intime/Γιάννης Λιάκος Στο ίδιο(;) έργο θεατές

Μικρή σημασία έχει πλέον αν η φετινή καταστροφή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από άλλες χρονιές.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε το τέρας, αν όχι να του μοιάζουμε. Ίσως και το τέρας να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Το ελληνικό καλοκαίρι έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί σύμβολο ανεμελιάς και καλοπέρασης.

Πρόπερσι τέτοιες μέρες περίπου, στις αρχές Αυγούστου, η Αττική βίωσε μια τρομακτική πυρκαγιά πολύ κοντά σε αυτό που λέμε μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας με τις φλόγες να έχουν φτάσει στη Βαρυμπόμπη. Δεν ήταν τόσο το μέγεθος της καταστροφής, αλλά η εγγύτητα στον πυκνό αστικό ιστό που μας σόκαρε, σαν να είχαν τελειώσει τα δέντρα και τώρα το μόνο που μπορούσαν να καούν ήταν τα σπίτια. Το συλλογικό τραύμα που μας άφησε το Μάτι τους 103 νεκρούς, μας έκανε πιο ευαίσθητους στην απώλεια της ανθρώπινης ζωής και κάπως πιο απαθείς στην καταστροφή της περιουσίας γιατί έτσι λειτούργησε ο μηχανισμός της διαχείρισης του πένθους μας.

 

 

Οι μέρες που ακολούθησαν εκείνη την καταστροφή ο αέρας της Αθήνας ήταν αποπνικτικός. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, η αιθάλη κάλυπτε τα πάντα και η ζέστη λειτουργούσε σαν μεγεθυντικός φακός για τη δυσφορία μας. Στην παρέα μου είχαμε εισιτήρια για τη συναυλία του Brian Eno στο Ηρώδειο. Ήταν μια συναυλία την οποία περιμέναμε χρόνια στην κυριολεξία. Οι live εμφανίσεις του πρωτοπόρου μουσικού είχαν αραιώσει σε τέτοιο βαθμό που όταν ανακοίνωσε την εμφάνισή του κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, η συναυλία αυτή έγινε αμέσως κορυφαίο πολιτιστικό δρώμενο της Ευρώπης για τη χρονιά εκείνη με εκατοντάδες ξένους επισκέπτες που ήρθαν στην Αθήνα μόνο και μόνο για αυτή.

Οι σκέψεις της διοργάνωσης για ακύρωση της συναυλίας, αλλά και δικές μας για το αν έπρεπε και αν είχαμε το κουράγιο να πάμε, ήταν πολλές. Τελικά υπερίσχυσε το FOMO, και μια πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα, δεν καταφέρνουμε κάτι με το αυτομαστιγωθούμε. Δεν ξέρω αν κάναμε καλά ή κακά, αλλά ούτε νιώσαμε ότι καλά κάναμε και πήγαμε, ούτε ότι κακώς κάναμε, ήμασταν αρκετά μουδιασμένοι, ίσως δεν είχαμε καταλάβει ακόμα τι γίνεται, ίσως και γιατί δεν ξέραμε ακόμα τα χειρότερα της Εύβοιας.

 

 

Φέτος με την ίδια παρέα συζητούσαμε για ένα άλλο πολυαναμενόμενο ηλεκτρονικό reunion, αυτό των Στέρεο Νόβα. Φέτος προλάβαμε τις φωτιές. Τις προλάβαμε γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να τις αποφύγουμε, το ξέραμε μέσα μας αλλά δεν θέλαμε να το ομολογήσουμε. Το φετινό παράξενο καλοκαίρι με τις βροχές και την αστάθεια μας δημιούργησε μια ψευδαίσθηση ότι η ξηρασία που προμηνύει την καταστροφή όταν ακολουθεί κάποιον καύσωνα, ίσως και να τη γλιτώσουμε φέτος, αλλά όχι. 

Ακόμα και το ίδιο το φαινόμενο, που πλέον έχει κάθε φορά και διαφορετικό όνομα, Κλέων αυτές τις μέρες, μας έκανε να σκεφτούμε το τώρα, το πώς θα αποφύγουμε την έκθεση σε αυτό, μια μικροδιαχείριση για να περάσουμε under the radar. Αυτή τη φορά φευγαλέα σκεφτήκαμε μήπως δεν είναι καλή ιδέα η συναυλία μετά από σαραντάρι, μόνο και μόνο για να το διώξει το FOMΟ μας, αλλά και η σκέψη ότι φέτος δεν χρειάζεται να αυτομαστιγωθούμε για κάποια καταστροφή. Χρειάστηκαν λιγότερες από 48 ώρες για να γίνει θρύψαλα ο μαγικός μας καθρέφτης.    

 

 

Η ολονύχτια μάχη των πυροσβεστών σε ένα διπλό μέτωπο σε ανατολική και δυτική Αττική που μοιάζει με ένα πύρινο δαχτυλίδι που κυκλώνει την πρωτεύουσα, ήρθε πολύ απότομα και βίαια να μας θυμίσει ότι η καταστροφή είναι αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού καλοκαιριού. Θα αρχίσουμε πάλι να λέμε για ασυνείδητους, για κακή συντήρηση του ΑΔΜΗΕ, για πυρομανείς, για ξένους πράκτορες, αλλά για λίγο.

Η οργή θα κρατήσει λίγο, γιατί έχει στερέψει το καύσιμο που τη συντηρεί. Οι απώλειες σε περιουσίες, ζωές ζώων και δάσος γίνονται απλά αριθμοί, μια τραγική στατιστική που δεν έχει πάτο. Αυτό που θα μείνει και πάλι είναι το μούδιασμα. Ένα ολόκληρο έθνος σιγοτραγουδάει το Comfortably numb των Pink Floyd χωρίς να το ξέρει. 



©2016-2024 Ratpack.gr - All rights reserved