Η εβδομάδα μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς είναι ό,τι πιο κοντινό σε μαύρη τρύπα

Ποιος είμαι; Τι κάνω; Γιατί υποφέρω; Τι μέρα έχουμε σήμερα; Ζούμε την εβδομάδα της Μαρμότας.

Πώς πάει η χώνεψη; Συγγνώμη πασχαλινέ εαυτέ μου αλλά είσαι λίγο υπερβολικός όταν γκρινιάζεις με το πόσο ζορίστηκες με το κοκορέτσι, τη γαρδούμπα, τα παϊδάκια και το αρνί που δεν έφαγες. Αυτές τις μέρες τρώμε όσο τρώμε σε 4 Πάσχα σερί και από δικαιολογίες έχουμε μπόλικες. Δεν είναι μόνο οι ποσότητες, είναι και το τι τρώμε. Αν κάνουμε ένα μικρό κόπο και μετρήσουμε πόσα μελομακάρονα, κουραμπιέδες και ό,τι άλλο γλυκό είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο μας, είναι πολύ εύκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές τις μέρες τρώμε όσα γλυκά τρώμε όλη την υπόλοιπη χρονιά και το ότι θέλουμε θερμίδες λόγω κρύου είναι μια δικαιολογία πιο φτηνή κι από δώρο πολυεθνικής εταιρείας στον υπάλληλο του μήνα.  

Ένας αστικός μύθος λέει ότι το δώρο των Χριστουγέννων δίνεται επειδή οι περισσότεροι δουλεύουν εις διπλούν αυτές τις τρεις πρώτες εβδομάδες του Δεκέμβρη. Εκκρεμότητες μιας ολόκληρης χρονιάς στριμώχνονται κάτω από το πιο ασφυκτικό deadline που υπάρχει και σε συνδυασμό με μια αγορά που βρίσκεται για λίγες μέρες σε παροξυσμό, έχουμε μία κατάσταση που κάνει όλους τους εργαζόμενους σαν λαγουδάκια της Duracell με άγχος. Και μετά έρχονται τα Χριστούγεννα σαν διακόπτης. Ξαφνικά όλα αλλάζουν και δεν χρειάζεται να είσαι 10 χρονών που περιμένει τα δώρα του.

 

 

Ο λόγος που πέφτουμε με τα μούτρα στο φαΐ και το ποτό αυτές τις μέρες δεν είναι η οικογενειακή θαλπωρή, αυτό είναι το πρόσχημα, είναι επειδή ζούμε μια τεράστια αποφόρτιση άγχους η οποία κάπου πρέπει να διοχετευτεί. Είναι ο ίδιος λόγος που ευνοεί και το τζογάρισμα, αυτή η αναζήτηση αδρεναλίνης που μπορεί να είναι από ένα λαχείο για το καλό, μέχρι το κλείσιμο 48ώρου σε ένα καζίνο. Το στόμα μας απαιτεί τροφή γιατί πρέπει να απασχοληθεί κάπως. Οι Ιάπωνες έχουν ένα ειδικό όρο γι’αυτό όταν τρώμε σαν διαχείριση άγχους, το λένε kuchisabishii και περιφραστικά σημαίνει ότι τρώμε επειδή το στόμα μας νιώθει μοναξιά και όχι γιατί πεινάμε.

