Αν με ρωτάς σιχαίνομαι τους τίτλους “σοκ”, “φρίκη” κλπ που χτυπάνε στο ένστικτο της ανθρώπινης ψυχής. Ωστόσο εδώ δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Διότι υπάρχουν ειδήσεις που δεν τις διαβάζεις αλλά σε διαβάζουν εκείνες. Που δεν τις καταναλώνεις σαν ακόμη ένα scroll στο feed, αλλά σε παγώνουν, σε γυρίζουν πίσω, σου θυμίζουν ότι κάποια πράγματα σε αυτή τη χώρα (και γύρω από αυτή) επαναλαμβάνονται με έναν τρόπο σχεδόν αρρωστημένο. Το δυστύχημα στην Τιμισοάρα, με επτά Έλληνες οπαδούς του ΠΑΟΚ νεκρούς και τρεις βαριά τραυματισμένους, δεν είναι απλώς ένα ακόμη τροχαίο στο εξωτερικό. Είναι ένα συλλογικό τραύμα που ξανανοίγει. Είναι μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Επτά άνθρωποι ξεκίνησαν από την Ελλάδα με ένα mini bus, με προορισμό τη Γαλλία, για να δουν την ομάδα τους. Όχι για διακοπές. Όχι για δουλειά. Για ένα ματς. Για αυτή τη βαθιά, παράλογη, αλλά απόλυτα ανθρώπινη ανάγκη να είσαι εκεί. Να ταξιδεύεις χιλιάδες χιλιόμετρα για να φωνάξεις για κάτι που νιώθεις δικό σου. Και κάπου στη Ρουμανία, σε έναν δρόμο που δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο μέχρι να γίνει τόπος θανάτου, όλα τελείωσαν. Ένα προσπέρασμα, μια μετωπική σύγκρουση, ένα βυτιοφόρο, ένα φορτηγό, και μετά σιωπή. Από αυτές τις σιωπές που δεν γεμίζουν ποτέ.

Αν είσαι οπαδός του ΠΑΟΚ, αυτό το νέο δεν έρχεται μόνο του. Έρχεται κουβαλώντας μνήμη. Και η μνήμη είναι βαριά. Πάει κατευθείαν στο 1999, στα Τέμπη. Στους έξι νέους ανθρώπους που σκοτώθηκαν επιστρέφοντας από αγώνα του ΠΑΟΚ στην Αθήνα. Στο λεωφορείο που συγκρούστηκε με φορτηγό. Στην ίδια διαδρομή. Στην ίδια κατάρα της ασφάλτου. Στο ίδιο μοτίβο: νέοι άνθρωποι, ένα οπαδικό ταξίδι, ένας δρόμος που γίνεται φέρετρο.
Είναι ανατριχιαστικό πόσο μοιάζουν αυτές οι ιστορίες. Όχι μόνο ως γεγονότα, αλλά ως αίσθηση. Ως αφήγημα. Ως συλλογικό déjà vu. Σαν να υπάρχει μια σκοτεινή γραμμή που ενώνει τις γενιές των οπαδών του ΠΑΟΚ με τραγωδίες εκτός γηπέδου. Και κάπου εκεί γεννιέται (αναπόφευκτα) η λέξη «κατάρα». Όχι με τη μεταφυσική της έννοια. Αλλά σαν σύμβολο. Σαν τρόπος να περιγράψεις κάτι που επαναλαμβάνεται επειδή ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε στην πραγματική του ρίζα.
Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς. Αυτές οι τραγωδίες δεν έχουν να κάνουν με ομάδες. Δεν έχει σημασία αν ήταν οπαδοί του ΠΑΟΚ, του Ολυμπιακού ή οποιουδήποτε άλλου συλλόγου. Αυτό που πονάει περισσότερο είναι ότι κάθε φορά μιλάμε για ανθρώπους που μπήκαν σε ένα όχημα και δεν έφτασαν ποτέ. Και αυτό, στην Ελλάδα (και στα Βαλκάνια γενικότερα) δεν είναι εξαίρεση. Είναι μοτίβο. Είναι στατιστική. Είναι καθημερινότητα.
Το δυστύχημα στην Τιμισοάρα δεν είναι ένα «κακό ταξίδι». Είναι η απόδειξη ότι τα οδικά ταξίδια για οπαδούς αντιμετωπίζονται ακόμα σαν κάτι πρόχειρο, ανοργάνωτο, επικίνδυνο. Mini bus που διασχίζουν μισή Ευρώπη, οδηγοί εξαντλημένοι, καιρικές συνθήκες που δεν συγχωρούν.
Η σύγκριση με τα Τέμπη του 1999 δεν είναι δημοσιογραφικό τρικ. Είναι ιστορική αναγκαιότητα. Η ιστορία των οπαδών του ΠΑΟΚ είναι γεμάτη πόνο, απώλειες και αδικίες. Αλλά δεν της αξίζει άλλη μια σελίδα αίματος. Και σε καμία ομάδα, σε κανένα χρώμα, σε καμία εξέδρα, δεν αξίζει να πληρώνει το πάθος με τη ζωή του. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μείνει από την Τιμισοάρα και τα Τέμπη, δεν είναι ο μύθος της κατάρας. Είναι η απαίτηση να μην ξαναγραφτεί ποτέ το ίδιο κείμενο. Για κανέναν.