Τα νέα μέτρα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ήρθαν με φόρα και, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτή τη χώρα, προκάλεσαν δύο παράλληλες συζητήσεις. Η πρώτη αφορά την οδική ασφάλεια, τα τροχαία, τους νεκρούς στην άσφαλτο, μια συζήτηση απολύτως αναγκαία και αυτονόητη. Η δεύτερη, λιγότερο «ηρωική» αλλά εξίσου πραγματική, αφορά τη νύχτα, τα μπαρ, τα κλαμπ, τα νυχτερινά κέντρα και το κατά πόσο όλα αυτά θα αντέξουν σε ένα καθεστώς σχεδόν μηδενικής ανοχής στο αλκοόλ για τους οδηγούς. Εκεί ακριβώς γεννιέται το πραγματικό ερώτημα: αλλάζουν τα μέτρα τον τρόπο που πίνουμε ή τον τρόπο που βγαίνουμε;
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το πρόβλημα δεν είναι το αλκοόλ. Το πρόβλημα είναι η οδήγηση μετά το αλκοόλ. Για χρόνια, όμως, στην ελληνική πραγματικότητα τα δύο αυτά ήταν σχεδόν άρρηκτα συνδεδεμένα. Βγαίναμε, πίναμε, μπαίναμε στο αυτοκίνητο και γυρνούσαμε σπίτι με μια αίσθηση ψευδοασφάλειας, βασισμένη περισσότερο στην τύχη και λιγότερο στη λογική. Το νέο πλαίσιο έρχεται να σπάσει βίαια αυτή τη συνήθεια, όχι με εκκλήσεις ευαισθητοποίησης αλλά με αυστηρές ποινές, πρόστιμα και πραγματικό φόβο ελέγχου.
Αυτός ο φόβος είναι που ήδη αλλάζει συμπεριφορές. Όχι απαραίτητα το αν θα βγεις, αλλά το πώς θα καταναλώσεις. Ο κόσμος δεν ακυρώνει την έξοδο του Σαββάτου τόσο εύκολα. Αυτό που ακυρώνει είναι το δεύτερο και το τρίτο ποτό. Το σφηνάκι «για το κλείσιμο». Το “έλα μωρέ, ένα ακόμα”. Και εκεί ακριβώς αρχίζει να φαίνεται το αποτύπωμα των μέτρων στην αγορά της νύχτας.
Τα μαγαζιά που βασίζονταν σε πελατεία η οποία μετακινούνταν σχεδόν αποκλειστικά με αυτοκίνητο, ειδικά εκτός κέντρου, θα νιώσουν πρώτα την πίεση. Όχι γιατί ο κόσμος δε θα βγει, αλλά γιατί ο μέσος όρος κατανάλωσης ανά άτομο θα πέσει. Αυτό σημαίνει χαμηλότερο τζίρο από αλκοόλ, ειδικά στα βαριά spirits. Δε μιλάμε για κατάρρευση, αλλά για μια αισθητή διόρθωση που θα αναγκάσει αρκετούς να επανεξετάσουν το μοντέλο τους.
Από την άλλη, τα μαγαζιά στο κέντρο των πόλεων, σε περιοχές με εύκολη πρόσβαση σε ταξί, μετρό ή απλώς περπάτημα, δεν φαίνεται να απειλούνται σοβαρά. Εκεί, η οδήγηση δεν ήταν ποτέ βασικό κομμάτι της εξόδου. Η κατανάλωση αλκοόλ δεν αλλάζει δραματικά, γιατί η μετακίνηση δεν περνάει από το τιμόνι. Το ίδιο ισχύει και για τις τουριστικές περιοχές, όπου οι επισκέπτες δεν κουβαλούν ούτε την ίδια νοοτροπία ούτε τον ίδιο φόβο για τον ελληνικό ΚΟΚ. Για αυτούς, η νύχτα παραμένει εμπειρία διακοπών, όχι καθημερινή ρουτίνα με ρίσκο.
Η ουσία, όμως, δε βρίσκεται στο ποιοι θα χάσουν και ποιοι θα αντέξουν. Βρίσκεται στο γεγονός ότι αλλάζει σταδιακά η ίδια η σχέση μας με το ποτό στη νυχτερινή έξοδο. Για πρώτη φορά, το «δεν πίνω γιατί οδηγώ» αρχίζει να ακούγεται φυσιολογικό και όχι αντικοινωνικό. Για πρώτη φορά, ο νηφάλιος της παρέας δεν είναι ο ξενέρωτος, αλλά ο λογικός. Και αυτό, μακροπρόθεσμα, είναι πολύ πιο σημαντικό από μια προσωρινή κάμψη στον τζίρο.
Εδώ μπαίνει και η ευθύνη της ίδιας της νυχτερινής βιομηχανίας. Όσοι επιμείνουν να πουλάνε μόνο ποσότητα, θα πιεστούν. Όσοι καταλάβουν ότι το παιχνίδι μεταφέρεται στην εμπειρία, στην ατμόσφαιρα, στη μουσική, στο φαγητό, στα χαμηλόβαθμα cocktails και στα alcohol-free ποτά, έχουν σοβαρές πιθανότητες όχι απλώς να επιβιώσουν, αλλά να βγουν κερδισμένοι. Η νύχτα δεν τελειώνει όταν τελειώνει το αλκοόλ. Τελειώνει όταν τελειώνει ο λόγος να είσαι εκεί.
Υπάρχει, φυσικά, και μια κοινωνική διάσταση που δε συζητιέται αρκετά. Για χρόνια, η ελληνική διασκέδαση ήταν συνδεδεμένη με την υπερβολή. Περισσότερο ποτό, περισσότερη ένταση, περισσότερη “καφρίλα”. Τα νέα μέτρα, άθελά τους ίσως, λειτουργούν και ως ένα φρένο σε αυτή τη λογική. Όχι με όρους ηθικής, αλλά με όρους κόστους. Όταν το ρίσκο γίνεται προσωπικό και ακριβό, η συμπεριφορά αλλάζει.
Θα υπάρξουν αντιδράσεις, γκρίνια, υπερβολές και – όπως πάντα – προσπάθειες να βρεθούν παραθυράκια. Όμως δύσκολα γυρνάμε πίσω. Η οδήγηση μετά το ποτό παύει σιγά-σιγά να είναι κοινωνικά ανεκτή. Και αυτό, όσο κι αν δυσαρεστεί κάποιους επαγγελματίες βραχυπρόθεσμα, είναι μια κατάκτηση.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν τα μπαρ και τα νυχτερινά κέντρα θα έχουν πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούν. Αν θα καταλάβουν ότι η έξοδος δεν ακυρώνεται, απλώς ενηλικιώνεται. Και ίσως, μέσα από αυτή τη διαδικασία, η ελληνική νύχτα χάσει λίγη από την αλόγιστη υπερβολή της, αλλά κερδίσει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: συνείδηση, ασφάλεια και έναν πιο βιώσιμο τρόπο να συνεχίσει να υπάρχει.