To Hustle Culture πέθανε, ζήτω το Quiet Quitting

H Μεγάλη Παραίτηση μπόρα ήταν και πέρασε, αυτό που έρχεται είναι πολύ μεγαλύτερο.

Ήταν κάπου στα μέσα του περασμένου έτους όταν ο καθηγητής marketing Anthony Klotz προέβλεπε ότι μία από τις μεγαλύτερες συνέπειες της πανδημίας και των lockdown θα είναι μια μαζική παραίτηση εργαζομένων σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας. Η εκτίμησή του επιβεβαιώθηκε και πράγματι ανυπολόγιστος αριθμός εργαζομένων σε ολόκληρο τον πλανήτη δεν γύρισε στις δουλειές του μετά το τέλος των lockdown ή παραιτήθηκε από τις δουλειές του την ίδια χρονική στιγμή. 

Δεν υπάρχει ακριβώς κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο στα επαγγέλματα που συνέβη αυτό ούτε κάποια συνάφεια, αλλά μπορούμε να πούμε σε αδρές γραμμές ότι αφορά κυρίως δουλειές που παραβιαζόταν συστηματικά το προβλεπόμενο ωράριο, δουλειές που θεωρούνται υποαμοιβόμενες, αλλά και δουλειές που έχουν έντονη τη δυσάρεστη οσμή του burnout. 

Είτε μιλάμε για εργαζομένους στην εστίαση, είτε στο marketing, τα κοινά δυσάρεστα χαρακτηριστικά σε αυτούς τους χώρους, οδήγησαν πολύ κόσμο με ένα χαμόγελο ανακούφισης στο λογιστήριο και ένα υψωμένο μεσαίο δάχτυλο σε αυτό που άφηναν πίσω τους. Στην Ελλάδα, στην χώρα που όλα νομίζουμε ότι είναι μοναδικά όντας ο ομφαλός της Γης, δεν διστάσαμε για ακόμα μία φορά να το ερμηνεύσουμε με τους δικούς όρους, αυτούς της ελληνικής εξαίρεσης. Οι λαρυγγισμοί για τους τεμπέληδες που δεν πάνε να δουλέψουν σεζόν κάλυψαν με την ηχορύπανσή τους το πραγματικό κενό που ξεπέρασε τις 50.000 κενές θέσεις εργασίας στην εστίαση εστιάζοντας στο δέντρο και όχι στο δάσος του παγκόσμιου φαινομένου. 

 

 

Η Μεγάλη Παραίτηση, όπως ονομάστηκε το φαινόμενο, δεν ήταν μια άπαξ και δια παντός φυγή από τον εργασιακό βίο. Εκτός από δυο-τρεις που μπορεί να κέρδισαν το λαχείο, όλοι οι άλλοι απλά άλλαξαν επαγγελματικό προσανατολισμό, κάπως έπρεπε να συνεχίσουν να ζουν. Αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή. 

Η ξαφνική αλλαγή καριέρας είναι ένα προνόμιο που έχουν κυρίως τα δύο άκρα του εργασιακού δυναμικού, δηλαδή οι ανειδίκευτοι που μπορούν να κάνουν κυριολεκτικά τα πάντα για να ζήσουν αναλαμβάνοντας τις πιο σκληρές χειρωνακτικές εργασίες και από την άλλη τα πολύ βαρβάτα CV που απλώνονται σε πάνω από ένα γνωστικά αντικείμενα, ο βασικός κορμός του δυναμικού δεν έχει αυτή την πολυτέλεια μέσα από την υπερεξειδίκευση και την μονομερή κατάρτιση που είναι ο κανόνας. Αρά τι συμβαίνει με αυτούς που είναι «όμηροι» της δουλειάς που διάλεξαν ή τους διάλεξε;

Εδώ έρχεται ο καινοφανής όρος του Quiet Quitting που έκανε την εμφάνισή του, πού αλλού, στο TikTok. Έχει τη δική του ξεχωριστή σημασία ότι από όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το Quiet Quitting εμφανίστηκε στο TikTok, τον προνομιακό χώρο έκφρασης της Gen Z, δηλαδή του πιο φρέσκου αίματος στην παραγωγική μηχανή. Πριν καν καλά-καλά κλείσουν την πρώτη τους πενταετία ως εργαζόμενοι, οι νέοι προχωρούν σε μια νέα μορφή παραίτησης, πιο ήπια και όχι τόσο εκκωφαντική όσο αυτή των millennials και των κουρασμένων παλικαριών της Gen X. 

