Το εγχειρίδιο της αυτοκαταστροφής

«Το να είναι κανείς αυτοκαταστροφικός, είναι δικαίωμά του. Το να βγαίνει να φωνάζει μετά όμως ότι τον κατέστρεψαν, δεν βγάζει νόημα.»

Το σκηνικό στην Τούμπα, ήταν στημένο ιδανικά για τον ΠΑΟΚ, ο οποίος για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, πήγαινε να παίξει με τον Ολυμπιακό σαν «αφεντικό» και όχι σαν «φτωχός συγγενής» του πρωταθλήματος με λίγες ελπίδες να το κατακτήσει: πριν το ματς η διαφορά ήταν 6 βαθμοί. Ο Ολυμπιακός είχε φάει ένα -3 και περίμενε την έφεση για να δει αν θα έπαιρνε πίσω τους βαθμούς. Αγωνιστικά ο ΠΑΟΚ ήταν σε καλύτερη κατάσταση, η Τούμπα όλη τη χρονιά – είτε με κόσμο, είτε με άδειες εξέδρες – είναι κάστρο απόρθητο κι ο αντίπαλός του δεν βρίσκεται εδώ και καιρό σε καλή αγωνιστική κατάσταση.

Τι «έπρεπε» να κάνει: τα αυτονόητα. Να επιβεβαιώσει την καλή αγωνιστική του κατάσταση, να αξιοποιήσει το μομέντουμ, τη δύναμη της έδρας και τη «δίψα» για το πρωτάθλημα, να «τελειώσει» τον Ολυμπιακό από οποιαδήποτε ελπίδα κατάκτησης του πρωταθλήματος στέλνοντάς τον στο -9 και να έχει να ασχοληθεί μόνο με την ΑΕΚ από εδώ και πέρα. Και όλα αυτά, σε συνδυασμό με μια Τούμπα «εκκλησία», με σαφείς οδηγίες – κατευθύνσεις να μην ανάψουν πυρσοί, να μην πετάξει κανείς φωτοβολίδες, μάρμαρα, αναπτήρες, πέτρες και άλλα πολεμοφόδια, για να μην ρισκάρει η ομάδα να τιμωρηθεί, όχι μόνο στο συγκεκριμένο παιχνίδι αλλά και στα επόμενα που ακολουθούν, με κυριότερο το ντέρμπι με την ΑΕΚ, που θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να κρίνει ακόμα και το πρωτάθλημα.

 

Τι έκανε τελικά ο ΠΑΟΚ;

Δεν μάθαμε ποτέ, εξαιτίας ενός ρολό από ταμειακή μηχανή που προσγειώθηκε στο πρόσωπο του προπονητή του Ολυμπιακού. Δεν είδαμε ποτέ πόσο έτοιμος ήταν ο ΠΑΟΚ για ένα τόσο μεγάλο ραντεβού, τι είχε σχεδιάσει ο Λουτσέσκου, πόσο τον άγχωνε ή του έδινε γκάζι η προοπτική του πρωταθλήματος, ποιοι παίκτες θα «έβγαιναν μπροστά» σε ένα τέτοιο ματς. Δεν είδαμε τίποτα, διότι κάποιος αποφάσισε όχι να πετάξει ένα ρολό χαρτί ταμειακής για το «φολκλόρ», για το «ιδιαίτερο χρώμα», για τη «φάση», αλλά για να πετύχει κάποιον από το απέναντι στρατόπεδο – εν προκειμένω τον Όσκαρ Γκαρθία. Κι αν αληθεύει αυτό που διαβάσαμε, ότι τον βρήκαν τον ένοχο κι ότι είναι σεσημασμένος κι έχει πετάξει στο παρελθόν φωτοβολίδα ευθείας βολής σε άλλο αγώνα, αλλά εξακολουθεί να μπαίνει στο γήπεδο σαν κύριος, καταλαβαίνει κανείς πόσο σημαντικό είναι το «πιάνω κάποιον και του απαγορεύω να ξαναμπεί στο γήπεδο».

 

 

Μόνο που πλέον είναι αργά για δάκρυα. Κι όσο κι αν φωνάξουν οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ, όσο κι αν αμφισβητήσουν τη σοβαρότητα του τραυματισμού, όσο κι αν απαιτήσουν να διεξαχθεί το παιχνίδι, μοιάζει πολύ δύσκολο να γλιτώσουν από τη βαριά καμπάνα, το να χάσουν το ματς στα χαρτιά, την αφαίρεση βαθμών, το πρόστιμο, την τιμωρία της έδρας. Τους έτυχε κάτι παρόμοιο πριν από μερικούς μήνες στη Λεωφόρο, με το κουτάκι που χτύπησε τον Ίβιτς και ξέρουν πώς πάει το πράγμα: είτε είχε χτυπήσει πολύ ο – τότε – προπονητής τους, είτε έκανε θέατρο, η απόφαση ήταν να πάει ο Ίβιτς στο νοσοκομείο, άρα να διακοπεί το παιχνίδι και να κριθεί η τύχη του στα δικαστήρια.