Με την έκθεση του ημίγυμνου σώματός μας σε κάποια παραλία να τοποθετείται σε έναν πολύ μακρινό χρονικό ορίζοντα και το beach body ένα ομιχλώδες project, τρώμε χωρίς καμία υποψία τύψεων, και μετάνοιας στη συνέχεια, άλλωστε αυτό τον ρόλο τον έχει το πασχαλινό τραπέζι λόγω χρονικής εγγύτητας. Με τους εργασιακούς ρυθμούς να πέφτουν σε βαθμό safe mode, πέφτουν και τα αντανακλαστικά του όποιο ενστίκτου αυτοσυντήρησης έχουμε καθώς πνίγεται στο πάρα πολύ φαΐ. Βλέπετε σε αντίθεση με το πασχαλινό roadtrip, το χριστουγεννιάτικο όργιο λίπους, ζάχαρης και υδατάνθρακα δεν απαιτεί ανάγκη μετακίνησης ή τουλάχιστον κάποιας που καλύπτεται με ένα ταξί μέχρι 15€. Έτσι η μεταμόρφωσή μας σε Jabba the Hutt προχωρά απρόσκοπτα. Μέχρι που κάποια μέρα ξυπνάμε και δεν ξέρουμε ποια μέρα είναι. Ποιο hangover, και ποιος Bill Murray στην ημέρα της Μαρμότας; Εδώ μιλάμε πλήρη απώλεια συνείδησης και ταυτότητας. Αν ερχόταν κάποιο παιδί να πει τα κάλαντα αυτές τις μέρες θα του δίναμε την debit card μαζί με το pin να βγάλει όσα θέλει από το ΑΤΜ και αν δεν μας γύριζε ποτέ την κάρτα δεν θα μας ένοιαζε και τόσο. Περιφερόμαστε μεταξύ καναπέ και κρεβατιού προσπαθώντας να χωνέψουμε σαν βόες που έφαγαν ολόκληρη αντιλόπη, αλλά γιατί πρέπει να το περνάμε αυτό;

 

 

Η περίοδος αυτή έχει κάτι το αρχέγονο στον τρόπο που την περνάμε. Για παράδειγμα το καλοκαίρι οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας δεν καθόντουσαν κάτω από κάποιον φοίνικα να πίνουν μάι-τάι, αλλά το ότι εμείς καθόμαστε στο σπίτι οικογενειακά με κάποια μικρά διαλείμματα κραιπάλης, μοιάζει πολύ με την παραδοσιακή διαμονή γύρω από την εστία. Αυτή η περίοδος δεν είναι νεκρή μόνο για τις δουλειές γραφείου 9-5, αλλά και για τις αγροτικές εργασίες, κάτι που κατά κάποιο τρόπο το κληρονομήσαμε πολύ πιο άμεσα από τον αναστάσιμο οβελία. Μπορεί να μην σφάζουμε κάποιο γουρούνι με τα παραδοσιακά χοιροσφάγεια, αλλά οι παππούδες μας έτρωγαν μισό γουρούνι αυτές τις μέρες και το άλλο μισό το πάστωναν ή το έκαναν λουκάνικα για να το φάνε μέχρι τις απόκριες. Αυτή η ελαφριά ζάλη από την γαστρονομική κτηνωδία έχει κάτι το διονυσιακό και μάλιστα δεν έχει ανάγκη το αλκοόλ και μην ξεχνάμε την πανάρχαια σύνδεση των γενεθλίων του Διονύσου με τα Χριστούγεννα. 

Για αυτές τις λίγες ημέρες μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς φτάνουμε ένα βήμα πιο κοντά στη θέωση μέσα από την απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης που έχουμε σαν σώματα με 70% νερό και 30% άγχος. Άρα τελικά είναι μια ευχάριστη ή μια δυσάρεστη κατάσταση αυτή; Τίποτα από τα δύο, είναι μια διαδικασία κάθαρσης της βασανισμένης μας ψυχούλας που πρέπει με κάποιο τρόπο να εξαγνιστεί και να παραδοθεί όσο πιο καθαρή γίνεται για τη νέα χρονιά που έρχεται. 

 

 

Για να γίνει αυτός ο εξαγνισμός όσο πιο βαθύς γίνεται, χρειάζεται ένα hard reset, να μας φτάσει ο κουραμπιές μέχρι τα αυτιά, γι’αυτό τρώμε την πιο άνοστη μορφή κρέατος, τη γαλοπούλα, για να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε. Μόλις φτάσουμε στο σημείο αυτό ξεκινάει η προετοιμασία του πνεύματος, κι ας είναι απρόθυμο το σώμα, για τη νέα χρονιά. Αυτή η αυτονόμηση σώματος και πνεύματος τελειώνει κάπου εκεί γύρω στα Φώτα, επίσης όχι καθόλου τυχαία από άποψη συμβολισμού. Ξέρουμε υποφέρεις, αλλά χτίζεις άμυνες για ένα πολύ δύσκολο πρώτο τετράμηνο, είναι για το καλό σου.