 

 

To Quiet Quitting δεν είναι τίποτα άλλο από το να δουλεύει κανείς όσο ακριβώς χρειάζεται ώστε να μην απολυθεί. Δηλαδή χωρίς ζήλο για την εξέλιξή του ως εργαζόμενος, χωρίς κίνητρο και χωρίς αυτό το ψεύτικο χαμόγελο που έχει ο γλείφτης του μήνα στο γραφείο. Πρακτικά η νέα γενιά λέει με αυθάδεια στους μεγαλύτερους ότι τζάμπα κάθεστε την Παρασκευή το απόγευμα στο γραφείο περισσότερες ώρες, κανείς δεν πρόκειται να εκτιμήσει τον κόπο σας, καλύτερα είναι να πάτε για μπίρες με τους φίλους σας, να φλερτάρετε, να δείτε περισσότερη ώρα τα παιδιά σας, να ασχοληθείτε με το χόμπι σας, αν θυμάστε τι είναι αυτό. 

To Hustle Culture, που για λίγο κόντεψε να μας κάνει να πιστέψουμε ότι θα γίνουμε οι νέοι Gordon Gekko άρχισε να αποκτά ρωγμές μετά την κρίση των τοξικών ομολόγων του ‘08, που όλοι ξέρουμε πως ήρθε σαν τσουνάμι στην Ελλάδα αμέσως μετά. Η κρίση αυτή έφερε μια πολύ σοβαρή και δομική αλλαγή στο πώς βλέπουμε τα πράγματα με τη δουλειά μας. Οι γενιές που δούλευαν ήδη δεν το κατάλαβαν αμέσως, έπρεπε να έρθει η πανδημία και η απειλή ενός βαρύτατου ενεργειακού χειμώνα, όμως οι νέοι που δεν είχαν τίποτα να αναπολήσουν το κατάλαβαν αμέσως. 

Οι παλιότερες γενιές μπορούσαν με έναν εργαζόμενο ανά οικογένεια να αγοράσουν σπίτι, ακόμα και να χτίσουν εξοχικό, κάτι που μοιάζει με πικρό μαύρο ανέκδοτο πλέον. Οι νέοι εργαζόμενοι ξέρουν ότι δεν πρόκειται να αποκτήσουν σπίτι ή να κάνουν εύκολα οικογένεια με τις παρούσες συνθήκες, ακόμα κι αν μαγικά ο μισθός τους διπλασιαστεί. Άρά γιατί να προσπαθούν για εκείνη την αύξηση του 15%; Τι το τόσο πολύτιμο μπορεί να τους αγοράσει αυτό το 15% αν για να το αποκτήσουν πρέπει να θυσιάσουν την ψυχική τους υγεία, τη σχέση τους, τους φίλους και την οικογένειά τους;

 

 

Η Σιωπηλή Παραίτηση δεν είναι απάντηση σε ένα σύστημα που ξεζουμίζει εργαζόμενους, αλλά μια ερώτηση στο ποιο κοινωνικό μοντέλο θέλουμε στην τελική. Είναι η ησυχία πριν από την καταιγίδα που έρχεται, γιατί η καταιγίδα θα έρθει αν δεν αλλάξει κάτι στο μοτίβο που θέλει το 70-80% του μισθού να καλύπτει ανάγκες στέγασης και λογαριασμούς. Οι νέοι δεν είναι τεμπέληδες, όπως δεν ήταν οι παππούδες μας που άφησαν τα χωράφια και κατέβηκαν στην πόλη, όπως δεν ήταν οι γονείς μας που άφησαν τις χειρωνακτικές εργασίες για τις δουλειές γραφείου, μια καλύτερη ποιότητα ζωής ψάχνουν και μια δουλειά που να μην είναι όλη τους η ζωή, τόσο απλό.