Η δική μου προσωπική θέση τότε, ήταν πως ανεξάρτητα με το αν ο Ίβιτς έκανε θέατρο ή όχι, ανεξάρτητα αν «τον έβαλαν» από τον ΠΑΟΚ να παριστάνει το ζαλισμένο μόλις είδαν στα αποδυτήρια την τηλεοπτική κάμερα ή όντως ζαλιζόταν, το κουτάκι το πέταξε κάποιος ανεγκέφαλος και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κι ο κανονισμός είναι σαφής: διακοπή αγώνα με υπαιτιότητα του γηπεδούχου. Είτε αρέσει σε κάποιους, είτε δεν αρέσει, διότι ο κανονισμός είναι και πρέπει να είναι ξεκάθαρος, να μην γίνεται λάστιχο και να λειτουργεί με τα ίδια κριτήρια απέναντι σε όλους, ισχυρούς και λιγότερο ισχυρούς, «μεγάλους» και «μικρούς», αυτούς που έχουν τα «κόζα» κι αυτούς που είναι μακριά από τα κέντρα αποφάσεων.

 

Ένας για όλους

Δεν είναι θέμα «εκδίκησης», «δανεικών που επιστρέφονται» ή «να, για να μάθετε» - άλλωστε «δανεικά» από ματς Παναθηναϊκού – ΠΑΟΚ που να «επιστρέφονται» στον Ολυμπιακό, δεν υπάρχουν. Τα social media μπορούν να ξεσαλώνουν, να κάνουν πλάκα ή να μιλάνε σοβαρά, να λένε για την απόδειξη που ήρθε φέτος για τη μπύρα του Ίβιτς πέρυσι, να καφρίζουν ή να πανηγυρίζουν, αλλά ο νόμος δεν είναι α λα καρτ, δεν πλάθεται και δεν διαμορφώνεται ανάλογα με το όνομα της ομάδας, τον κόσμο που την υποστηρίζει και την κρισιμότητα της στιγμής.

Άρα, καλό είναι όλοι να αναλογιστούν τις ευθύνες τους, να εντοπίσουν τις παραλείψεις τους, να κάνουν την αυτοκριτική τους και να αποδεχθούν τις συνέπειες από κάτι που έκανε ένας, αλλά ήταν τόσο δραστικό, τόσο σημαντικό, ώστε να έχει επίπτωση στην πορεία μιας ολόκληρης χρονιάς. Στον ΠΑΟΚ, σε ένα τόσο μεγάλο ραντεβού, αποδείχθηκαν αυτοκαταστροφικοί – πάνε να χάσουν από την κίνηση ενός ανθρώπου, ό,τι χτίζουν ολόκληρη τη χρονιά αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά, με επενδύσεις, με καλούς παίκτες, με ισχυροποίηση στα κέντρα αποφάσεων, την ΕΠΟ, την ΚΕΔ, παντού. Είναι δικαίωμα του καθενός να είναι αυτοκαταστροφικός, αρκεί να μη βγαίνει και φωνάζει μετά ότι κάποιοι ήθελαν να τον καταστρέψουν.

Υ.Γ. Πριν από λίγες εβδομάδες, τυχαία, έλεγα στο ραδιόφωνο ότι έχουμε κάνει πολλές «ομορφιές» στα ελληνικά γήπεδα, αλλά το «μεγαλείο» των Ιταλών, δεν το έχουμε φτάσει: το 2001, σε ένα ματς Ίντερ – Αταλάντα, οπαδοί της Ίντερ έκλεψαν ένα σκούτερ από φίλο της Αταλάντα. Το έμπασαν στο γήπεδο, το πέταξαν από το πάνω διάζωμα στο πιο χαμηλό και του έβαλαν φωτιά.


Βλέποντας το μηχανάκι που κρέμασαν οι φίλοι του ΠΑΟΚ στην Τούμπα, πλέον μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από κανέναν. Τώρα, για το πώς πέρασε στο γήπεδο (ενδελεχής ο έλεγχος στις θύρΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ), πόσο επικίνδυνο είναι να κρέμεται με σκοινιά ένα μηχανάκι σε μια εξέδρα, ας μην πούμε καλύτερα τίποτα…

 

toumpa