ρε! Ξέμεινα μάγκες! Καλύψτε με βγαίνω! Καλυφτείτε, ο παπάς! Πραγματική μάχη. Τουλάχιστον στα δικά μας τα μάτια. Πάντα βέβαια με συγκέντρωση και προσοχή, καθώς πέρα από την πλάκα, έχουν γίνει πολλά ατυχήματα με αυτές τις αηδίες. Δες εδώ πράγματα:

 

 

Ήταν αξέχαστη η βραδιά της Ανάστασης. Την επόμενη μέρα μάλιστα είχαμε κρατήσει και κάβα. Την ώρα που ψήνανε οι άλλοι αρνιά, εμείς πετάγαμε τα τελευταία μας δυναμιτάκια.

Αχ, ωραία χρόνια! 

Και τώρα που μεγάλωσα, τι κάνω στην Ανάσταση; Βρίζω αυτά τα «κωλόπαιδα που μας έχουν πάρει τα αυτιά με τις κροτίδες και τα βαρελότα». Ρε παλιόπαιδα δεν ντρέπεστε; Αφήστε μας να ψάλουμε με την ησυχία μας!

ΥΓ: Χρήστο Σαντικάι, υπήρξες άραγε  χουλιγκανάκι της Ανάστασης;